Εκτύπωση
Της Αριάδνης Τακουρίδου,

Η απεργία πείνας είναι μια πράξη ακραίας αντίστασης. Δεν πρόκειται για ένα μέσο πίεσης απλό ή εύκολο· είναι η στιγμή που ο άνθρωπος, στερημένος από κάθε άλλο τρόπο να ακουστεί, μετατρέπει το ίδιο του το σώμα σε πεδίο αγώνα. Στην ιστορία, συναντάμε την απεργία πείνας ως έσχατη επιλογή κρατουμένων,πολιτικών ακτιβιστών, ακόμα και απλών πολιτών που ένιωσαν ότι η φωνή τους χάνεται μέσα στον θόρυβο της εξουσίας. Είναι μια πράξη που ισορροπεί ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο, απαιτώντας από την κοινωνία να δει αυτό που αλλιώς θα αγνοούσε.

Η περίπτωση του Ρούτση δεν μπορεί να ιδωθεί μεμονωμένα. Έρχεται σε μια περίοδο που η ελληνική κοινωνία βράζει από αγανάκτηση και απογοήτευση. Η τραγωδία των Τεμπών, με δεκάδες νέους ανθρώπους να χάνονται σε μια σιδηροδρομική γραμμή που είχε εδώ και χρόνια χαρακτηριστεί «παγίδα», σημάδεψε βαθιά το συλλογικό αίσθημα δικαιοσύνης. Οι πολίτες είδαν, για ακόμα μια φορά, πως η κρατική αμέλεια, η διαφθορά και η ατιμωρησία δεν είναι αφηρημένες έννοιες, αλλά παράγοντες που κοστίζουν ζωές. Μέσα σε αυτό το κλίμα, μια απεργία πείνας δεν είναι μόνο προσωπικό αίτημα. Είναι αντανάκλαση ενός κοινωνικού θυμού που δεν βρίσκει θεσμική διέξοδο. Όταν η Δικαιοσύνη μοιάζει να σέρνεται, όταν οι ευθύνες μετατοπίζονται αντί να αναλαμβάνονται, τότε ακόμα και μια μοναχική μορφή που αρνείται την τροφή, γίνεται σύμβολο.

Η Ελλάδα του 2025 μοιάζει να βρίσκεται σε ένα σημείο καμπής: από τη μια, οι πολίτες διεκδικούν διαφάνεια, δικαιοσύνη, αξιοπρέπεια. Από την άλλη, η πολιτική εξουσία δείχνει συχνά να προτιμά τον συμβιβασμό, τη συγκάλυψη και την επικοινωνιακή διαχείριση. Ανάμεσα σε αυτά τα δύο, η κοινωνία παλεύει να μην αποδεχτεί την κανονικοποίηση της αδικίας. Η απεργία πείνας του Ρούτση, λοιπόν, δεν είναι μια πράξη που αφορά μόνο τον ίδιο. Είναι ένας καθρέφτης που μας αναγκάζει να δούμε πόσο στρεβλή είναι η σχέση ανάμεσα στον πολίτη και στο κράτος. Και αν τελικά η κοινωνία επιλέξει να αγνοήσει αυτή τη φωνή, τότε θα είναι σαν να αποδέχεται ότι η σιωπή και η αδράνεια είναι η νέα κανονικότητα.

Η χθεσινή συγκέντρωση στο Σύνταγμα για την υπόθεση των Τεμπών έδειξε για άλλη μια φορά ότι η κοινωνία δεν σιωπά. Χιλιάδες άνθρωποι βρέθηκαν στον δρόμο ζητώντας δικαιοσύνη, όχι μόνο για τους 57 νεκρούς, αλλά και για την αλήθεια που ακόμα φαίνεται να κρύβεται. Αυτή η φωνή συναντά τις μνήμες από άλλες κραυγές που σημάδεψαν την ελληνική κοινωνία. Τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, που αποκάλυψε την σκόπιμη ανοχή και την αργοπορημένη αντιμετώπιση της Χρυσής Αυγής. Τον θάνατο του Ζακ Κωστόπουλου, που ανέδειξε προκαταλήψεις, συγκάλυψη και βαθιά δυσπιστία απέναντι στην αστυνομία και τη Δικαιοσύνη.

Σε όλες αυτές τις υποθέσεις, ο κοινός παρονομαστής είναι ένας: η αίσθηση ότι το κράτος δεν στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων. Ότι οι πολίτες έπρεπε να παλέψουν οι ίδιοι για να διατηρηθεί ζωντανή η μνήμη, να ασκηθεί πίεση, να ζητηθεί η στοιχειώδης δικαιοσύνη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ακόμα και μια απεργία πείνας, όσο προσωπική κι αν είναι, εντάσσεται σε μια συλλογική αφήγηση: στην επιμονή μιας κοινωνίας που αρνείται να αποδεχτεί την αδικία ως κανονικότητα.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here