της Σοφίας Χατζοπούλου,
Καλοκαίρι 1989…την γκρίζα γειτονιά στο κέντρο της Αθήνας σκεπάζει έvα βαρύ πέπλο θλίψης καθώς μαθαίνουμε ότι ένα 18χρονο κορίτσι σαν τα κρύα τα νερά δυο τρεις δρόμους πέρα από το σπίτι μου έδωσε τέρμα στη ζωή της, αφού έμαθε οτι δεν πέρασε στις πανελλήνιες.
Πήγε να μιλήσει με τον καθηγητή μαθηματικών της, να της εξηγήσει τα θέματα που είχε κάνει λάθος και να κανονίσει να ξαναρχίσει τα ιδιαίτερα μαθήματα για να ξαναδώσει την επόμενη χρονιά.
Κάθησε στον καναπέ. Φαινόταν ήρεμη και με θέληση για μια δεύτερη προσπάθεια, όπως είπε. Όπως συζητούσαν του ζήτησε αν θα μπορούσε να έχει ένα ποτήρι νερό. Ο καθηγητής πήγε στην κουζίνα για να της φέρει. Όταν επέστρεψε ο καναπές ήταν αδειος. Η πόρτα της βεράντας ανοιχτή. Η πλατιά βεράντα του πέμπτου ορόφου αδειανή…
Τότε δεν υπήρχαν σόσιαλ μίντια...τα νέα ταξίδευαν απο στόμα σε στόμα μέσα απο τρομαγμένα μάτια και άναρθρες κραυγές πόνου…
Ήμουν ένα χρόνο μικρότερη.
Του χρόνου θα έδινα κι εγώ εξετάσεις. Είχα ήδη νιώσει το πρεσάρισμα με τα φροντιστήρια. Ήδη απομνημόνευα ένα κάρο σελίδες σαν καλός παπαγάλος, ήδη ακολουθούσα σχέδια έκθεσης ιδεών που βασίζονταν σε ιδέες άλλων κι όχι δικές μου, μια σπουδή στην αλλοτρίωση για να μπω στο πανεπιστήμιο.
Μέσα σε όλη αυτή την πιεστική κατάσταση ήμουν τουλάχιστον τυχερή που δεν είχα πίεση, όπως άλλα παιδιά, από τους γονείς μου να περάσω, να πετύχω, να “μην πάνε στράφι τα χρήματα“,να ανταποκριθώ στα δικά τους ανεκπλήρωτα όνειρα και στις δικές τους φιλοδοξίες,
Παρόλα αυτά με συντάραξε πως ενα κορίτσι στην ηλικία μου δεν βρήκε καμία διέξοδο μέσα στην πίεση και την απόγνωση, το πως ειχε χτιστεί μέσα της ένας τοίχος απο λανθασμένες, ψεύτικες πεποιθήσεις σχετικά με την “αξία” , “την επιτυχία” , “την αριστεία“!
Τώρα, δεκαετίες μετά, ως εκπαιδευτικός στο δημοτικό βιώνω καθημερινά την κατάσταση παιδιων που κλαίνε επειδή δεν πήραν 10 σε ενα τεστ τριμήνου. Γονείς που ανησυχούν οτι το “παιδί δεν διαβάζει“, όσο κι αν τους διαβεβαιώνεις οτι είναι έξυπνο, δημιουργικό και κοινωνικό… όχι…η μηχανή έχει πάρει μπρος ήδη από τα τρυφερά χρόνια του δημοτικού..
Η ιστορία αυτή συνεχίζεται ακόμα και θα συνεχίζεται όσο η ύπαρξη των νέων ανθρώπων στριμώχνεται και αποτυπώνεται σε βαθμολογίες και εξέτασεις. Όταν η “αξία” του ανθρώπου μετριέται ως απόδοση με τα λεπτά της ώρας και τα σωστά τικ στα κουτάκια.
Εξετασιοκρατικό σύστημα, πανελλήνιες, εθνικό απολυτήριο, αριστεία, αξιολόγηση, φροντιστήρια, μαθητικά εργαστήρια, γονείς και παιδιά εγκλωβισμένοι σε ψέματα περί επιτυχίας κι ευτυχίας…
Μετά τα τελευταία θύματα αυτής της κατάστασης, τα δύο κορίτσια που μαζί έκοψαν το νήμα της ζωής τους πέφτοντας στο κενό, το διαδίκτυο γέμισε με αναρτήσεις εύκολες και ανεύθυνες που προσπάθησαν να κλινικοποιήσουν το γεγονός, βγάζοντας διάγνωση εξ αποστάσεως, ότι δηλαδή τα κορίτσια αυτά για να προβούν σε αυτή την πράξη έπασχαν από κατάθλιψη, διασπείροντας έτσι τον φόβο για αυτή τη νέα ‘ασθένεια’ της εποχής που χτυπά τους εφήβους και τους νέους.
Υπάρχει διαφορά όμως μεταξύ του πάσχω από κατάθλιψη και του ότι υφίσταμαι πράγματα που με καταθλίβουν και μου προκαλούν το αίσθημα της απόγνωσης.
Υπό αυτή την έννοια η κατάθλιψη και η αυτοκτονία δεν υπόκεινται ποτέ στην ‘ατομική ευθύνη’ αλλά είναι ένα φαινόμενο με βαθύ κοινωνικό. Γι αυτό και βλέπουμε να υπάρχει άνοδος τέτοιων φαινομένων σε περιόδους κρίσεων, όπως της οικονομικής κρίσης του 2008, ή της ανθρωπιστικής κρίσης μέσα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των μεταναστών, ή τον καιρό της πανδημίας.
Με τη φράση “πάσχει απο κατάθλιψη” αντικειμενοποιούμε κάτι το οποίο έχει αιτίες, κοινωνικές και πολιτικές. Βγάζουμε απο πάνω μας, εμείς, η ενήλικη κοινωνία ,την ευθύνη που έχουμε για αυτό που προσφέρουμε στα παιδιά μας, και το οποίο δεν είναι αντικειμενικό και αναπόφευκτο αλλά μπορεί να αλλάξει αν το θέλουμε και το πιστέψουμε.
Ακόμα κι αν μας ξεβολεύει αυτό, πρέπει να καταλάβουμε ότι η αυτοκτονία αφορά κατά πολύ το πως το άτομο βλέπει τον εαυτό του μέσα στην κοινωνία, τι δύναμη, ελπίδα και προοπτική μπορεί να πάρει από αυτήν, και υπό την έννοια αυτή είναι ένα ζήτημα βαθιά πολιτικό.. Σε μια κοινωνία νοσηρή, βασισμένη σε πολιτικές που προωθούν τον πλουτισμό, την κατανάλωση, την ανισότητα, τον ανταγωνισμό,την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια, σε μια κοινωνία ατομικιστική και υποκριτική ο νέος άνθρωπος αναμετριέται συνεχώς με όσα τον καταπιέζουν και τον αδικούν, με όσους τοίχους ορθώνονται μπροστά του.
Η κεφαλαιοποίηση της γνώσης, η εμπορευματοποίηση της εκπαίδευσης είναι ένας από αυτούς τους τοίχους και είναι παλιά υπόθεση εδώ στην Ελλάδα. Καμιά , μα καμιά , κυβέρνηση δεν έκανε κάτι ενάντια σε αυτό…αντιθέτως πολλές κυβερνήσεις ,και η τωρινή φυσικά, δούλεψαν και δουλεύουν ακριβώς για αυτό, προς όφελος όσων λυμαίνονται τον χώρο της παιδείας για να πλουτίσουν στις πλάτες των νέων, να εκμεταλλευτούν τα όνειρα τους, να τους ρουφήξουν κάθε τελευταία στάλα ζωντάνιας, δημιουργικότητας και μοναδικότητας…
Έτσι τους θέλουν όλους στη σειρά με το κεφάλι κάτω, λοιπόν, οδεύοντας προς τη μηχανή του κιμά. Ομογενοποίηση, τυποποίηση, προιόν στη μηχανή τους…
Μόνη λυση να βγεις απο τη γραμμη. Να αναποδογυρισεις το θρανίο και να τρέξεις προς τα κει που σε πάει η καρδιά σου, τα δικά σου όνειρα, οι δικές σου ανάγκες. Γιατί η ζωή είναι δικιά μας και δεν σας την χαρίζουμε!


































