Είναι γνωστός ο αφορισμός του Τεοντόρ Αντόρνο: «Το να γράψεις έστω και ένα ποίημα μετά το Άουσβιτς είναι βάρβαρο». Βλέποντας τις εικόνες και μαθαίνοντας από τις μαρτυρίες των εγκλείστων στο εργοστάσιο του θανάτου ο φιλόσοφος θεώρησε ότι θανατώθηκε και η ποίηση. Δεν νομίζω ότι ο γνωστός διανοητής ταύτιζε την ποίηση με κάτι που αποτύπωνε μόνο χαρές. Αλλά μάλλον ήταν το σοκ από την αποκάλυψη της φρίκης που τον οδήγησε σε αυτή την ακραία διατύπωση. Γιατί αν και λίγα χρόνια μετά αναίρεσε τη θέση του αυτή, όμως γνωρίζουμε πως η ποίηση πάντα βρίσκει τρόπους να υπάρχει ακόμη και σημαίνοντας τη φρίκη. Απλώς αλλάζει μορφές και μέσα έκφρασης. Ο θάνατος, ο πόνος, η απώλεια, η σιωπή, ο φόβος, το τραύμα αποτυπώθηκαν στην ποίηση -και όχι μόνο- με τρόπους αποκαλυπτικούς. Η βίαιη απουσία της ζωής έγινε παρουσία στους στίχους των ποιημάτων με τρόπους πρωτόφαντους.
Ίσως όμως και να είχε ένα δίκιο ο Αντόρνο ως προς τον χαρακτηρισμό «βάρβαρο». Ο Καβάφης μας έχει προετοιμάσει πως οι βάρβαροι «είναι μια κάποια λύσις». Λύνουν τη νωθρότητα, τη συνήθεια, την επίδειξη, την κακότητα, το μίσος και τη βία των κάθε φορά «συγκλητικών».
Είναι βάρβαρη λοιπόν η συλλογή της Δήμητρας Παλαπάνη που η συγκυρία τη φέρνει να γράφεται και να εκδίδεται ενώ βρίσκεται ακόμη σε λειτουργία, μπροστά στα μάτια όλης της ανθρωπότητας το σύγχρονο Άουσβιτς, η Γάζα; Είναι βάρβαρη η ποίηση που αποκαλύπτει τα αόρατα Άουσβιτς που μας περικλείουν και μας εξοντώνουν; Ρητορικές οι ερωτήσεις. Είναι, αντίθετα, η απάντηση του πολιτισμού στη βαρβαρότητα.
Όμως ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Αρχή αφιερωμένη στην πηγή της ζωής, των αναμνήσεων και της μνήμης της, όπως σηματοδοτεί η αφιέρωση του έργου της στη μητέρα της, Μαρία. Η πρώτη ενότητα της συλλογής έχει τίτλο «Για όλα και για ένα τίποτε», ίσως γιατί με ένα τέτοιο ρίσκο ξεκινά ένα ταξίδι των άγρυπνων και συνεχώς εξεγερμένων σωμάτων, αισθήσεων και συνειδήσεων. Στην «Ανάδυση» από το μπαούλο, εκεί όπου φυλάσσονται της μητέρας της τα «ασπρόρουχα τα αρωματισμένα» από τη μυρωδιά της γαζίας και λουσμένα από το «χρυσό της φως». Έτσι συνθέτει την «ωδή του χρόνου», τη «μνήμη». Σκοπός της είναι «Να αναδυθεί κι αυτή/ από τον κόσμο των σκιών/ σε μια άνοιξη ύστερης ανθοφορίας». Σαν την αρχή λοιπόν ενός παραμυθιού το «άνοιγμα» της συλλογής εμπλουτίζοντας, αλλά κυρίως αναιρώντας την παραδοσιακή του λειτουργία. Δεν παρηγορεί απλώς και καθόλου δεν συμβουλεύει ούτε οδηγεί σε έναν γλυκό ύπνο. Εμπνέει, καθηλώνει, επαγρυπνεί. Όπως και η μνήμη.
Αυτή που συμπυκνώνεται στο δαχτυλίδι μιας γυναίκας που «στο κεχριμπάρι του μετρά/ τα ίχνη του ποδηλάτη χρόνου», «τον αρραβώνα της ζωής/ το απάγκιο της γνώσης», «την κίνηση του αίματος/ που γράφει την αλήθεια,/ το αποτύπωμα, που στην ψυχή αφήνει/ ο μάγος χρόνος» («Η γυναίκα με το δαχτυλίδι»).
Σε αυτή την ανάδυση της μνήμης σημαίνουσα θέση έχει η «Μάνα, Γυναίκα». Το ποίημα είναι ύμνος δοξαστικός και ταυτόχρονα ικεσία, προσευχή, στήριγμα και ελπίδα στη γέννηση της γυναικείας ιδιότητας, στο πώς γίνεται -όχι μόνο στο ποια μπορεί να είναι: «Τοκετέ επώδυνε…Σε σένα πάντα θαρρετά ελπίζω».
Και μετά έρχεται η μνήμη του πρώτου έρωτα («Θα σε συναντήσω») σε τόπους φωτεινούς, θαλασσινούς που καταργούν τον χρόνο για να συναντηθούν τα σώματα «εκεί που σμίγουν οι γραμμές της ανοιχτής παλάμης, οι γραμμές του νου και της καρδιάς.
Οι μνήμες είναι αυτές που κουβαλάει στις «Αποσκευές» του ένας ξεριζωμένος, ένας μετανάστης που αφήνει τον γενέθλιο τόπο. Είναι οι αγαπημένες γωνιές του κήπου και του σπιτιού, τα αντικείμενα της καθημερινής ζωής και ο ήχος του «εσπερινού στο όμορφο ξωκκλήσι», οι θάλασσες των ιδεών στις οποίες ταξίδεψε, οι σημαίες που σήκωσε και τρύπησαν πια. Είναι τα αποτυπώματα των ανθρώπων που αλλάζουν, που γυρίζουν σελίδες αλλά και φυλάνε «τις χαρακιές σε χάρτινο καράβι,/ να λιάζονται στο φεγγαρόφωτο με τα ασημένια φύκια».
Το θέμα της μνήμης συνδέεται πάντα με το παρόν σαν ένα είδος αντίστιξης. Οι ανοιχτοί χώροι του παρελθόντος -τα τοπία, το σπίτι, οι χειρονομίες- μετατρέπονται σε κλειστούς, σκοτεινούς, λεηλατημένους πιά από τον χρόνο, την απουσία, τη σιωπή («Πριν το αύριο», «Το παλιό μου σπίτι»). Εμπεριέχουν όμως, σαν αγαθά στοιχειά, τις φωνές που κάποτε αντήχησαν σε αυτούς, τις μυρωδιές των λουλουδιών. Ίσως ένα είδος μετωνυμίας των ανθρώπων που τα κατοίκησαν και των πράξεών τους. Η μνήμη γίνεται συχνά η νοσταλγία ενός «χαμένου παράδεισου» όπως «Γενέθλιος τόπος» ή των όμορφων στιγμών της σχολικής ζωής («Θυμάσαι»), του πρώτου έρωτα («Ο πρώτος έρωτας») ή ένας απολογισμός ματαιώσεων («Αναζητήσεις») ή πλανών («Πλάνες»).
Από αυτήν την κοιτίδα βγαίνουν και οι αγάπες του παρόντος. «Ο δρόμος με τα περιστέρια» γίνεται αγαπημένη ιχνηλασία των εγγραφών όλων των «αγαπώ που ειπώθηκαν» στον απόηχο του «ηρωικού τους οίστρου», σε πείσμα όλων των «ανέραστων ήχων» που οδηγούν στη θανάτωσή τους. Γίνεται και η μήτρα που μεταπλάθει τις «Λέξεις τη νύχτα» σε «υγρή και καυτή» ύλη.
Κι αυτή τη μνήμη θέλει να προστατεύσει με μια «Μοβ ομπρέλα». Κι όχι μόνο την προσωπική μνήμη αλλά κι εκείνη των εποχών, των προγόνων, των σιωπών. Είναι εκείνη που γεννάει την επιθυμία που ριζωμένη στο παρελθόν παίρνει τη μορφή ενός δέντρου («Δέντρο θα ’θελα να ήμουν»). Έτσι θα φυλάει τη σιωπή και την αλήθεια, θα νιώθει τα θαύματα της φύσης, τις αλλαγές του καιρού. Θα προστατεύει τα πουλιά και τους ξενιτεμένους, το δίκιο, το φιλί, το χάδι, την ελπίδα να ψηλώσει ως τ’ αστέρια, να ταξιδεύει «στου καιρού (μου) τις συμπληγάδες πέτρες».
Η «Αργώ» που την βοηθάει να περάσει μέσα από αυτές είναι η δεύτερη ενότητα της συλλογής, τα «Κοχύλια της αυγής σε ψάθινο καπέλο». Εκεί αναφέρεται στην ομορφιά του ερωτευόμενου σώματος, του ουρανού, της θάλασσας, του μυαλού και του κορμιού, της αμαρτίας και του ελέους, των ονείρων και των πεσμένων λουλουδιών. Και κυρίως στην ομορφιά της ποίησης: «Στίχος είναι η ομορφιά, ψίθυρος, τραγούδι/ άλλοτε στα χείλη του ποιητή και άλλοτε στα μάτια εκείνου που μέσα του την κλείνει» («Η ομορφιά είναι παντού»). Και βρίσκει αυτή την ομορφιά στη ζωή των μικρών πλασμάτων, «στα υλικά της θάλασσας» που «φώτιζαν ό,τι έφτιαχναν με αυτά» την αυγή και το σούρουπο, «στον έρωτα». Κυρίως όμως στα «ροζιασμένα χέρια» και στις τρυφερές κινήσεις φροντίδας που κάνουν τη ζωή «χρόνο πολύτιμο και αργυρό» («Ζωή»). Κυρίαρχη έννοια σε αυτό το τμήμα του έργου είναι το πέρασμα και η φθορά του χρόνου που περνάει.
Είναι «Το αντάμωμά» τους με ενδιάμεσο τα σάπια φύλλα που υποδέχονται τα βήματα των ανθρώπων «με τη μυρωδιά τους», «με το απόσταγμά τους στο χώμα». Είναι το «αντάμωμα της ζωής με τον θάνατο/ στον τελευταίο ανασασμό της»…»το έσχατο προσκύνημα στην ομορφιά της ύπαρξης» που «αντιλαμβάνεται έστω την ύστατη στιγμή το θαύμα της ζωής». Το ποίημα, είναι από τα αγαπημένα μου, μου θύμισε τη συγκλονιστική συνομιλία του Γλαύκου προς τον Διομήδη, στην οποία παρομοιάζει τη φύση και την ασταθή φύση της ανθρώπινης γενιάς με αυτήν των φύλλων στην Ιλιάδα (Ζ, 149)
Καθώς των φύλλων, απαράλλαχτη κι η φύτρα των ανθρώπων:
άλλα απ᾿ τα φύλλα ρίχνουν οι άνεμοι στο χώμα κι άλλα πάλε
το δάσος ξεπετά τ᾿ ολόχλωρο την άνοιξη· παρόμοια
και των θνητών η μια ξεπέταξε κι η άλλη γενιά πεθαίνει.
Το μεταίχμιο του χρόνου μεταξύ ζωής και θανάτου αποτυπώνεται σε αρκετά ποιήματα της ενότητας. Είτε ως «Διλήμματα» που εγείρονται σε μια «γκρίζα και βροχερή» φθινοπωρινή ατμόσφαιρα, στιγματισμένα με «ερωτηματικά», «παύλες» και «αποσιωπητικά», ως οχήματα που εμπεριέχουν το παρελθόν, το παρόν, την υστεροφημία. Τότε «που η ψυχή μένει μετέωρη,/ αναποφάσιστη για τα «δεν» και «μη»/ τα «ναι» και «όχι». Έτσι ο χρόνος προς τη νύχτα («Η ώρα του δειλινού», «Το δείλι») γίνεται «ένα θεατρικό σκηνικό πλημμυρισμένο με χρώματα, σιωπηρό και γαλήνιο, σκηνικό μιας εκδημίας ή χρόνος που «νιώθεις ότι ελευθερώνεσαι και χαίρεσαι» γιατί υπάρχεις. Κι όταν προχωρήσει η νύχτα («Μεσάνυχτα και κάτι») κι έρχεται «Ο ύπνος» «σιωπηλός σαν χάδι, «προσωρινός θάνατος» προσφέρει τη διάρκειά του «όσο ένα αντίδωρο/ την ώρα της προσευχής,/ όσο ένα ερωτικό σκίρτημα αμοιβαίας αποδοχής».
Εκείνο που βαραίνει πάντως «Πριν από τη μεγάλη νύχτα» είναι η ζωή («Πριν από τη μεγάλη νύχτα ή είμαι ακόμη εδώ»). Αυτή που συμπυκνώνεται σε «ένα δόντι νεογιλό», «εκείνης της αγνής, της άσπιλης/ της άγριας ορχιδέας» και συνεχίζεται με τις αλλαγές που την καρπίζουν». Όπως ο «Αύγουστος», θριαμβικά στολισμένος με τους καρπούς του, ένα πανηγύρι αισθήσεων. Όπως ο «Σεπτέμβριος», χρόνος απολογισμού αλλά και προγραμματισμού «για τις φθίνουσες ώρες των ονείρων,/ παγιδευμένες μες το μακρύ διάστημα/ της χειμερίας νάρκης».
Ο χρόνος μετριέται και με τις νότες της θάλασσας καθώς είναι «αιώνιες, αρχέγονες, / πριν από τον άνθρωπο» («Ακούω τη θάλασσα»), τις «Απώλειες» που ανακαλούνται με τις λέξεις που τις αφηγούνται. Αλλά και λέξεις όπως αλήθεια, αρετή, αγάπη, ζωή είναι «πλεγμένες λέξεις/ σε κέντημα. / Μαγικές , ευσπλαχνικές/ με άχνη σιωπής στο στόμα του ποιητή» («Λέξεις»). Ή λέξεις που μένουν «μετέωρες», καθώς αδυνατούν να εκφράσουν ό,τι παλιότερα σήμαιναν: «Έγιναν αποδημητικά πουλιά,/ θάλασσα και μνήμη» («Το σημειωματάριο»).
Τελειώνει ο χρόνος με τον θάνατο; Όχι για τους μόνιμα διψασμένους που πίνουν το ευλογημένο νερό της στέρνας «ανυψώνοντας/ το κεφάλι στον ουρανό σαν σε προσευχή./ Και γελούν, γελούν δυνατά πετροβολώντας/ έτσι τον θάνατο/ ποτίζοντάς τον με εκείνες τις σταγόνες/ ανθισμένης λευτεριάς,/ που μόνο οι λεύτεροι λογιάζουν» («Σαν το νερό»).
Στην τελευταία ενότητα «Άνθρωποι και ίσκιοι» η ποιήτρια αποτυπώνει όψεις των ανθρώπων και των ίσκιων τους (;), μια πινακοθήκη χαρακτήρων ενός θεάτρου σκιών ή μια καταβύθιση στις σκιές του πλατωνικού σπηλαίου και στην προσδοκία για άνοδο στο φως της αλήθειας. Μπορεί οι ίσκιοι να είναι σκοτεινά σχήματα που συνοδεύουν τα ανθρώπινα σώματά τους, μπορεί να είναι τα συνοδά φαντάσματά τους ή να έχουν αυτά ανθρώπινες ιδιότητες και οι άνθρωποι τις σκιώδεις. Αυτά υπάρχουν στα ποιήματα με διάφορους τρόπους. Κυρίως όμως μου φαίνεται πως παραπέμπει στο Πινδαρικό «σκιάς όναρ άνθρωπος», για να σημάνει ότι ο άνθρωπος είναι σαν σκιά ενός ονείρου: πρόσκαιρος, παροδικός, φευγαλέος. Έτσι, όπως όταν ξοδεύει ή σπαταλά ελπίδες ή προσδοκίες («Αυταπάτες»).
Όμως αυτή η προσωρινότητα απορροφάται από τα «Παγκάκια» πάνω στα οποία κάθισαν για λίγο άνθρωποι. Γίνονται το όχημα για ένα πολυάνθρωπο ταξίδι στον χρόνο μέσα από τις χαραγμένες πάνω τους ιστορίες, γράμματα, σύμβολα και συμβολισμούς. Αποκτούν μνήμη και θυμούνται ό,τι ειπώθηκε και ό,τι δεν εκφράστηκε· ό,τι ήθελε να αρθρωθεί αλλά έμεινε «μετέωρο στο βάθος του λαιμού/ να πάλλεται». Τα παγκάκια γίνονται οι «άνθρωποι και οι ίσκιοι» τους.
Η Δήμητρα ιχνηλατεί και τα τραγικά ανεκπλήρωτα ερωτικά όνειρα των «αερικών της μέρας και της νύχτας» («Ιδιαίτεροι άνθρωποι»), τους φόβους που αποσυνθέτουν, στερούν, αναστέλλουν («Ο φόβος»), τις ματαιώσεις αισθήσεων και αισθημάτων που αναπληρώνονται όμως «θα κεντήσει μ’ ασημί κλωστή/ το στερημένο χάδι./ Θα δώσει το τελευταίο το φιλί οβολός στον χαμένο παράδεισο να γίνει.»
Στα όρια ανθρώπου και σκιάς βρίσκεται και η γενιά της («Είναι πολύ τυχερή η δική μου η γενιά») που έπαιξε σε αλάνες, «φύλαξε άνθη γαζίας και γιασεμιού σε φύλλα τετραδίων». Και καθώς μεγάλωνε «έχτισε… πελέκησε… φύλαξε… γήτεψε… σκαρφάλωσε… χόρεψε… ισορρόπησε… δραπέτευσε… κούρσεψε», αλλά και έφτιαξε «νέους δράκους». Κι από τα ύψη έπεσε στα βάθη, καθώς κάθε τι ωραίο έγινε πραμάτεια και πουλήθηκε «Αφήνοντας μια μνήμη μπάσταρδη/ μια ποίηση γυμνή/ στου Προκρούστη το κρεβάτι…»
Είναι ίσως μια από τις αποτυχίες αυτής της γενιάς η συνέχιση και κορύφωση πολέμων; Μια σειρά ποιήματα αυτής της ενότητας («Αμντάλλα», «Άμπλα», «Δεν είναι παραμύθι ο θάνατος», «Μαύρα πουλιά», «Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος», «Αναβιωμένη τραγωδία», «Για εσένα», «Διχασμένες μέρες», «Κάποια παιδιά μεγαλώνουν πολύ νωρίς») αποτυπώνουν τα αίμα που συνεχίζει να ρέει, τους καθημερινούς οιωνούς του θανάτου που κάνουν τις «λέξεις άχρηστες/ στην έρημο των στίχων» («Μαύρα πουλιά»). Και προσδοκά «Ένα φιλί/ για τα νεκρά παιδιά της Γάζας./ Για να ξυπνήσουν/ και να φτύσουν/ την πείνα και τον θάνατο/ στα κερωμένα πρόσωπά μας» («Δεν είναι παραμύθι ο θάνατος»). Τα παιδιά της Παλαιστίνης συνομιλούν με τα παιδιά των Τεμπών («Κάποια παιδιά μεγαλώνουν πολύ νωρίς») και ζητούν την Τίση.
Πολλά από τα ποιήματα αυτά εμπεριέχουν οπτικές και απτικές εικόνες που μοιάζουν με εξπρεσιονιστικούς πίνακες. Κυρίαρχα χρώματα είναι το λευκό (του χιονιού) και το κόκκινο (του αίματος). Η αίσθηση του κρύου του θανάτου μεταδίδεται δραματικά.
Επιμένει η Δήμητρα Παλαπάνη ότι όσο κι αν αργεί, θα έρθει η Άνοιξη. Εκείνη που ανοίγει παράθυρα, περνάει πάνω από τα συρματοπλέγματα και γκρεμίζει τα τείχη της ψυχής («Μα αργεί κι αυτή η Άνοιξη»). Παρά τις ήττες και τις «Προδομένες προσδοκίες», «Περπατάμε ακόμη κάτω απ’ τον ίδιο ήλιο./ Αβόλευτοι μες το λιοπύρι. /Άγρυπνοι με τα χέρια παγωμένα δίπλα/ στη φωτιά,/ μέχρι να ξημερώσει.»
Γιατί η Δήμητρα και η ποίησή της βρίσκονται «Εκεί που στάζει η ζωή». Στη «μυρωδιά της φλαμουριάς, στο πράσινο του σκίνου». Εκεί που σπάει η σιωπή: στη «φθαρμένη άμμο», το «καμένο βότσαλο», τη «σκιά της κλαίουσας ιτιάς», το «βρεγμένο κούτσουρο της ελιάς», το «καπνισμένο τσουκάλι της ανέχειας.». Εκεί που η καθημερινότητα των ανθρώπων καθαγιάζεται. Είναι στη φροντίδα των γονιών που κουβαλάνε τα φορτία και διασώζουν τα παιδιά από τον όλεθρο. Εκεί όπου οι νέοι διαλύουν τους φράχτες της ερημιάς «με σημαίνοντα τα δάχτυλα της νίκης».
Πίσω από της καταστροφή και στο έδαφός της η ποιήτρια βεβαιώνει:
«Αναθαρρεί η ελπίδα
Ποτισμένη από την αλμύρα των δακρύων
Και τον λεβεντοανθό της αναστημένης γης.»

































