Εκτύπωση
του Χρήστου Ρέππα,

Ο Δεκέμβρης του 1944 είναι από τα κορυφαία γεγονότα της νεοελληνικής ιστορίας, εκφράζει μια βαθιά ταξική και πολιτική σύγκρουση γύρω από το ζήτημα της εξουσίας, με την οποία ξεκινά η μεταπολεμική ανασυγκρότηση του αστικού κράτους στην Ελλάδα. Ο αστικός κρατικός μηχανισμός είχε καταρρεύσει από τον πόλεμο, τη γερμανική εισβολή, ενώ κατά τη διάρκεια της τριπλής κατοχής (1941-1944) είχε χάσει κάθε έρεισμα σε μεγάλο κομμάτι του λαού και ήταν στηριγμένος στο δοσιλογισμό, τον μαυραγοριτισμό, λειτουργούσε κάτω από την επιτήρηση των δυνάμεων κατοχής και απειλούσε σε καθημερινή βάση την άμεση επιβίωση των λαϊκών στρωμάτων (πείνα, δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας, μπλόκα, αποστολές σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία). Από την άλλη η δημιουργία του ΕΑΜ και η ταχύτατη μαζικοποίησή του φανέρωνε με τον πιο καθαρό τρόπο ότι στις ιδιαίτερες πολιτικά και κοινωνικά συνθήκες της κατοχής, μεγάλο κομμάτι των λαϊκών στρωμάτων είχε οργανωθεί πολιτικά σε επαναστατική κατεύθυνση, ακολουθώντας την πολιτική ή εντασσόμενο στο ΕΑΜ. Το ΕΑΜ είχε δημιουργήσει τους δικούς του θεσμούς επαναστατικής εξουσίας στην Ελεύθερη Ελλάδα καθώς και έναν αξιόμαχο μαζικό λαϊκό στρατό, τον ΕΛΑΣ, που σήκωσε το κύριο βάρος της στρατιωτικής αντιπαράθεσης με τον κατακτητή και τους Έλληνες συνεργάτες του.  

Ένα άλλο κομμάτι του αστικού πολιτικού κόσμου με τον Γεώργιο Γκλύξμπουργκ θα βρεθεί στη Μέση Ανατολή, συνεχίζοντας την από δημιουργίας του νεοελληνικού κράτους πολιτική του συμμαχία με τον βρετανικό ιμπεριαλισμό. Οργανώνεται εκεί στρατιωτικά, όχι τόσο για να συμβάλλει στα μέτωπα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όσο κυρίως για να συμβάλλει στη μεταπολεμική στερέωση της αστικής εξουσίας στην Ελλάδα.  Στα χρόνια της κατοχής υπάρχει μια διπλή στρατηγική επιλογή της ελληνικής αστικής τάξης και των πολιτικών της εκφραστών, με δύο κομμάτια που συντάσσονται και με τα δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα, ναζιστικό και συμμαχικό, ειδικά στην πρώτη φάση του πολέμου, όπου η έκβασή του ήταν αβέβαιη. Στην πορεία όλο και πιο πολύ και οι δύο αυτές μερίδες αστικού πολιτικού κόσμου στρέφονται εναντίον του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, είτε με την ανοιχτή και ακραία τρομοκρατική γραμμή της κυβέρνησης του Ι. Ράλλη και των Ταγμάτων Ασφαλείας είτε με την πιο επεξεργασμένη πολιτικά τακτική του αστικού κομματιού που βρίσκεται στη Μ. Ανατολή. Όλο και πιο πολύ ο αγώνας και των δύο αστικών πλευρών σ’ αυτή τη φάση αποκτά αντικομμουνιστικά χαρακτηριστικά, βλέποντας ότι με την ήττα του Άξονα και τη βέβαιη αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα υπάρχει ο κίνδυνος όχι μόνο της πολιτικής αλλαγής αλλά και της κοινωνικής Επανάστασης όσο κι αν κάτι τέτοιο δεν υπήρχε ως άμεσος στόχος ούτε στην πολιτική του ΕΑΜ ούτε του ΚΚΕ. Υπάρχει όμως ένας μαζικός επαναστατικός συνασπισμός εξουσίας (ΕΑΜ) με δική του κυβέρνηση (ΠΕΕΑ), θεσμοί της λαϊκής αυτοδιοίκησης και λαϊκής δικαιοσύνης και δικό του στρατό (ΕΛΑΣ).

Είναι φανερό ότι προς το τέλος της Κατοχής έχει διαμορφωθεί μια δυαδική εξουσία  η οποία θα λύνονταν είτε προς όφελος του ΕΑΜ είτε προς όφελος του αστικού πολιτικού κόσμου. Σ’ αυτή την αντιπαράθεση η μερίδα του αστικού πολιτικού κόσμου που προέρχεται από τη Μέση Ανατολή είναι αυτή που μπορεί να δώσει λύση στο πρόβλημα της εξουσίας στη μεταπολεμική Ελλάδα προς όφελος της αστικής τάξης. Και αυτό γιατί είχε  συμμαχήσει από την αρχή του πολέμου και βρέθηκε στο τέλος του στο στρατόπεδο των νικητών του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου αλλά και γατί στο προηγούμενο διάστημα είχε, όπως επισημάνθηκε και πιο πάνω, μια πολύ πιο επεξεργασμένη τακτική αντιμετώπισης του επαναστατικού αντιστασιακού κινήματος, τακτική που εκφράστηκε με τις Συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας, προώθησε στην πράξη την αποφασιστική αντιμετώπιση του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ και του ΚΚΕ σε στρατιωτικό επίπεδο στα Δεκεμβριανά και στη συνέχεια με τη συμφωνία της Βάρκιζας. Στο τέλος της κατοχικής περιόδου και μπροστά στη μεγάλη ανάπτυξη του Εαμικού κινήματος οι πολιτικές διαφορές στο αστικό στρατόπεδο μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα, βενιζελικοί και μοναρχικοί, γερμανόφιλοι και αγγλόφιλοι συνασπίζονται για την αντιμετώπιση του κοινού εχθρού. Είναι μια μεγάλη ικανότητα της αστικής τάξης να διαμορφώνει τις συμμαχίες που της χρειάζονται σε κάθε ιστορική στιγμή. Η συμμαχία αυτή παίρνει σάρκα και οστά στον Δεκέμβρη του 1944 με την από κοινού στράτευση όλων των αστικών πολιτικών δυνάμεων στη στρατιωτική συντριβή του ΕΛΑΣ στην Αθήνα. Κατοχικά τάγματα ασφαλείας, δυνάμεις της Χωροφυλακής και της Αστυνομίας, η Ταξιαρχία του Ρίμινι, μοναρχικοί και κεντρώοι, συμμαχούν και μαζί με τις δυνάμεις του Σκόμπυ δίνουν τη μάχη για την κατάληψη της πρωτεύουσας. Τη σημασία της συμμαχίας αυτής δεν την αντιλαμβάνεται η ηγεσία του ΕΑΜ και του ΚΚΕ αφού στις πρώτες μέρες του Δεκέμβρη επιλέγει να πολεμάει κατά των ελληνικών δοσιλογικών δυνάμεων και όχι κατά των βρετανικών, πιστεύοντας ότι θα έρθει σε πολιτικό συμβιβασμό μαζί τους. Στις 33 μέρες του Δεκέμβρη οι δυνάμεις αυτές πολεμούν το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ της Αθήνας με αποφασιστικότητα και πρωτοφανή σκληρότητα. Η σκληρότητα αυτή είναι καθοδηγημένη πολιτικά και αποτελεί επιλογή: «Είστε υπεύθυνος δια την τήρησιν της τάξεως εις τας Αθήνας και δια την καταστροφήν όλων των ομάδων του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ [.. ] μη διστάσετε να ενεργήσετε ως να ευρίσκεσθε εις μίαν υπό του στρατού πόλιν καταληφθείσαν, όπου έχει εκραγεί επαναστατικόν κίνημα […]. Πρέπει να κρατήσωμεν τας Αθήνας και να επιβληθώμεν. Εάν τούτο το επιτύχομεν χωρίς αιματοχυσίαν θα είναι κατόρθωμα δια σάς, αλλά και αιματοχυσίαν θα είναι επίσης κατόρθωμα, εάν αυτή είναι απαραίτητος. (Ουίνστων  Τσώρτσιλ, Απομνημονεύματα, βιβλ.  Α’, σελ. 255).

Η μάχη της Αθήνας έχει μια τεράστια σημασία: «Γιατί ένα τόσο μεγάλο και τόσο καίριο ζήτημα που αποκάλυψε η απελευθέρωση, το ζήτημα της εξουσίας, δεν ήταν δυνατόν ούτε να τεθεί ούτε να λυθεί στα κατσάβραχα. Μόνο στην Αθήνα μπορούσε να τεθεί με τόσο απόλυτο τρόπο, γιατί η Αθήνα δεν ήταν απλώς μια πόλη, έστω η πρωτεύουσα, αλλά ένα νέο κέντρο, το κέντρο της εαμικής παράταξης. Και η εαμική παράταξη ήταν υποχρεωμένη να δώσει αυτή τη μάχη σ’ αυτό το κέντρο, όσο κι αν προσπάθησε να το αποφύγει, αλλά και η αγγλοελληνική συμμαχία ήταν υποχρεωμένη να συντρίψει αυτό το νέο κέντρο, επί ποινή αποβολής για πάντα από την εξουσία… Η Εαμική παράταξη στα Δεκεμβριανά δεν έχασε μια μάχη, τη μάχη της Αθήνας, αλλά τον πόλεμο και μαζί μ’ αυτόν τις προοπτικές που επαγγέλλονταν» ( Άγγελος Γ. Ελεφάντης, Μας πήραν την Αθήνα, Διαβάζοντας την Ιστορία 1941 – 1950, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2003, σελ. 58-59).     

Στη φάση των Δεκεμβριανών αλλά και σ’ όλη την περίοδο της φασιστικής κατοχής, η ελληνική αστική τάξη έχει σαφή στόχευση και απόλυτη προσήλωση στον στόχο της: τη συντριβή, πολιτική και στρατιωτική, του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ και του ΚΚΕ. Γνωρίζει ότι η ανασυγκρότηση της πολιτικής της εξουσίας μεταπολεμικά είναι ασύμβατη με την ύπαρξη ενός τόσο ισχυρού επαναστατικού κινήματος. Γι’ αυτό δεν επιδιώκει κανέναν συμβιβασμό, καμιά ανακωχή μαζί του. Οι συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο προς την κατεύθυνση αυτή. Τις Συμφωνίες αυτές τις υπέγραψε και αποδέχτηκε η ηγεσία του ΕΑΜ και του ΚΚΕ και, αν και σύντομα και ειδικά τον Δεκέμβρη του ’44, θα γευτεί τους πικρούς καρπούς αυτών των συμφωνιών, ποτέ δε βγήκε έξω από το πολιτικό τους πλαίσιο. Όσο κι αν το ΕΑΜ και το ΚΚΕ κατηγορήθηκαν ότι στον Δεκέμβρη του ’44 επιχείρησαν την κατάληψη της εξουσίας, μόνο σε μια τέτοια προοπτική δεν κινήθηκαν. Αντίθετα, επιδίωξαν τον συμβιβασμό με τον αντίπαλο που αποδείχθηκε ανέφικτος. Η στρατηγική του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, η σχέση της με τις στρατηγικές επιλογές του διεθνούς και εγχώριου κομμουνιστικού κινήματος από τη δεκαετία του 1930 που διαμορφώθηκαν οι κυρίαρχες αντιλήψεις για τον χαρακτήρα της επανάστασης στην Ελλάδα ως μια διαδικασία δύο σταδίων, ενός αστικοδημοκρατικού και ενός καθαρά σοσιαλιστικού, η τακτική των λαϊκών Μετώπων είναι αυτές που διαμόρφωσαν και τη στρατηγική και τακτική του ΚΚΕ στα χρόνια της κατοχής.  

Με τη Συμφωνία της Καζέρτας ο ΕΛΑΣ εντάσσεται στο Συμμαχικό Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής, μετασχηματίζεται σε «εθνικό» στρατό και μπαίνει κάτω από την πολιτική και επιτελική διεύθυνση του βρετανικού ιμπεριαλισμού. Είναι το πρώτο βήμα για τη διάλυσή του. Ο Σκόμπυ θα απαιτήσει τον αφοπλισμό της Πολιτοφυλακής και του ΕΛΑΣ, της πρώτης την 1η Δεκέμβρη και του δεύτερου μέχρι τις 10 Δεκέμβρη. Στη συνέχεια οι υπουργοί του ΕΑΜ παραιτούνται και οργανώνεται συλλαλητήριο στις 3 Δεκέμβρη. Η διαδήλωση απαγορεύτηκε. Παρά την απαγόρευση η διαδήλωση με αρκετό κόσμο στο Σύνταγμα πραγματοποιήθηκε και πνίγηκε στο αίμα -27 νεκροί και 130 τραυματίες. Το σκηνικό της μεγάλης σύγκρουσης είχε ανοίξει.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here