Εκτύπωση

της Αφροδίτη Φλώρου*,

Έκλεισε την εφημερίδα και ήπιε σκεφτικός μια γουλιά από τον καφέ του. Ο καφές ήταν σκέτος και ο κύριος Κ.Μ, δεν είχε φορέσει ακόμη τη γραβάτα του: μπλε σκούρο, σκέτο, χωρίς βούλες, χωρίς ρίγες. Περπάτησε βιαστικά προς το δωμάτιο κι άνοιξε την ντουλάπα. Το κοστούμι του γραφείου τού φαινόταν μια σκέτη αηδία, αλλά τώρα που το σκέφτομαι, ποτέ δεν είχε ζητηθεί η γνώμη του. Φόρεσε τη γραβάτα, με τις ίδιες πρωινές συγκαταβατικές κινήσεις, σχεδόν αυτόματες, κι βγήκε από το σπίτι πάντα σκεφτικός. Είπε μια σκέτη “καλημέρα” στον περιπτερά και προχώρησε μερικά τετράγωνα ψαχουλεύοντας στις τσέπες του τον καπνό του. Τελείωσε. Σκέτη απογοήτευση.

– Με συγχωρείτε, μήπως έχετε ένα τσιγάρο; Ρώτησε τον Διπλανό του στη στάση του λεωφορείου.

– Όχι. Απάντησε καλοσυνάτα ο Διπλανός.

Το λεωφορείο έφτασε. Ο κύριος Κ.Μ και ο Διπλανός επιβιβάστηκαν.

Ο κύριος Κ.Μ. και ο Διπλανός κατέβηκαν στην ίδια στάση.

Ο κύριος Κ.Μ ανέβηκε στον ένατο όροφο του κτιρίου έξω από τον οποίο έγραφε με μεγάλα μπρούτζινα γράμματα “ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΊ”, αν μη τι άλλο καλαίσθητο! Ο κύριος Κ.Μ προτίμησε όπως πάντα τις σκάλες: ο ένατος όροφος του προκαλούσε σκέτο ίλιγγο, και το ασανσέρ τον ανάγκαζε σε μια εκτόξευση που ο εγκέφαλός του δεν προλάβαινε να επεξεργαστεί. Ο χρόνος ανάβασης ωστόσο ήταν υπολογισμένος και ο κύριος Κ.Μ έφτανε πάντα στην ώρα του. Ακολουθούσε στοίχιση, προσευχή, παρουσίες. Αμήν!

Ο Διευθυντής διάβασε τα ονόματα: Κύριος Α.Μ

Κύριος Β.Μ

Κύριος Γ.Μ

Κυρία Δ.Μ

Κύριος Ε.Μ

Κύριος Ζ.Μ

Κύριος Η.Μ

Κυρία Θ.Μ.

Κυρία Ι.Μ

Κύριος Κ.Μ……

Ο κύριος Κ.Μ απάντησε με ένα σκέτο “παρών”, όπως και όλοι οι υπόλοιποι, εκτός από όλες τις υπόλοιπες που απάντησαν με ένα σκέτο “παρούσα”, και τράβηξε ίσια προς το γραφείο του. Εκεί τον περίμενε μια στοίβα χαρτιά που χρειάζονταν μια σκέτη υπογραφή. Σε πέντε λεπτά πέρασε ο διευθυντής για να δώσει τις οδηγίες της ημέρας:

– Η χωρίστρα για σήμερα δεξιά. Οι υπογραφές με μαύρο στυλό και όχι μπλε. Το χαρτί υγείας θα κόβεται ανά ζυγό αριθμό φύλλων. Τέλος, σήμερα υποδέχεστε τους παραπονούμενους οφειλέτες με το χαιρετισμό “κίτρινη πάπια”.

Ο Κ.Μ, απάντησε ένα σκέτο “Μάλιστα”.

Ο Κ.Μ σήμερα έβαλε πολλές σκέτες υπογραφές, μέχρι που το ρολόι σήμανε έξι και τρία πρώτα λεπτά. Τουτέστιν ο κύριος Κ.Μ είχε σχολάσει.

Στη στάση του λεωφορείου ο κύριος Κ.Μ συνάντησε πάλι τον Διπλανό.

– Μήπως έχετε ένα τσιγάρο; Ρώτησε ο κύριος Κ.Μ, που και πάλι δεν είχε λάβει δεκάρα από τον οφειλόμενο μισθό του.

– Μάλιστα. Απάντησε ο Διπλανός δίνοντάς του ένα.

Ο κύριος Κ.Μ τον κοίταξε με απορία.

– Με συγχωρείτε. Δε σας γνώρισα.

– Λογικό. Βλέπετε άλλαξα. Το πρωί δεν είχα καπνό ενώ τώρα έχω. Από μια άποψη, δεν είμαι ο ίδιος.

Ο κύριος Κ.Μ απάντησε με ένα σκέτο χαμόγελο καπνίζοντας το τσιγάρο του. Ή ακριβέστερα, το τσιγάρο του Διπλανού.

Τις επόμενες μέρες ο κύριος Κ.Μ επαναλάμβανε με ευλαβική ακρίβεια τις κινήσεις της προηγούμενης ημέρας, που ήταν οι κινήσεις των δέκα τελευταίων ετών. Αυτό το “ευλαβική ακρίβεια”, δεν είναι σχήμα καθ’ υπερβολήν προκειμένου να τονιστεί το μηχανικό των κινήσεών του. Ως παντογνώστης αφηγητής είμαι σε θέση να σας βεβαιώσω πως οι κινήσεις του διαδέχονταν η μια την άλλη εν είδει τελετουργίας, με μια δόση ψυχαναγκασμού ακόμη και για τις λεπτομέρειες.

Τίποτα στο ζωή του κυρίου Κ.Μ δε συνέβαινε άπαξ. Κάθε νέο στοιχείο που εισέβαλλε στην καθημερινότητά του, εγκαθίστατο και μονιμοποιούταν, μπαίνοντας σε μια τροχιά αναγκαστικής επανάληψης, σαν τα επιπλέον ηλεκτρόνια των ανιόντων. Ήταν ο τρόπος του κυρίου Κ.Μ να αντιμετωπίζει το νέο. Το αφομοίωνε σε βαθμό εξαφάνισης.

Ο Διπλανός ήταν κάθε μέρα στη στάση με ένα τσιγάρο, και αργότερα με έναν καφέ σκέτο για τον κύριο Κ.Μ. Οι μέρες του κυρίου Κ.Μ ξαφνικά έγιναν ευχάριστες. Η στοίχιση, η προσευχή, τα “Αμήν”, τα σκέτα “παρών”, οι σκέτες υπογραφές, τα σκέτα “μάλιστα”, ήταν μια παρένθεση ανάμεσα στις πρωινές του συναντήσεις με τον Διπλανό, και στις απογευματινές συζητήσεις των 6 και 5.

Ωστόσο ο Διευθυντής εξακολουθούσε να περνάει κάθε πρωί από το γραφείο υπενθυμίζοντας πως “το σύνθημα της ημέρας για τους παραπονούμενους οφειλέτες είναι η “τάδε πάπια” σε διαφορετικές αποχρώσεις κάθε ημέρα.

Ένα μήνα μετά ο κύριος Κ.Μ γνώριζε σχεδόν τα πάντα για τον Διπλανό. Ήταν δεξιόχειρας αριστερός, μύωψ εχέμυθος, διαβητικός πολιτικός μηχανικός, αριστούχος παντρεμένος, εθελοντής πατέρας, υψηλός κοντός, ζωόφιλος ορφανός από πατέρα, φανατικός γαλανομάτης, δεξιοτέχνης ολυμπιακός, αυτοδίδακτος υπνοβάτης και εξέχων μουσικός μάγειρας. Ο κύριος Κ.Μ δεν είχε ποτέ του φίλους.

Οι μέρες κυλούσαν απρόσκοπτα. Οι σκέτες υπογραφές κυλούσαν νερό, οι σκέτες “καλημέρες” στον περιπτερά έδιναν κι έπαιρναν, οι σκέτοι καφέδες έρεαν άφθονοι, κι ο κύριος Κ.Μ ήταν ευτυχισμένος. Μπορούμε να πούμε χωρίς υπερβολή πως ναι, είχε πια έναν φίλο.

Ο κύριος Κ.Μ εκτός από καλός φίλος, ικανότητα που τώρα εξασκούσε στη ζωή του για πρώτη φορά, ήταν κι εξαιρετικός υπάλληλος. Το “παρών” του στην πρωινή προσευχή ηχούσε με στεντόρια φωνή και παρρησία, οι υπογραφές του έμοιαζαν με μινιατούρες τέχνης, και είχε πια μάθει να ανεβαίνει τα σκαλιά δύο δύο ώστε να φτάνει στον ένατο όροφο δέκα λεπτά πριν από την προσευχή. Υποδειγματικός, χαρισματικός, άρτιος!

Ωστόσο η δραματουργία του έργου απαιτεί μια κορύφωση, καθώς η έως τώρα νηνεμία καθιστά την αφήγηση μελιστάλαχτη, ανούσια κι άκρως βαρετή. Όπερ και εγένετο.

Μια των ημερών ο κύριος Κ.Μ φτάνοντας στο γραφείο του αντίκρισε ένα θέαμα που αν μη τι άλλο τον θορύβησε. Έξω από το κτίριο με την καλαίσθητη μπρούτζινη επιγραφή “ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΙ”, πλήθος κόσμου συνέρρεε, πλήρες αγανακτήσεως και οργής. Ο κύριος Κ.Μ. πέρασε μέσα από το συρφετό σπρώχνοντας με την ίδια πίεση που απαιτεί το τελευταίο κυβικό χιλιοστό οδοντόπαστας για να βγει από το σωληνάριο, κι έφτασε μπροστά στην είσοδο. Πήρε δύο βαθιές ανάσες σκέτο οξυγόνο, και μπήκε στη γραμματεία. Εκεί για δεύτερη φορά, η καθημερινότητα του κυρίου Κ.Μ ανετράπη καθώς για πρώτη φορά δε χρειάστηκε να κατευθυνθεί προς τις σκάλες και να ανέβει στον ένατο όροφο. Κι αυτό γιατί τη στιγμή εκείνη ο Διευθυντής στεκόταν στη γραμματεία, μπροστά σε όλους τους υπαλλήλους βγάζοντας έναν εμπνευσμένο καθησυχαστικό λόγο, που ήταν ο εξής:

“Αγαπητοί εργαζόμενοι του παρόντος ιδρύματος. Η σημερινή ανταρσία ουδεμία σχέση έχει με το άκρως ανθρωπιστικό μας έργο. Ασφαλώς θα καταλάβατε και μόνοι σας ότι υποκινείται από έναν πυρήνα προβοκατόρων της αντιπολίτευσης που επιβουλεύεται το ιερό καθήκον μας. Κι αυτό δεν είναι άλλο από την πάταξη του οικονομικού εγκλήματος. Καιροσκοπικά ανθρωπάρια στερούν καθημερινά από το κράτος το νόμιμο μερίδιό του, κρατώντας για τους ίδιους τη μερίδα του λέοντος. Αγαπητοί συνάδερφοι, συνεχίστε να υπογράφετε. Μην τους λυπάστε!”

Ο κύριος Κ.Μ συνεκλονίσθη. Στη ζωή του ευτυχούς ανθρώπου έρχεται πάντα η στιγμή που όλα άξαφνα φωτίζονται, τα κομμάτια ενώνονται ως δια μαγείας κι όλα αποκτούν ένα ανέλπιστο νόημα. Σαν το παιχνίδι “ενώστε τις κουκίδες”. Αυτή η στιγμή για τον κύριο Κ.Μ είχε έρθει.

“Πατάσσω τη φοροδιαφυγή, εφαρμόζω το νόμο, σώζω το κράτος. Είμαι ένας δημόσιος λειτουργός”.

Ο κύριος Κ.Μ εκείνη την ημέρα ανέβηκε στο γραφείο του γεμάτος ενθουσιασμό και όρεξη για δουλειά, ακούγοντας μες στο μυαλό του εμβατήρια, σάλπιγγες και πολεμικές ιαχές. Ήταν ένας εθνικός ευεργέτης. Ένας ήρωας.

Πριν ξεκινήσει τις σκέτες υπογραφές του, κοντοστάθηκε για λίγο στο παράθυρο ατενίζοντας τα καιροσκοπικά ανθρωπάρια που μαίνονταν στο δρόμο. Αυτούς που λυμαίνονταν το δημόσιο χρήμα. Τώρα φάνταζαν μοχθηροί, χωρίς πρόσωπο, χωρίς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και προσωπικότητα. Μια άμορφη, φασαριόζικη μάζα, σαν σε εφιάλτη. Δεν ήταν άνθρωποι. Ήταν φιγούρες. Ήταν σκιές κι έπρεπε να τις διαλύσει.

Εκείνη την ημέρα ο κύριος Κ.Μ υπερέβη εαυτόν σε σκέτες υπογραφές. Το στυλό πηγαινοερχόταν μανιωδώς πάνω σε κόλλες εξώσεως, σαν το σπαθί επάνω στον πιο μισητό εχθρό. Βρισκόταν σε ντελίριο. Σε έκσταση. Ο κύριος Κ.Μ εκείνη την ημέρα ήταν πραγματικά ευτυχής.

Είχαν περάσει πια 8 συναπτές ώρες που ο κύριος Κ.Μ έσωζε το κράτος. Όταν πια βγήκε από το ορμητήριό του, το πλήθος είχε σκορπίσει. Ο κύριος Κ.Μ συνειδητοποίησε πως το κτίριο δεν το έζωναν πια μοχθηρές φιγούρες, αλλά αλαφιασμένοι δημοσιογράφοι και προβληματισμένοι αστυνομικοί.

Ο κύριος Κ.Μ κατάλαβε αμέσως τι είχε συμβεί: οι δημοσιογράφοι είχαν σπεύσει να καλύψουν το γεγονός και οι αστυνομικοί να επιβάλλουν την τάξη.

“Ήμουν τόσο απορροφημένος που δεν τους πήρα είδηση. Θα μπορούσα να κατέβω να τους δώσω μια συνέντευξη για το έργο του ιδρύματός μας. Κρίμα.” Σκέφτηκε και κατευθύνθηκε προς τη στάση. Ανυπομονούσε να βρει τον Διπλανό να του περιγράψει τη σημερινή ημέρα. Όμως ο Διπλανός δεν ήταν εκεί. Ο κύριος Κ.Μ κατάλαβε και πάλι αμέσως.

“Τα επεισόδια θα τον εμπόδισαν να κατέβει στο κέντρο” σκέφτηκε.

Εκείνη την ημέρα ο κύριος Κ.Μ κοιμήθηκε πιο ανάλαφρος από ποτέ. Κοιμήθηκε σαν τον άνθρωπο εκείνο που επιτέλους βρήκε τη θέση του μέσα στον κόσμο.

Το άλλο πρωί σηκώθηκε έτοιμος να αδράξει τη μέρα. Φόρεσε τη γραβάτα του: μπλε σκούρο σκέτο, χωρίς βούλες, χωρίς ρίγες. Ήπιε μια γουλιά από τον σκέτο καφέ του κι άνοιξε την εφημερίδα του. Εκείνη την ημέρα η εφημερίδα πράγματι είχε μεγάλο ενδιαφέρον. Οι δημοσιογράφοι είχαν πράγματι καλύψει το γεγονός της προηγούμενης ημέρας. Το εξώφυλλο με μεγάλα γράμματα έγραφε:

“Νεκρός ο 35χρονος Δήμος Φιλολάου. Αυτοκτόνησε χθες στις 10 και μισή π.μ. έξω από το Μέγαρο Πλειστηριασμών κατά τη διάρκεια επεισοδίων. Ο 35χρονος αυτόχειρ φέρεται να έχασε το σπίτι του μετά από ένταλμα εξώσεως και κατασχέσεως για οφειλές στη τράπεζα.”

Το άρθρο είχε και φωτογραφία. Δίπλα στον τίτλο βρισκόταν ο Διπλανός, που τώρα πια τον έλεγαν Δήμο, με ένα περίστροφο κολλημένο στο κρόταφο, μπροστά από το κτίριο “ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΏΝ” και την αν μη τι άλλο καλαίσθητη μπρούτζινη επιγραφή του.

Ο κύριος Κ.Μ εκείνη τη μέρα δεν φόρεσε το κοστούμι του, δεν είπε ούτε σκέτη “καλήμερα” στον περιπτερά. Πήγε και στάθηκε στη στάση του λεωφορείου. Δίπλα του αυτή τη φορά η κολώνα της Δ.Ε.Η κι επάνω της το κηδειόσημο: “Κηδεύομεν σήμερα τον ΔΗΜΟ ΦΙΛΟΛΑΟΥ, λατρευτό μας σύζυγο και πατέρα.”

Η ετυμηγορία του ιεροεξεταστή τυπική:

“Στον θάνατο του άτυχου νέου ως ηθικοί αυτουργοί φέρονται 5.345.123 σκέτα “παρών”, 9.236.109 σκέτα “μάλιστα”, και 234.509 σκέτες υπογραφές, ανθρώπων με σκέτες γραβάτες χωρίς βούλες, χωρίς ρίγες, και 763.123 πολύχρωμες πάπιες.

“Πίνω τον καφέ μου σκέτο επειδή έχω ζάχαρο.

Φοράω γραβάτα σκέτο, σκούρο μπλε γιατί οι βούλες με παχαίνουν και οι ρίγες με χλομιάζουν.

Λέω στον περιπτερά μια σκέτη “καλημέρα” γιατί δεν ξέρω τίποτε άλλο γι’ αυτόν.

Κι αν κάποιος μου πρότεινε να πάρουμε μαζί το ασανσέρ ως τον ένατο όροφο θα του απαντούσα “όχι ευχαριστώ”, επειδή το ασανσέρ με ζαλίζει.

Κι όμως 9.236.109 μάλιστα και 234.509 υπογραφές δεν είχαν “επειδή”, κι αν με ρωτούσαν δεν θα ήξερα τι να τους πω.”

Την επόμενη ημέρα ο κύριος Κ.Μ παραιτήθηκε “επειδή”.

Δεν εξήγησε γιατί.

Αλλά ο ίδιος ήξερε.

* Πρώτη δημοσίευση του αυτοτελούς διηγήματος της Αφροδίτης Φλώρου, φιλόλογου και θεατρικής συγγραφέα.

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here