του Λουκά Καβακλή,
“Σφερδούκλια στο κεφάλι” (εκδόσεις Δώμα)
Τα ιστορήματα της Διονυσίας ο υπότιτλος, ενός βιβλίου κατάθεση ψυχής, του πανεπιστημιακού δάσκαλου Βρασίδα Καραλή.
Από τον τίτλο και μόνο καταλαβαίνεις ότι περιδιαβαίνοντας τις σελίδες του βιβλίου θα πρέπει να επιστρέφεις ξανά και ξανά στις φράσεις, στις εικόνες, τις μυρωδιές που σου ξυπνούν το παρελθόν.
Ένα παρελθόν που ζει μέσα σου, που σε κυριεύει, σε διαμορφώνει, σε πλάθει και ξαναπλάθει ανάλογα με την ματιά που του ρίχνεις.
Και αυτό κάνει ο συγγραφέας με ήρωα, σκηνοθέτη, σεναριογράφο τη γιαγιά Διονυσία στην Ηλεία των δεκαετιών 60-70.
Μια αρχέτυπη μορφή, σχεδόν βιβλική, σαν να αναπηδάει μέσα από την ιστορία, τυπική Ελληνίδα γυναίκα της επαρχίας που έζησε τόσους πολέμους – Μικρασιατική Καταστροφή, Β Παγκόσμιος, Κατοχή, Εμφύλιος, τόση δυστυχία, τόση πείνα, ανάμεσα στην πραγματικότητα και στη μυθοπλασία που δημιούργησε για ασπίδα της.
Μια τυπική γυναίκα που δεν ήθελε ποτέ τον άντρα της, ιδίως μετά από τον θάνατο του αγοριού της από κάποια ασθένεια, από την πείνα-ποιος ξέρει;- την περίοδο της κατοχής.
Μια τυπική γυναίκα που δεν ήθελε να γεννιούνται κορίτσια, τι να τα κάνεις;;;
Ή μάλλον τι θα τους κάνει μια κοινωνία συντηρητική, πατριαρχική θα λέγε κανείς σήμερα, αλλά κυρίως εξουσιαστική και συνάμα εκμεταλλευτική. Βγαλμένη από τις σελίδες του Παπαδιαμάντη μια Φόνισσα μάλλον των ονείρων και της ζωής της όπως όλη εκείνη η γυναικοπαρέα του αργαλειού.
Ιστορήματα γεμάτα ευφορία ζωής….που όμως προϋποθέτουν τραγωδία και καταστροφή. Μεταστοιχειώνουν την απουσία και το πένθος σε υποθήκες ζωής, σε δύναμη, θάρρος, καρτερία….λέει ο συγγραφέας.
Σύμφωνα με την Μυθολογία ο θεός Άδης υποδέχεται τις ψυχές των πεθαμένων μέσα σε λιβάδια από σφερδούκλια.
Έτσι υποδεχόταν νεκρούς και ζωντανούς η Διονυσία, έτσι μας καλωσορίζει ο συγγραφέας θέλοντας να μας πει ότι μόνο έτσι λυτρώνεσαι από τον φόβο του άγνωστου.
Ο Σεφέρης στο « Στρατή Θαλασσινό» έγραφε:
« Δεν έχει ασφοδίλια , μενεξέδες , μήτε υακίνθους
Πώς να μιλήσεις με τους πεθαμένους
Οι πεθαμένοι ξέρουν μονάχα τη γλώσσα των λουλουδιών»
Μας λέει ο Βρασίδας:
«Μην τα βάνεις με την ομορφιά του κόσμου. Θα κρουσταλλιάζεις στη φωτιά, θα καίγεσαι στο χιόνι. Θα σε πατήσει το σκοτάδι. Όλος ο νους σου θα γίνει μαυρίλα, τάφος».
Ένα είναι το σίγουρο διαβάζοντας αυτό το βιβλίο θα βρεθείς από αναγνώστης σε εκείνον που θα αναμετρηθεί με το παρελθόν του, άρα θα κριθεί για το παρών του.


































