Ο “Επιτάφιος” και η “Ρωμιοσύνη” αποτελούν το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα όχι μόνο μελοποιημένης αλλά τραγουδισμένης ποίησης, ποίησης που έγινε κτήμα, τραγουδήθηκε και τραγουδιέται από ένα μεγάλο κομμάτι του κόσμου. Πρόκειται για δύο έργα τα οποία είχαν και έχουν μια αδιαμφισβήτητη αναγνωρισιμότητα στο ευρύ κοινό και μια αυτόνομη καλλιτεχνική πορεία η οποία μετράει πολλές δεκαετίες από τη δημιουργία τους μέχρι σήμερα. Πρόκειται για τις μελοποιήσεις που περικλείουν με τον πιο αντιπροσωπευτικό τρόπο την πορεία του ποιητικού – πολιτικού τραγουδιού τη δεκαετία του ‘60 στην Ελλάδα.
Το παρόν βιβλίο αποτελεί μια τροποποιημένη και πιο σύντομη εκδοχή της διδακτορικής μου διατριβής η οποία υποστηρίχθηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών υπό την επίβλεψη των Ε.Γαραντούδη, Χρ. Ντουνιά και Νικ, Μαλιάρα. Σηματοδοτεί την κατάληξη -αν μπορεί κανείς να μιλήσει με τέτοιους όρους για ένα ανεξάντλητο θέμα-μιας μακράς διαδρομής η οποία ξεκίνησε από το τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης και ειδικά από τον τομέα Θεατρολογίας και Μουσικολογίας. Η ενασχόλησή μου με την πρόσληψη της μελοποιημένης ποίησης ήταν από τα πρώτα έτη των σπουδών μου το επίκεντρο των ενδιαφερόντων μου.
Πέρα από τα προσωπικά μουσικά μου βιώματα, τα οποία έχουν σφραγιστεί από αυτά τα ακούσματα, στην επιλογή των εν λόγω μελοποιήσεων με οδήγησε και το εξαιρετικά ευνοϊκό πεδίο μελέτης που αυτές στοιχειοθετούν και φιλοδοξεί να αναδείξει το βιβλίο που δεν είναι άλλο από τη σε βάθος ανάδειξη της διαδρομής που ακολούθησε η πρόσληψή τους μέσα από μια πολύπλευρη παρουσίαση – ανάλυση του νέου καλλιτεχνικού προϊόντος που προκύπτει από τη συνάντηση της μουσικής με την ποίηση, του τραγουδιού, μέσα από τις λογοτεχνικές, κοινωνιολογικές, πολιτιστικές και οικονομικές-αγοραστικές του διαστάσεις. Το τραγούδι με όλους τους παράγοντες που το αποτελούν -συνθέτης, ποιητής – απαγγέλων, ερμηνευτής, συναυλία- βγάζει το ποίημα από το μικρό περιβάλλον του ποιητικού γραφείου και το κάνει κτήμα των μαζών μέσα και από τη χρήση του δίσκου, ο οποίος τη δεκαετία του ´60 ήταν ένα πολύ εμπορικό προϊόν. Ο ίδιος ο Ρίτσος επεσήμανε τον ρόλο της μελοποίησης γράφοντας για τον Θεοδωράκη ότι: “έβγαλε από τις σκοτεινές, βαρύθυμες βιβλιοθήκες (την ποίηση) και την έφερε ως το τραπέζι του λαού».
Η πρόσληψη του μελοποιημένου Επιτάφιου πέρασε μέσα από τη συζήτηση για το ρεμπέτικο και την ελληνικότητα στην τέχνη. Η περίφημη διαμάχη των δύο Επιτάφιων, έναν σε ενορχήστρωση του Μάνου Χατζιδάκι με ερμηνεύτρια τη Νάνα Μούσχουρη και έναν σε ενορχήστρωση Μίκη Θεοδωράκη με ερμηνευτή τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και την κυριαρχία του ήχου του μπουζουκιού του Μανώλη Χιώτη, αναδεικνύεται με ιδιαίτερο τρόπο μέσα από τα κείμενα της εποχής και αποδεικνύει ότι η συζήτηση για τη μελοποίηση ήταν συζήτηση πολιτική. Η Ρωμιοσύνη ήρθε να αποκρυσταλλώσει την ταυτότητα του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού και να το καθιερώσει όχι μόνο στις συνειδήσεις του λαού αλλά και του ίδιου του ποιητή και των λαϊκών ερμηνευτών. Πολύτιμος οδηγός για όλα τα παραπάνω στάθηκε το αρχείο του συνθέτη.
Ένα επίσης καταλυτικό στοιχείο – κίνητρο ήταν να καταδειχτεί πώς η διαφορετική ποιητική γραφή, επηρέασε το μελοποιητικό έργο του συνθέτη. Ο έμμετρος ποιητικά Επιτάφιος οδήγησε σε μια μουσική επεξεργασία με έντονα τα λαϊκά στοιχεία του ρυθμού (ζεϊμπέκικος και χασάπικος), του ηχοχρώματος(μπουζούκι, λαϊκή φωνή) και της δομής του λαϊκού τραγουδιού. Η ελευθερόστιχη Ρωμιοσύνη επενδύθηκε με μια μουσική που δεν έχει τα στοιχεία του λαϊκού ρυθμού, αλλά εκτυλίσσεται μέσα σε διαφορετικά μουσικά δεδομένα με τη χρήση τρόπων, όπως αυτός της τραγουδιστικής απαγγελίας, οι οποίοι εξομαλύνουν τον δύσκολο ως προς τη μελοποίησή του ελεύθερο στίχο.
Η κατάδυση στο αρχείο του συνθέτη με έφερε μπροστά σε έναν πολύτιμο όγκο πληροφοριών. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία είναι η παρουσία μιας πληθώρας άρθρων τα οποία φωτογραφίζουν τη μεγάλη εμπορική επιτυχία του μουσικού Επιτάφιου. Πέρα από τον εντοπισμό συγκεκριμένων πολύτιμων αριθμητικών δεδομένων για την κυκλοφορία τόσο της μελοποίησης όσο και του ποιητικού έργου, με εξέπληξε πόσο η ευρεία απήχηση του έργου αυτού πέρασε σε όλα τα επίπεδα της πολιτιστικής πραγματικότητας της εποχής. Επίσης οι έρευνες των εφημερίδων Απογευματινή τον Μάρτιο του 1962 και του Έθνους τον Ιανουάριο του 1966 για το λαϊκό τραγούδι, αποτελούν άλλο ένα πολύ σημαντικό αδημοσίευτο στοιχείο το οποίο σκιαγραφεί από την πλευρά της αστικής κριτικής την επίδραση των μελοποιήσεων του Ρίτσου από τον Θεοδωράκη σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο. Το μελοποιητικό φαινόμενο έγινε το επίκεντρο των συζητήσεων της εποχής.
Τέλος, στο ερώτημα που εύλογα γεννάται “γιατί να μιλάει κανείς για τον μελοποιημένο Επιτάφιο και τη Ρωμιοσύνη σήμερα” θα μπορούσα πολύ απλά να απαντήσω γιατί ο λόγος για αυτά τα έργα είναι λόγος που αφορά το ποιητικό – πολιτικό τραγούδι του σήμερα. Ο πολιτικός χαρακτήρας των μελοποιήσεων αυτών είναι ανεξίτηλος και αποτελεί πολύτιμο “συνήγορο της ανθρωπότητας”, όπως γράφει ο Λειβαδίτης, απέναντι όχι μόνο σε έναν διογκούμενο λόγο μίσους , αλλά και σε μια εξουσία η οποία αφανίζει λαούς στο όνομα της φυλετικής ανωτερότητας και του κέρδους. Η εικόνα της μάνας του Επιτάφιου που θρηνεί πάνω στον νεκρό γιο της και των νεκρών της Ρωμιοσύνης, όπως έχει επισημάνει άλλωστε ο Θεοδωράκης, είναι πιο επίκαιρη από ποτέ. Η Μάνα του Ρίτσου δεν είναι πια παρά η Παλαιστίνια μάνα που σφίγγει στα χέρια της το νεκρό της παιδί τυλιγμένο με ένα λευκό σεντόνι.

































