Α. Η Προϊστορία των νεοφιλελευθέρων μεταρρυθμιστικών εγχειρημάτων στην ελληνική εκπαίδευση.
Στο διάστημα των έξι χρόνων που η κυβέρνηση της Ν.Δ βρίσκεται στην εξουσία έχουν προωθηθεί στο χώρο της εκπαίδευσης σοβαρές από την άποψη του κοινωνικοπολιτικού τους προσανατολισμού τομές. Πρόκειται για τομές μεγάλου βάθους που αλλάζουν τον μέχρι σήμερα χαρακτήρα του σχολείου και του Πανεπιστημίου, στην κατεύθυνση της δημιουργίας ενός νέου εκπαιδευτικού συστήματος , όπου η επιχειρηματική λογική θα «χρωματίζει» τη λειτουργία τους, το περιεχόμενό τους και τον προσανατολισμό τους.
Από το 2019 και μετά εξελίσσεται ένα νέο κύμα νομοθετικών πρωτοβουλιών στον εκπαιδευτικό χώρο με συγκεκριμένο ιδεολογικό και πολιτικό στίγμα , νεοσυντηρητικό – νεοφιλελεύθερο (Γ.Γρόλλιος – Τ. Λιάμπας, 2021). Το νέο αυτό κύμα έχει τα χαρακτηριστικά μιας εντεινόμενης μεταρρυθμιστικής πρωτοβουλίας που προσπαθεί να κερδίσει το χαμένο χρόνο άλλων αντίστοιχων πρωτοβουλιών που από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 , στην αναμέτρησή τους με το εκπαιδευτικό κίνημα στέφθηκαν από απανωτές αποτυχίες. Ένας ορισμένος κοινωνικοπολιτικός συσχετισμός δυνάμεων (1990-2019) καθυστέρησε αρκετά και σε ορισμένες περιπτώσεις ακύρωσε νεοφιλελεύθερα μεταρρυθμιστικά εγχειρήματα1 που σε άλλες ευρωπαϊκές , αμερικανικές και ασιατικές χώρες έχουν εδραιωθεί από την αρχή έως και όλη τη διάρκεια της συγκεκριμένης περιόδου.
Το σκηνικό επιβολής καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων στην ελληνική εκπαίδευση είναι ένα σύνολο προσπαθειών που ξεκινούν από τις αρχές της δεκαετίες του 1990 και είναι απότοκο των μεγάλων κοινωνικοπολιτικών αλλαγών που γίνονται στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, με καταλύτη την κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου. Αυτό οδηγεί στη διάλυση της μεταπολεμικής σοσιαλδημοκρατικής συναίνεσης στον δυτικό καπιταλιστικό κόσμο και την κυριαρχία των αγορών και του νεοφιλελευθερισμού. Είναι μια νέα ιστορικά εποχή στην οποία ο καπιταλισμός αποχτά ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά, εντάσσει ουσιαστικά μια σειρά κοινωνικές λειτουργίες στην κερδοφορία του κεφαλαίου και τις μετατρέπει σε εμπορεύματα. Η τάση αυτή του μετασχηματισμού είναι πανευρωπαϊκή και παγκόσμια.
Ιστορικά για την περίπτωση της εκπαίδευσης ξεκινάει από τη θατσερική Αγγλία του τέλους της δεκαετίας του 1980 με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1988. Η μεταρρύθμιση αυτή αποτέλεσε και το πρότυπο για τη διάχυση των νεοφιλελεύθερων εκπαιδευτικών πολιτικών στην υπόλοιπη Ευρώπη, μέσω εκθέσεων και παρεμβάσεων Διεθνών Οργανισμών , Παγκόσμια Τράπεζα και ο Ο.Ο.Σ.Α. Στα μέσα της δεκαετίας του 1980 εμφανίζεται στη Μ.Βρετανία αλλά και σε άλλες χώρες(Αυστραλία, Καναδάς, Γερμανία, κ.α) κάτω από την ηγεμονία των ιδεών της ιδιωτικοποίησης, η ιδέα της αυτονομίας των σχολείων. Ένας ορισμένος συνδυασμός της παιδοκεντρικής θεωρίας που κυριαρχούσε την εποχή εκείνη στα σχολεία της Μ.Βρετανίας με τις νεοφιλελεύθερες θέσεις για ελευθερία της επιλογής οδήγησε στην ιδέα της αυτονομίας των σχολείων. Σύμφωνα με τις απόψεις αυτές «η πρόσβαση όλων των παιδιών σε επαρκή εκπαίδευση δεν σημαίνει ότι όλα τα παιδιά πρέπει να εκπαιδεύονται σε κρατικά σχολεία.» (Α. Περπερίδου, 2024, 74). Σύμφωνα με την αντίληψη της αυτονομίας τα ίδια τα σχολεία είναι αυτά που θα πρέπει ν’ αποφασίζουν για το ύψος των μισθών των εκπαιδευτικών και για το ύψος των διδάκτρων των μαθητών.(Α. Περπερίδου , 2024, 74). Είναι φανερό ότι η ιδέα της αυτονομίας εκφράζει τη λογική της ιδιωτικοποίησης της δημόσιας εκπαίδευσης και στηρίζεται από τη μια στο σύστημα των κουπονιών που επεξεργάστηκε ως μηχανισμό χρηματοδότησης των σχολείων ο θεμελιωτής του νεοφιλελευθερισμού M.Friedman και στην γονεϊκή επιλογή σχολείου. 2
Πολιτικά ο νεοφιλελευθερισμός εκφράζει την απάντηση του κεφαλαίου στην κρίση υπερσυσσώρευσης του συστήματος, που ξεκινά από το 1973. Η απάντηση αυτή περιλαμβάνει την ανατροπή ιστορικών εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων, τη διάλυση της σταθερής και μόνιμης εργασίας, την επέκταση της ελαστικής, την εμπορευματοποίηση δημόσιων κοινωνικών αγαθών και την ένταξη κάθε πλευράς της κοινωνικής ζωής στην απελευθερωμένη από τον κρατικό παρεμβατισμό της σοσιαλδημοκρατικής περιόδου, καπιταλιστική αγορά. Εκφράζει ακόμα τη στρατηγική της διεθνοποίησης του κεφαλαίου που αναδύεται μέσα από την κρίση και αποτελεί την προσπάθεια για το ξεπέρασμά της. Η πλήρως απελευθερωμένη αγορά είναι ο απόλυτος ρυθμιστής της οικονομίας , των εργασιακών σχέσεων αλλά και δημόσιων κοινωνικών αγαθών (υγεία, παιδεία, μεταφορές) που με την ένταξή τους στον μηχανισμό της μετατρέπονται σε εμπορεύματα.
Ιδεολογικά ο νεοφιλελευθερισμός γίνεται κυρίαρχη ιδεολογία μέσα από τον μετασχηματισμό του περιεχομένου βασικών εννοιών όπως η δημοκρατία, η ελευθερία αλλά και η ίδια η εκπαίδευση. Οι έννοιες αυτές νοηματοδοτούνται διαφορετικά από τη νοημτοδότησή που είχαν στην προηγούμενη ιστορική περίοδο της σοσιαλδημοκρατικής συναίνεσης. Από πολιτικές έννοιες που είχαν να κάνουν με τη διεκδίκηση και τη διεύρυνση δικαιωμάτων μετατρέπονται σε οικονομικές και καταναλωτικές πρακτικές μέσα από τις οποίες έχουμε τη διεκδίκηση επιθυμιών.3
Μια σειρά αστικά μεταρρυθμιστικά επιχειρήματα με τη στήριξη και την επεξεργασία τους από διεθνείς οργανισμούς του κεφαλαίου , όπως ο Ο.Ο.Σ.Α και η Ευρωπαϊκή Ένωση, θα επιχειρηθεί να νομοθετηθούν και να μετασχηματίσουν θεσμικά το τοπίο της ελληνικής εκπαίδευσης. Στην κατεύθυνση αυτή κινούνται εκθέσεις του Ο.Ο.Σ.Α το 1995 , που αποτέλεσε τη «θεωρητική» βάση της μεταρρύθμισης του 1997, η έκθεση του 2011 , επί Υπουργίας της Άννας Διαμαντοπούλου, το Προεδρικό Διατάγματα 152/2013 , επί Υπουργίας Κ. Αρβανιτόπουλου , τους νόμους 4547/17 και 4589/19 του ΣΥΡΙΖΑ και τη έκθεση του Ο.Ο.Σ.Α της εποχής «Εκπαίδευση για ένα Λαμπρό Μέλλον στην Ελλάδα». Μ΄ αυτές τις θεωρητικές του παρεμβάσεις και με τους σχεδιασμούς – προτάσεις του προς τις κυβερνήσεις της εποχής αμφισβήτησε το δικαίωμα στη δημόσια εκπαίδευση και στον δωρεάν χαρακτήρα της , επιχείρησε τη διάλυση των εργασιακών δικαιωμάτων των εκπαιδευτικών και άνοιξε το δρόμο για τη ισχυροποίηση της ελαστικής εργασίας, πρότεινε την ίδρυση ιδιωτικών ΑΕΙ, κατήγγειλε τη συνδικαλιστική δράση των εκπαιδευτικών, θεώρησε υψηλές τις μορφωτικές απαιτήσεις των ελληνικών οικογενειών για τα παιδιά τους. Διακηρυγμένος στόχος για την εκπαίδευση από την κυβέρνηση της Ν.Δ, που περιλαμβάνεται και στο πρόγραμμά της είναι η ελεύθερη επιλογή σχολείου από τους γονείς (Χρ. Ρέππας, ΣΕΛΙΔΟΔΕΙΚΤΗΣ, 21,2024,16). Ο στόχος αυτός δεν έχει γίνει σήμερα πραγματικότητα γιατί δεν έχουν προχωρήσει σε βάθος μια σειρά αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα που είναι προϋπόθεση για την εφαρμογή ενός τέτοιου μέτρου.
Δηλαδή η ανάπτυξη ενός συστήματος αξιολόγησης των σχολικών μονάδων που μέσω της δημοσιοποίησης των επιδόσεων θα προωθούσε τη συγκριτική κατάταξη τους και θα επέτρεπε τη λειτουργία μηχανισμού γονεϊκής επιλογής. Παράλληλα προϋποθέτει τη μετατροπή των σχολείων σε αυτόνομες μονάδες που θα βρίσκονται σε σχέση ανταγωνισμού μεταξύ τους τόσο για την προσέλκυση οικονομικών πόρων όσο και μαθητικής πελατείας (Χρ. Ρέππας, ΣΕΛΙΔΟΔΕΙΚΤΗΣ ,21, 2024,17).Προς τη κατεύθυνση υλοποίησης της ελεύθερης επιλογής σχολείου λειτουργεί η δημιουργία πρότυπων και πειραματικών σχολείων και η δημιουργία των Ωνάσειων Σχολείων.
Β. Αξιολόγηση και εκπαιδευτική αναδιάρθρωση. Η σημερινή συγκυρία
Η επιβολή της αξιολόγησης στην εκπαίδευση σήμερα είναι στρατηγικού χαρακτήρα επιλογή για την αστική εκπαιδευτική πολιτική και για την καπιταλιστική αναδιάρθρωση των εκπαιδευτικών συστημάτων , την υπαγωγή τους δηλ. και ουσιαστικά στις σημερινές απαιτήσεις του κεφαλαίου. Ένας επιχειρηματικός τύπος σχολείου δεν μπορεί παρά ν’ απαιτεί τη διαφοροποίηση (μαθητών) και τη χειραγώγηση και υποβάθμιση της εργασίας των εκπαιδευτικών. Την ίδια τη διαφοροποίηση των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Μια τέτοια εκπαιδευτική πολιτική που έχει συγκεκριμένο ταξικό πρόσημο(ουσιαστική υπαγωγή της εκπαίδευσης στην καπιταλιστική κερδοφορία) και σαφές ιδεολογικοπολιτικό στίγμα (νεοφιλελεύθερο/νεοσυντηρητικό) απαιτεί τον ιεραρχικό έλεγχο μέσω τυποποιημένων και προκαθορισμένων στόχων, την υποκατάσταση της γνώσης από τη δεξιότητα για τη μεγάλη πλειοψηφία του μαθητικού πληθυσμού , την ποσοτικοποίηση του εκπαιδευτικού έργου και της διδασκαλίας και την εισαγωγή τεχνοκρατικών δεικτών για τη μέτρηση και ιεραρχική κατάταξή τους. Επιπλέον καθοριστικό στοιχείο της στερέωσης αυτών των αλλαγών είναι η κυριαρχία της κουλτούρας της υποταγής και της συμμόρφωσης στα υποκείμενα της εκπαιδευτικής διαδικασίας απέναντι σε κάθε τάση κριτικής ενατένισης της πραγματικότητας, διεκδίκησης της ολότητας της γνώσης και κατανόησης της κοινωνικής λειτουργίας της εκπαίδευσης στη σημερινή κοινωνική πραγματικότητα.
Η ιστορική αυτή καθυστέρηση βαραίνει συνολικά για την αναδιάρθρωση του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού και διαμορφώνει τα βασικά χαρακτηριστικά της ακολουθούμενης πολιτικής από το ΥΠΑΙΘ προς τα σχολεία , τους εκπαιδευτικούς και το εκπαιδευτικό κίνημα. Ο ακραίος κρατικός αυταρχισμός προς τον κόσμο της εκπαίδευσης δεν είναι ένα συγκυριακό φαινόμενο, απλό αποτέλεσμα των σημερινών δυσκολιών που αντιμετωπίζει σήμερα στην εφαρμογή της η πολιτική αυτή , είναι πρώτιστα προσπάθεια να κερδηθεί ο χαμένος χρόνος σε μια συγκυρία που κρίνεται ευνοϊκή για την εφαρμογή της νεοσυντηρητικής πολιτικής.
Επιπλέον η περίοδος της πανδημίας δεν επέφερε τα αναμενόμενα στην κρατική εξουσία όσον αφορά την προώθηση των επιδιωκόμενων αναδιαρθρώσεων στην εκπαίδευση , όπως έγινε σε άλλες χώρες όπου λειτούργησε καταλυτικά το δόγμα του σοκ και στους χώρους της εκπαίδευσης. Καταλυτικός παράγοντας γι’ αυτό ήταν και είναι η ύπαρξη ενός εκπαιδευτικού κινήματος με βάθος αναλύσεων για τον χαρακτήρα των επερχόμενων αλλαγών με ταξικό προσανατολισμό στους στόχους του και συστηματική , καθημερινή επαφή με τα σχολεία, τους εκπαιδευτικούς, τους μαθητές και τους γονείς που αμφισβητεί έμπρακτα αυτή την πολιτική και επιδιώκει την ανατροπή της. Το κίνημα αυτό ήταν κίνημα βάσης και αναδύθηκε μέσα από τις Γενικές Συνελεύσεις των πρωτοβάθμιων σωματείων και συνεχίστηκε με τον πανελλαδικό συντονισμό τους.
Από τον πρώτο καιρό της ανάδειξης στην εξουσία της Ν.Δ τα δείγματα της αυταρχικής γραφής και νεοσυντηρητικού προσανατολισμού ήταν σαφή. Κατάργηση του Πανεπιστημιακού Ασύλου (άρθρο 64, ν. 4623/2019) με δυνατότητα εισόδου αστυνομικών δυνάμεων στις πανεπιστημιακές σχολές χωρίς έγκριση των πρυτανικών αρχών, δημιουργία στη συνέχεια σώματος πανεπιστημιακής αστυνομίας , δυνατότητα στους αποφοίτους των ιδιωτικών κολλεγίων για διορισμό στην εκπαίδευση , ενώ το 20% της χρηματοδότησης των πανεπιστημίων θα εξαρτάται από την αξιολόγησή τους. Καθιέρωση της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής στα Πανεπιστήμια , επαναφορά της διαγωγής στα απολυτήρια των γυμνασίων , αύξηση των εξεταζομένων μαθημάτων , αντικατάσταση της κοινωνιολογίας από τα Λατινικά στις Πανελλαδικές Εξετάσεις.
Καθοριστικής σημασίας για την προώθηση νεοσυντηρητικών και νεοφιλελευθέρων αλλαγών στην εκπαίδευση είναι η ψήφιση των νόμων 4692/2020 και 4823/21. Οι νόμοι αυτοί αποτελούν τη συνέχεια με πιο αυταρχικούς όρους των αντίστοιχων νόμων της δεκαετίας του 2010-20 και μετά με ανάλογο περιεχόμενο προτάσεων και προσανατολισμών.
Ο νόμος 4692/20 εισάγει μια σειρά τομές που ανοίγουν το σκηνικό της αναδιάρθρωσης στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση.4 Δημιουργία εργαστηρίων δεξιοτήτων , η σημείωση της διαγωγής στους τίτλους σπουδών, η δημιουργία Τράπεζας Θεμάτων (διαβαθμισμένης δυσκολίας) , η δημιουργία πρότυπων και πειραματικών σχολείων με σαφή προσπάθεια διαφοροποίησης του μαθητικού πληθυσμού, εισαγωγή ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων στη λειτουργία του σχολείου (Δ.Ε.Π.Π.Σ μεριμνά για την προσέλκυση δωρεών , χορηγών και κάθε είδους παροχών) και εισάγει νέα μορφή συλλογικού προγραμματισμού του εκπαιδευτικού προγραμματισμού του εκπαιδευτικού έργου (σε αντικατάσταση του άρθρου 47 του ν. 4547/2018). Διαμόρφωση Ομάδων για την αξιολόγηση της λειτουργίας της σχολικής μονάδας τόσο σε διοικητικό – οργανωτικό όσο και παιδαγωγικό – διδακτικό επίπεδο.
« Ο Σύλλογος Διδασκόντων θέτει θέματα που θα επιλέξει , συγκεκριμένους στόχους για τη βελτίωση του διδακτικού – εκπαιδευτικού έργου , καθώς και της οργανωτικής – διοικητικής λειτουργίας της σχολικής μονάδας , σχεδιάζει τις απαιτούμενες δράσεις για την επίτευξή των στόχων που τίθενται, προσδιορίζει τις διαδικασίες και εξειδικεύει τα μέσα που θα αξιοποιήσουν ο Διευθυντής και οι εκπαιδευτικού της σχολικής μονάδας και ακολούθως παρακολουθεί και αξιολογεί την υλοποίηση αυτών των στόχων.» Ο προγραμματισμός υλοποιείται σε διάφορες φάσεις καθ όλη τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς και το έργο των διαφόρων φάσεων και η έκθεση τελικής αποτίμησης αναρτώνται σε ειδική πλατφόρμα του ΙΕΠ.
Ακόμα ατομική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, πειθάρχηση στους στόχους της κρατικής εκπαιδευτικής πολιτικής, υποβάθμιση της εργασίας, άρση της μονιμότητας , εργασιακό σώμα σε ομηρεία. Η αξιολόγηση ανάγεται , στις διάφορες μορφές της , σε στρατηγικού χαρακτήρα εργαλείο της συγκεκριμένης εκπαιδευτικής πολιτικής και της ίδιας της αναδιάρθρωσης της εκπαίδευσης. Είναι το βασικότερο εργαλείο με το οποίο μπορούν να υλοποιηθούν οι στόχοι της ιδιωτικοποίησης – εμπορευματοποίησης του σχολείου. Περιλαμβάνει την εντατική αξιολόγηση του μαθητικού πληθυσμού καθ όλη τη διάρκεια της διαδρομής του στη σχολική εκπαίδευση με στόχο την ενίσχυση της επιλεκτικής λειτουργίας του σχολείου , την κοινωνική – ταξική διαφοροποίηση του μαθητικού πληθυσμού και τη στροφή μεγάλου μέρους μαθητών προς την κατάρτιση /μαθητεία. Εσωτερική αξιολόγηση της σχολικής μονάδας που μετακυλά την ευθύνη της εκπαιδευτικής πολιτικής στην ίδια τη σχολική μονάδα, εξαναγκάζοντάς την να λειτουργήσει ανταγωνιστικά κατά το επιχειρηματικό πρότυπο. Εξετάσεις διαγνωστικού επιπέδου σε εθνικό επίπεδο (PISA) για την κατηγοριοποίηση των σχολείων και μέσω της δημοσίευσης των αποτελεσμάτων να οδηγηθούμε στην ελεύθερη επιλογή σχολείου που είναι διακηρυγμένος στόχος της σημερινής κυβέρνησης και του προγράμματος της Ν.Δ. Όσο κι αν η πολιτική της σχολικής αυτονομίας εμφανίζεται ως καθεστώς αυτονομίας και ελευθερίας δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο. Είναι ανοιχτή αμφισβήτηση της έννοιας της δημόσιας εκπαίδευσης και μηχανισμός επιβολής του επιχειρηματικού προτύπου στη λειτουργία του σχολείου. Σχολείο που θα λειτουργεί κατά τον τρόπο που θα λειτουργούν οι επιχειρήσεις και θα καλύπτει τις ανάγκες του μέσω της αγοράς. (χορηγοί, εμπορευματοποίηση των χώρων του κ.λ.π).
Νεοφιλελευθερισμός , κράτος και αγορά.
Ο νεοφιλελευθερισμός, όπως έχει αποδείξει ο M.Apple, σε αντίθεση με τον κλασσικό φιλελευθερισμό χρησιμοποιεί τον κρατικό παρεμβατισμό για να πετύχει τους στόχους του. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει «Ενώ ο κλασσικός φιλελευθερισμός αντιπροσωπεύει μια αρνητική αντίληψη της κρατικής εξουσίας, με την έννοια ότι το άτομο έπρεπε να θεωρηθεί ως ένα αντικείμενο που πρέπει ν’ απελευθερωθεί από τις κρατικές παρεμβάσεις ο νεοφιλελευθερισμός έχει καταλήξει να αντιπροσωπεύει μια θετική αντίληψη που παίζει το κράτος για τη δημιουργία μιας κατάλληλης αγοράς, παρέχοντας τις προϋποθέσεις, τους νόμους και τους θεσμούς που απαιτούνται για τη λειτουργία της. Ο κλασσικός φιλελευθερισμός θεωρεί ότι το άτομο έχει μια αυτόνομη, ανθρώπινη φύση που μπορεί να εξασκήσει την ελευθερία. Στο νεοφιλελευθερισμό το κράτος επιδιώκει να δημιουργήσει ένα άτομο που είναι ένας ανταγωνιστικός και εφευρετικός επιχειρηματίας.» (Apple, 2002, 100). Η μετατροπή των υποκειμένων σε ανταγωνιστικούς και εφευρετικούς επιχειρηματίες έχει ως βασικές προϋποθέσεις την ύπαρξη και τη λειτουργία ισχυρών και αποτελεσματικών μηχανισμών ελέγχου και επιτήρησης και τη δημιουργία τυποποιημένων δεικτών αποτελεσματικότητας. Στα πλαίσια αυτά , σημειώνει ο Apple , «στις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις λειτουργούν δύο τουλάχιστον αλληλένδετες δυναμικές , οι «ελεύθερες» αγορές και η αυξημένη επιτήρηση.» (Apple,2002, 116). Το εκτεταμένο θεσμικό πλαίσιο εξετάσεων και η δημιουργία ισχυρών μηχανισμών αξιολόγησης παρέχει τη βάση το εκπαιδευτικό σύστημα να λειτουργήσει σε επιχειρηματική βάση. Τη θεσμική βάση αυτού του μετασχηματισμού τη διαμορφώνει το κράτος.
Η κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού είναι συνυφασμένη με τη διαμόρφωση ενός νέου τύπου ανθρώπου, του άνθρωπου – καταναλωτή που η συνείδησή του και η συμπεριφορά του διαποτίζονται από τον ωφελιμισμό και την ιδιοτέλεια. Χαρακτηρίζεται από την αγοραία ορθολογικότητα, στην κυριαρχία της οποίας η εκπαίδευση παίζει καθοριστικό ρόλο. Ο μετασχηματισμός που συντελείται σε σχέση με το κράτος είναι ότι νεοφιλελεύθερο(αστικό) κράτος είναι κράτος υπό την επιτήρηση της αγοράς. Μετασχηματίζονται επίσης και οι όροι νομιμοποίησης της κυριαρχίας. Η εκπαίδευση παίζει έναν καθοριστικό ρόλο στη νομιμοποίηση αυτή με την προσπάθεια για την εσωτερίκευση των αγοραίων αξιών από τους μαθητικούς και φοιτητικούς πληθυσμούς, χάνοντας τον δημοκρατικό της χαρακτήρα (Α. Γεωργούλας, 491-493).
Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές του ανοίγματος στις αγορές μπορούν όχι μόνο να συνυπάρχουν αλλά να συνδέονται οργανικά με παραδοσιακές συντηρητικές αστικές αξίες που αφορούν το έθνος, τη θρησκεία, την οικογένεια και όλη την παραδοσιακή κοινωνική τάξη πραγμάτων, για την οποία προωθείται μια εξιδανικευμένη εικόνα ενός ιδανικού παρελθόντος που κινδυνεύει να διαλυθεί εξαιτίας της κρίσης αλλά και της δράσης ριζοσπαστικών κινημάτων στην εκπαίδευση και την κοινωνία και της επιρροής των ιδεών τους. Αυτό μπορεί να διαμορφώσει μια αντιφατική πολιτική και κοινωνική συμμαχία ανάμεσα νεοφιλελεύθερους και νεοσυντηρητικούς κύκλους και δημιουργεί ισχυρές βάσεις για την κυριαρχία των πολιτικών της αγοράς στην εκπαίδευση. Στους ισχυρούς ελεγκτικούς και πειθαρχικούς μηχανισμούς που διαμορφώνει το νεοφιλελεύθερο αστικό κράτος οι νεοσυντηρητικοί προσβλέπουν στη στερέωση των αξιών τους τόσο στην εκπαίδευση όσο και στην κοινωνία. Στο πλαίσιο αυτό προσβλέπουν στον αυστηρό έλεγχο και τη χειραγώγηση της εργασίας των εκπαιδευτικών το έργο των οποίων περιβάλλουν με τη μέγιστη ανεμπιστοσύνη και οι δύο πλευρές. Με την ανάπτυξη αυταρχικών συστημάτων αξιολόγησης και ανάλογων μηχανισμών πειθαρχικών μηχανισμών ελέγχου η κάθε πλευρά επιδιώκει την επίτευξη των δικών της στόχων.
Μέσω συστημάτων αξιολόγησης που διαμορφώνονται από την πολιτική εξουσία, προωθούν την εξάρτηση της οικονομικής χρηματοδότησης των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων από την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων. Τα δημόσια ιδρύματα και τα σχολεία εκβιάζονται έτσι να προσχωρήσουν στη λογική της αγοράς για την ικανοποίηση των αναγκών τους. Αν στο σύστημα της «εσωτερικής αξιολόγησης του εσωτερικού προγραμματισμού της σχολικής μονάδας» που η δομή του είναι συγκεντρωτική, γραφειοκρατική και τεχνοκρατική προσθέσουμε και την κατάργηση των σχολικών επιτροπών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης τότε βλέπουμε να δικαιώνεται η άποψη του M.Apple για τη σχέση κρατικού συγκεντρωτισμού και προσανατολισμού προς την αγορά.
Χαρακτηριστικό της λογικής του κρατικού συγκεντρωτισμού που διέπει την όλη διαδικασία είναι ότι «οι άξονες – αναφορές του συλλογικού προγραμματισμού και των σχεδιασμένων δράσεων και ερευνητικών διαδικασιών, οι τρόποι προσέγγισής τους καθώς και ο τύπος και το ειδικότερο περιεχόμενο της έκθεσης της παρ. 9 δύνανται να καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων που εκδίδεται ύστερα από πρόταση της Α.ΔΙ.Π.Π.ΔΕ και του Ι.Ε.Π» (ν.4692/20, αρθ.33.παρ.10 ). Είναι δε χαρακτηριστικό ότι η επιβολή τέτοιων πολιτικών χαρακτηρίζεται από την αποδυνάμωση της συλλογικότητας και της δημοκρατίας μέσα στο σχολείο , την ενίσχυση της μονοπρόσωπης εξουσίας του διευθυντή, ο οποίος μετατρέπεται σε οικονομικό μάνατζερ, αυτονομείται από τον Σύλλογο Διδασκόντων, ενώ δεκαετίες μετά ξαναγυρίζουμε στο παλιό πριν το 1982 πρότυπο όπου συνενώνονται στο πρόσωπό του διοικητικές και παιδαγωγικές αρμοδιότητες.
Κυρίαρχη πρακτική αναδεικνύεται ο διοικητισμός, η άνοδος λεπτομερών και αυταρχικών πρακτικών ελέγχου και επιτήρησης που επιβάλλονται από τα ανώτερα κλιμάκια τη διοίκησης προς τις σχολικές μονάδες, σε βάρος της παιδαγωγικής λειτουργίας του σχολείου και μια εξοντωτική γραφειοκρατία, ηλεκτρονικής κυρίως μορφής, που κάνει τη σχολική καθημερινότητα διστοπική.Ο διοικητισμός αναδεικνύεται σε μηχανισμό καθημερινής διακυβέρνησης της εκπαίδευσης, ισχυρό μηχανισμό επιτήρησης των σχολικών μονάδων και των εκπαιδευτικών στο έργο τους. Είναι ενισχυμένος όμως και στα ενδιάμεσα κλιμάκια της εκπαιδευτικής διοίκησης στα οποία ασκείται ασφυκτικός έλεγχος με νέους θεσμούς επιτήρησης (Επόπτες ποιότητας Εκπαίδευσης, Περιφερειακοί Επόπτες , Συμβούλιο Συμβούλων Εκπαίδευσης, πλάι στους παραδοσιακούς θεσμούς εποπτείας και ελέγχου. Με τον νόμο 4823/21 ο διοικητικός μηχανισμός της εκπαίδευσης ανασυγκροτήθηκε σε αυταρχική βάση για να μπορέσει να προωθήσει την επιβολή της νεοφιλελεύθερης εκπαιδευτικής πολιτικής.
Η επιβολή αυτή γίνεται σε συνθήκες ανοιχτής και μαζικής αμφισβήτησης της από το εκπαιδευτικό σώμα και έλλειψης ηγεμονίας που θα της έδινε τη δυνατότητα ν’ αποκτήσει συναίνεση. Κυρίως όμως είναι ο βασικός μηχανισμός καταστολής των αντιστάσεων με την ενεργοποίηση της πειθαρχικής εξουσίας που διαθέτει. Οι πρακτικές της με την πολιτική κάλυψη μπορεί να κινούνται από αυθαιρεσίες σε εργασιακά δικαιώματα Πρόκειται για μια γραφειοκρατία στελεχών που οικονομική και κοινωνική της υπόσταση είναι ταυτισμένη με τη μόνιμη παραμονή της στον διοικητικό μηχανισμό και άρα με την αποδοχή και την άκριτη προώθηση των στόχων της κρατικής εκπαιδευτικής πολιτικής. Παράλληλα οι ενισχυμένες πρακτικές ελέγχου και επιτήρησης οδηγούν στην καθημερινή συμπλήρωση δεικτών και άλλων στοιχείων σε ηλεκτρονικές πλατφόρμες πρακτικές που οδηγούν συνήθως σε επαγγελματική εξουθένωση και σε απαξίωση του παιδαγωγικού ρόλου του εκπαιδευτικού.
Οι νομοθετικές πρωτοβουλίες της περιόδου 2020- 2025
Την ψήφιση του νόμου 4692 /20 ακολούθησε καινούργιος νόμος , ο 4823/21, που νομοθέτησε την ατομική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και προσπάθησε ν’ αντιμετωπίσει την καθολική αμφισβήτηση της διαδικασίας εσωτερικής αξιολόγησης από τους Συλλόγους Διδασκόντων των σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Η αμφισβήτηση εκφράστηκε με την κήρυξη απεργίας – αποχής από τις διαδικασίες της εσωτερικής αξιολόγησης μέσω δήλωσης συνταγμένης από τις Εκπαιδευτικές Ομοσπονδίες που καταχωρείται στα πρακτικά του Συλλόγου Διδασκόντων. Εκείνη την περίοδο το Υπουργείο Παιδείας και η κυβέρνηση δεν είχαν νομικά όπλα για την καταστολή της απεργίας – αποχής.
Με τον νόμο 4823/21 εισάγονται νέοι θεσμοί ελέγχου του εκπαιδευτικού έργου, όπως του Περιφερειακού Επόπτη Εκπαίδευσης , το Περιφερειακό Συμβούλιο Εκπαίδευσης και του Επόπτη Ποιότητας σε επίπεδο Διεύθυνσης (αρ.4,4823/21). Ο Περιφερειακός Επόπτης Ποιότητας ασκεί παιδαγωγική εποπτεία και συντονισμό μεταξύ των Εποπτών Ποιότητας Εκπαίδευσης, των ΚΕ.ΔΑ.ΣΥ και τα ΚΕ.Π.Ε.Α. μεριμνάν για την εφαρμογή της Εκπαιδευτικής Πολιτικής στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και για την εφαρμογή της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού και της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία, ενώ οργανώνει σε επίπεδο Περιφερειακής Διεύθυνσης Εκπαίδευσης επιμορφωτικά σεμινάρια σε συνεργασία με το Ι.Ε.Π,την Α.ΔΙ.Π.Π.Δ.Ε, τα Α.Ε.Ι και επιστημονικούς φορείς της τοπικής Αυτοδιοίκησης. Συντάσσει ανά έτος εκθέσεις για τον προγραμματισμό του εκπαιδευτικού έργου καθώς και για την αποτίμηση της συμβολής του για την αναβάθμιση της ποιότητας του εκπαιδευτικού έργου στην περιοχή της αρμοδιότητάς του. Στο πλαίσιο αυτό υποστηρίζεται στο έργο του από τον Περιφερειακό Διευθυντή, Εκπαίδευσης, το Ι.Ε.Π και τη Γενική Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Σύμφωνα με τον νόμο οι Περιφερειακοί Επόπτες Ποιότητας διατηρούν την επιστημονική ευθύνη των σχολικών μονάδων αλλά όχι και την παιδαγωγική, εκτός από έκτακτες περιστάσεις. Την παιδαγωγική ευθύνη έχει ο Σύμβουλος Εκπαίδευσης για μια συγκεκριμένη ενότητα σχολικών μονάδων στη βαθμίδα στην οποία έχει κατανεμηθεί.
Ο Περιφερειακός Επόπτης Εκπαίδευσης έχει και πειθαρχικές αρμοδιότητες για συγκεκριμένες περιπτώσεις απ’ αυτές που προβλέπει ο Δ.Υ.Κ , «για τα πειθαρχικά παραπτώματα των περ. ι) και κη) της παρ. 1 του άρθρου 107 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ν.π.δ.δ.(ν. 3528/2007, Α’26) των Εποπτών Ποιότητας της Εκπαίδευσης της Περιφερειακής Διεύθυνσης Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης αποκλειστικά για ζητήματα που άπτονται των αρμοδιοτήτων τους ως Εποπτών» ενώ ασκεί εποπτεία και έλεγχο στο έργο των Συμβούλων Εκπαίδευσης. Ο Επόπτης Ποιότητας Εκπαίδευσης έχοντας ως βασικό καθήκον, όπως και Περιφερειακός Επόπτης ποιότητας, την εφαρμογή της εκπαιδευτικής πολιτικής «συντάσσει εκθέσεις για τον τριμηνιαίο και ετήσιο προγραμματισμό του έργου του και αποτιμά ανά έτος τη συμβολή του στην αναβάθμιση της ποιότητας του εκπαιδευτικού έργου στην περιοχή αρμοδιότητάς του, σύμφωνα με το άρθρο 57.Οι εκθέσεις προγραμματισμού εγκρίνονται από τον Περιφερειακό Επόπτη Ποιότητας της Εκπαίδευσης και πρόσβαση σε αυτές έχουν ο Διευθυντής Εκπαίδευσης και το Ι.Ε.Π» (ν. 4823/21).
Η Εισαγωγή Εποπτών Ποιότητας Εκπαίδευσης σε επίπεδο Περιφερειακής Διεύθυνσης και Διεύθυνσης Εκπαίδευσης δημιουργεί ένα ακόμη επίπεδο στην γραφειοκρατική δομή της εκπαίδευσης , που απηχεί τη λογική και την ιδεολογία του Νέου Δημόσιου Μάνατζμεντ και αποσκοπεί στην αποτελεσματική διάχυση της κρατικής εκπαιδευτικής πολιτικής σε όλα τα κλιμάκια της ιεραρχίας του εκπαιδευτικού συστήματος. Πρόκειται για την άσκηση ασφυκτικού ελέγχου σε όλα τα επίπεδα της διοικητικής ιεραρχίας της εκπαίδευσης για την εφαρμογή της εκπαιδευτικής πολιτικής και την πειθάρχηση όλων των φορέων της εκπαίδευσης. Ακόμη ο Σύμβουλος Εκπαίδευσης επωμίζεται καθαρά με το νέο νομοθετικό πλαίσιο καθαρά αξιολογικό – ελεγκτικό ρόλο που είναι κυρίαρχος και αποκλειστικός , ανατρέποντας οριστικά το σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο της δεκαετίας του 1980 υλοποιήθηκε με την κατάργηση των παραδοσιακών επιθεωρητών και την εισαγωγή του θεσμού του σχολικού συμβούλου (ν.1304/82).
Σήμερα εισάγεται ένα μοντέλο κάθετου και αυταρχικού ιεραρχικού ελέγχου που μετατρέπει τους εκπαιδευτικούς της πράξης σε απλά εκτελεστικά όργανα της κυρίαρχης (αστικής) εκπαιδευτικής πολιτικής και της κρατικής διδακτικής. Το μοντέλο αυτό δεν απαιτεί συναίνεση, αλλά άκριτη συμμόρφωση και υποταγή. Στο πλαίσιο αυτό απαξιώνεται κάθε έννοια παιδαγωγικής ελευθερίας και δημοκρατίας, η διοίκηση θεωρείται ένα άθροισμα οργανωτικών σχέσεων επιβολής των ανώτερων κλιμακίων στα κατώτερα και η διδασκαλία μια αποτελεσματική εφαρμογή των εντολών και κατευθύνσεων της κείμενης νομοθεσίας.
Η διαδικασία της ατομικής αξιολόγησης των εκπαιδευτικών και των στελεχών εκπαίδευσης κρίνεται ως υποχρεωτική και ως υπηρεσιακό καθήκον μείζονος σημασίας.5 Στον ορισμό της αξιολόγησης υιοθετείται ένας πολιτικά ουδέτερος, τεχνοκρατικός ορισμός η οποία « αξιολόγηση πραγματοποιείται με βάση την αρχή της αμεροληψίας και αποσκοπεί στη βελτίωση της ατομικής απόδοσης τους και της ποιότητας της δημόσιας εκπαίδευσης και γενικά του παιδαγωγικού και διδακτικού έργου που προσφέρεται από τις εκπαιδευτικές και υποστηρικτικές δομές.» ενώ «η παράλειψη στελέχους της εκπαίδευσης ή εκπαιδευτικού ή … να λάβει μέρος ή να διευκολύνει ή να προβεί ατομικώς ή συλλογικώς ως μέλος του Συλλόγου Διδασκόντων … σε επιβαλλόμενη από το νόμο ή απλώς προβλεπόμενη συνιστά ειδικό πειθαρχικό παράπτωμα το οποίο τιμωρείται με τις πειθαρχικές ποινές του άρθρου 109 Δ.Υ.Κ όχι κατώτερη του προστίμου ίσου με τις αποδοχές ενός μηνός». Οι διατάξεις αυτές αποτελούν την πρώτη αποφασιστική προσπάθεια από πλευράς της πολιτικής εξουσίας το κύμα της απεργίας αποχής που συνεχίζονταν τότε με μαζικούς ρυθμούς.
Το έργο των εκπαιδευτικών αξιολογείται τεκμηριωμένα με τετράβαθμη κλίμακα στην οποία το έργο της διαβαθμίζεται από εξαιρετικό , πολύ καλό , ικανοποιητικό και μη ικανοποιητικό ως προς τα δύο πεδία: α. γενική και ειδική διδακτική του γνωστικού αντικειμένου, β. Α2 Παιδαγωγικό κλίμα και διαχείριση της τάξης. Β. υπηρεσιακή συνέπεια και επάρκεια του εκπαιδευτικού. Από τα κριτήρια αυτά υπάρχει η διαγραφή και αγνόηση των δύο βασικών καθοριστικών παραγόντων που διαμορφώνουν το εκπαιδευτικό έργο , το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο και η εκπαιδευτική πολιτική. Ουσιαστικά πρόκειται για πρόκειται για μετάθεση της ευθύνης στο επίπεδο της βάσης , για απενοχοποίηση των δύο παραπάνω παραγόντων. 6
Οι εκπαιδευτικοί αξιολογούνται , σύμφωνα με το άρθρο 66 του νόμου, από τον Σύμβουλο Εκπαίδευσης επιστημονικής ευθύνης ως προς τη γενική και ειδική διδακτική του γνωστικού αντικειμένου , για το παιδαγωγικό κλίμα και τη διαχείριση της τάξης από τον Διευθυντή ή Προϊστάμενο της σχολικής μονάδας και για την υπηρεσιακή συνέπεια και επάρκεια από τον Διευθυντή ή Προϊστάμενο της Σχολικής μονάδας και τον Σύμβουλο. Σε σχέση με προηγούμενα σχέδια αξιολόγησης στο σημερινό νόμο υπάρχει εμπλοκή του Διευθυντή του Σχολείου στο παιδαγωγικό πεδίο με την αποκλειστική αξιολόγηση απ’ αυτόν του παιδαγωγικού κλίματος και της διαχείρισης της σχολικής τάξης από τον εκπαιδευτικό και του Συμβούλου Εκπαίδευσης στο διοικητικό πεδίο σε σχέση με τη συμμετοχή στην αξιολόγηση της υπηρεσιακής συνέπειας και επάρκειας του εκπαιδευτικού. Ο νόμος υιοθετεί το παραδοσιακό σχήμα της διάκρισης σε γενική και ειδική διδακτική που η ιστορική και μεθοδολογική του αφετηρία βρίσκεται στην εβαρτιανή παιδαγωγική. Η υιοθέτηση ενός τέτοιου σχήματος προδιαγράφει και το ποια είδη διδασκαλίας θ’ αποτελούν και τις «καλές πρακτικές» ή θα ενσαρκώνουν την «αριστεία» από την πλευρά της εκπαιδευτικής διοίκησης και της πολιτικής εξουσίας.
Κρατική πολιτική και αντιστάσεις : Η απεργία – αποχή από την εφαρμογή της αξιολόγησης .
Η πολιτική εξουσία σήμερα χρησιμοποιεί ως βασικό όπλο για την επιβολή αυτής της πολιτικής το φόβο και την καταστολή.7 Δεν έχει καμιά συναίνεση για τις αποδοχές της αυτές στο εκπαιδευτικό σώμα ούτε και φαίνεται ότι μπορεί ν’ αποχτήσει. Η προσπάθεια αυτής της πολιτικής περνάει μέσα από συγκεκριμένες φάσεις , τρεις φάσεις : α. μία αρχική που έχει να κάνει με την ψήφιση του ν. 4692/20 και την καθολική αμφισβήτησή όχι μόνο από τα εκπαιδευτικά συνδικάτα αλλά και από τους Συλλόγους Διδασκόντων των Σχολείων με όπλο την απεργία αποχή, προκηρυγμένη από τις εκπαιδευτικές Ομοσπονδίες. Στη φάση αυτή υπάρχει πλήρης αδυναμία της κυβέρνησης να ελέγξει την αντίσταση των σχολείων.
Β.Η δεύτερη φάση ξεκινάει με την ψήφιση του αντισυνδικαλιστικού νόμου. 4808/21 που περιορίζει ασφυκτικά την άσκηση απεργιακού δικαιώματος και καθιστά αδύνατη στην πράξη την άσκησή του. Η απεργία αποχή από τις διαδικασίες της αξιολόγησης είναι από τα πρώτα θύματα αυτής της πολιτικής και αυτό εκφράστηκε με τις συνεχείς καταφυγές του Υπουργείου Παιδείας στα δικαστήρια για την κήρυξη της απεργίας αποχής παράνομης και καταχρηστικής αλλά και με συνεχείς επαναπροκηρύξεις από τις εκπαιδευτικές Ομοσπονδίες και την ΑΔΕΔΥ. Η τακτική αυτή απέδωσε κάποια λίγα αποτελέσματα, ειδικά στους νεοδιόριστους εκπαιδευτικούς, οι διαπιστωτικές πράξεις διορισμού των οποίων ανακλήθηκαν για να μπουν στο καθεστώς της αξιολόγησης. Η επιβολή της αξιολόγησης ξεκίνησε από ένα από τα πιο αδύναμα κομμάτια του εκπαιδευτικού κλάδου. Τους νεοδιόριστους. Δεν απέδωσε όμως τίποτε ως προς τον στόχο του Υπουργείου να βάλει οριστικό τέλος στην Απεργία – Αποχή και στην αντίσταση κατά της αξιολόγησης.
Γ. Από το καλοκαίρι του 2024 έχουμε αλλαγή τακτικής και αναβάθμιση της καταστολής από πλευράς Υπουργείου Παιδείας με ενεργοποίηση του άρθρου 56.4 του νόμου 4823/21. Μαζικές παραπομπές στα πειθαρχικά για την άσκηση συνταγματικού δικαιώματος, όπως είναι αυτό της απεργίας αποχής που έχει μετατραπεί, στα πλαίσια της αυταρχικής πολιτικής του Υπουργείου, από δικαίωμα σε πειθαρχικό παράπτωμα. Ο αριθμός της παραπομπής στα πειθαρχικά είναι πρωτοφανής για όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης. Σύμφωνα με ορισμένες δημοσιογραφικές πληροφορίες ξεπερνούν τα 2.000.8 Υπάρχει αποφασιστικότητα του Υπουργείου να προχωρήσει στην εμπέδωση του φόβου και στην καταστολή των αντιστάσεων μέσω της πειθαρχικής διαδικασίας και των καθαιρέσεων στελεχών. Η παραπομπή στα πειθαρχικά γενικεύτηκε και εκτός από τις συνδικαλιστικές διώξεις , έχει πάρει τη μορφή πολιτικών και ιδεολογικών διώξεων , διώξεων που έγιναν σε εκπαιδευτικούς για τη διεκδίκηση μορφωτικών δικαιωμάτων των μαθητών τους και για οποιοδήποτε θέμα της σχολικής καθημερινότητας.
Τελευταίο όπλο για την αναβάθμιση της πειθαρχικής εξουσίας είναι η μεγάλης έκτασης αλλαγή του Δημοσιοϋπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/07) και η δημιουργία ενός νέου πειθαρχικού δικαίου ,(ν.5525/25) ιδιαίτερα αυταρχικού που θεωρεί λόγο απόλυσης από την υπηρεσία εκπαιδευτικού τη μη συμμετοχή στην αξιολόγηση, μεγαλώνει τις πειθαρχικές ποινές και αυξάνει τις προϋποθέσεις για να τεθεί κάποιος σε δυνητική (κυρίως) και αυτοδίκαιη αργία.
Η δήλωση Μητσοτάκη κατά την επίσκεψη του στο Υπουργείο Παιδείας (25/4/2025) ότι «Η θέση μας είναι ξεκάθαρη και η κατεύθυνση που έχω δώσει στο υπουργείο πολύ σαφής: εάν κάποιος αρνείται επί της αρχής να αξιολογηθεί, δεν πρέπει να έχει θέση στο δημόσιο σύστημα εκπαίδευσης»9 είναι από τη μια παραδοχή της μέχρι τώρα αποτυχίας να προχωρήσει μια θεμελιώδης πλευρά της πολιτικής του στην εκπαίδευση και αποτελεί προσπάθεια να ενταθεί ο κρατικός αυταρχισμός για την επιβολή της. Με τη δήλωση ξεκινά η νομοθετική διαμόρφωση του νέου πειθαρχικού δικαίου.
Η προσπάθεια επιβολής της αξιολόγησης στην εκπαίδευση είτε αυτή αφορά την εσωτερική αξιολόγηση της σχολικής μονάδας είτε την ατομική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, εξελίχθηκε σε μια μάχη δικαστικού και διοικητικού καταναγκασμού σε βάρος των εκπαιδευτικών και αναίρεσης θεμελιακών δικαιωμάτων και ελευθεριών, με πρώτο και βασικό το δικαίωμα της απεργίας, το οποίο η κρατική πολιτική προσπαθεί να το μετατρέψει σε πειθαρχικό παράπτωμα. Η συνδικαλιστική δράση ακόμη έχει τεθεί στο στόχαστρο και ποινικοποιείται με τη χρήση αόριστων όσο και αντιδημοκρατικών διατάξεων του Δημοσιοϋπαλληλικού Κώδικα όπως αυτή της «αναξιοπρεπούς συμπεριφοράς εντός ή εκτός υπηρεσίας» που χρησιμοποιούνται συστηματικά από τη διοίκηση της εκπαίδευσης για την καταστολή των αντιστάσεων στη νεοφιλελεύθερη πολιτική του κράτους αλλά και για τη φίμωση κάθε διαφορετικής και αντίθετης με τις απόψεις της εξουσίας φωνής. Στο υπόβαθρο αυτών αυταρχικών πρακτικών υπάρχει η αδυναμία της κυρίαρχης εκπαιδευτικής πολιτικής να πείσει το εκπαιδευτικό σώμα για τους προσανατολισμούς της και να καταστεί ηγεμονική σ’ αυτό το κρίσιμο πεδίο. Το κενό ηγεμονίας επιχειρείται να καλυφθεί με τον αυταρχισμό και την κυριαρχία του φόβου.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Apple Μ , (2002) Εκσυγχρονισμός και συντηρητισμός στην Εκπαίδευση , εκδ. Μεταίχμιο
2. Apple M. (2008) Η επίσημη Γνώση, εκδ. επίκεντρο , Θεσσαλονίκη, εκδ. επίκεντρο
3. Γεωργούλας Μπ. (2017) Ο Μετασχηματισμός της εκπαίδευσης, Σύγχρονη Ιδεολογία και ιδεολογίες συμβολικής κυριαρχίας. εκδ. ΤΟΠΟΣ
4.Γ.Γρόλλιος – Τ. Λιάμπας , (2021), Η σύγχρονη εκπαιδευτική πολιτική της Νέας Δημοκρατίας Κριτική Εκπαίδευση Chrome extension://efaidnbmnnnibpcajpcglclefindmkaj/https://ikee.lib.auth.gr/record/343747/files/2304-2507-1-PB.pdf
5. Νικολούδης, Δ.(2011). «Το ζήτημα της αξιολόγησης και η εμπειρία των νεοφιλελεύθερων πολιτικών», Θέσεις, τχ. 117
6.Καλημερίδης Γ.(2012) Κράτος, αγορά και εκπαίδευση. Η νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική αναδιάρθρωση του σχολείου: Βρετανία, Φινλανδία, Σουηδία περ. ΘΕΣΕΙΣ , 119
7. Καλημερίδης, Γ. (2016). Σχολική αυτονομία και καπιταλιστική αναδιάρθρωση του σχολείου. Τετράδια Μαρξισμού . τ.χ. 2. Σελ. 364-380.
8.Καλημερίδης Γ. (2021). Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση της ΝΔ: Πειθαρχικός έλεγχος και αγορά https://selidodeiktis.edu.gr/2021/09/08/
9. Καϊδατζής Ακρίτας / Κουρουνδής Χαράλαμπος Απ. / Τσιγαρίδας Βασίλης Π. (2025) Ερμηνευτικά και συνταγματικά ζητήματα από τις διατάξεις του ν. 4823/2021 για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών —ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ— EΠIΘEΩPHΣIΣ EPΓATIKOY ΔIKAIOY, Tόμος 84ος, Τεύχος 4, Έτος
10.Περπερίδου Αικατερίνη, (2024)Η πολιτική της αυτονομίας στην εκπαίδευση: Το παράδειγμα της Μεγάλης Βρετανίας και η απήχηση στην Ελλάδα , Θεσσαλονίκη Π.Τ.Δ.Ε – ΑΠΘ
11.Ρέππας Χρ, (2020) Νεοφιλελευθερισμός, αγοραίο σχολείο και αξιολόγηση(Ν.4692/20) Σελιδοδείκτης για την εκπαίδευση και την κοινωνία, σελ. 10-15
12.Ρέππας Χρ. (2024)Η ελεύθερη επιλογή σχολείου ως ολοκλήρωση της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης της εκπαίδευσης. Σελιδοδείκτης για την εκπαίδευση και την κοινωνία, σελ. 16-21
13. Harvey D. (2007) Νεοφιλελευθερισμός. Ιστορία και Κριτική εκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ , Αθήνα.
1Για τον ρόλο των εκπαιδευτικών κινημάτων βλ. Γ.Γρόλλιος – Τ. Λιάμπας , (2021), Η σύγχρονη εκπαιδευτική πολιτική της Νέας Δημοκρατίας , chrome
extension://efaidnbmnnnibpcajpcglclefindmkaj/https://ikee.lib.auth.gr/record/343747/files/2304-2507-1-PB.pdf και Γ. Καλημερίδης, Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση Ν.Δ Πειθαρχικός Έλεγχος και αγορά. https://selidodeiktis.edu.gr/2021/09/08C/
2 Για μια συνολικότερη θεώρηση της σχολικής αυτονομίας . Καλημερίδης, Γ. (2016). Σχολική αυτονομία και καπιταλιστική αναδιάρθρωση του σχολείου. Τετράδια Μαρξισμού . τ.χ. 2. Σελ. 364-380.
3
Για την ανάδυση του νεοφιλελευθερισμού στην εκπαίδευση , την κοινωνία και την πολιτική. βλ. Μ.Αpple , H Επίσημη Γνώση , εκδ. Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη, και γενικότερα D.Harvey (2007), Νεοφιλελευθερισμός. Ιστορία και Θεωρία, εκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, Νικολούδης, Δ.(2011). «Το ζήτημα της αξιολόγησης και η εμπειρία των νεοφιλελεύθερων πολιτικών», Θέσεις, τχ. 117, Κeith Dixon (2000), Oι Ευαγγελιστές της αγοράς. , εκδ. ΠΑΤΑΚΗ, Αθήνα, Μπάμπης Γεωργούλας (2017), Μετασχηματισμοί της Εκπαίδευσης , Σύγχρονη Ιδεολογία και διαδικασίες συμβολικής κυριαρχίας, εκδ. ΤΟΠΟΣ, Αθήνα, Δοξιάδης, Κ. (2021). Νεοφιλελευθερισμός και νεοτερική εξουσία: καπιταλισμός, βιοπολιτική, ακροδεξιά. Αθήνα: Νήσος, Κράουτς, Κ. (2014). Ο περίεργος μη θάνατος του νεοφιλελευθερισμού. Αθήνα: Εκκρεμές., Αθανάσιου Θεοδωρίδη. Νεοφιλελευθερισμός και Υποκείμενο, , Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον Αθηνών, Αθήνα, Νοέμβριος 2024, Σχολή Νομικών, Οικονομικών και πολιτικών επιστημών. σ Το νέο μάνατζμεντ της ψυχής, Brown, W. (2017). Η καταστροφή του δήμου: Η λαθραία επανάσταση του νεοφιλελευθερισμού. Αθήνα: Πατάκης., Dardot, P., & Laval, C. (2022). Ο νέος λόγος του κόσμου: Ένα δοκίμιο για τη νεοφιλελεύθερη κοινωνία. Αθήνα: Angelus Novus.
4 Για τον νόμο 4692/20 , Χρ. Ρέππας , (2020) Νεοφιλελευθερισμός , αγοραίο σχολείο και αξιολόγηση(Ν.4692/20) Σελιδοδείκτης για την εκπαίδευση και την κοινωνία σελ. 10-15.
5 Στο άρθρο 56 παρ. 3 του ν. 4823/2021 το καθήκον της αξιολόγησης χαρακτηρίζεται ως «μείζονος σημασίας» για τον εκπαιδευτικό. Πρόκειται για έναν πρωτοφανή, για τα δεδομένα του υπαλληλικού δικαίου, χαρακτηρισμό και, ταυτόχρονα, για μία εντελώς άστοχη διατύπωση, που πρέπει να προβληματίσει τον ερμηνευτή του δικαίου ως προς την τελολογία του νόμου. Ο επιθετικός προσδιορισμός «μείζων» παρατίθεται στον συγκριτικό βαθμό: Αυτό σημαίνει ότι το καθήκον της αξιολόγησης είναι σημαντικότερο από άλλα καθήκοντα που η έννομη τάξη αναθέτει στον εκπαιδευτικό. Η αποτίμηση της συμμετοχής στην αξιολόγηση ως καθήκοντος μείζονος σημασίας, όμως, σημαίνει ότι ο νομοθέτης προκρίνει αυτό έναντι του εκπαιδευτικού και διοικητικού έργου, για τα οποία αξιολογείται ο εκπαιδευτικός (!). Η λογική αντίφαση —που καθιστά, σε μεγάλο βαθμό, τον νόμο δυσεφάρμοστο— είναι παραπάνω από προφανής.
Ακρίτας Καϊδατζής / Χαράλαμπος Απ. Κουρουνδή / Βασίλης Π. Τσιγαρίδας Ερμηνευτικά και συνταγματικά ζητήματα από τις διατάξεις του ν. 4823/2021 για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών —ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ— EΠIΘEΩPHΣIΣ EPΓATIKOY ΔIKAIOY, Tόμος 84ος, Τεύχος 4, Έτος 2025
6Για τη λειτουργία της αξιολόγησης με βάση τον νόμο 4823/21 Ακρίτας Καϊδατζής / Χαράλαμπος Απ. Κουρουνδή / Βασίλης Π. Τσιγαρίδας Ερμηνευτικά και συνταγματικά ζητήματα από τις διατάξεις του ν. 4823/2021 για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών , οπ. παρ.
7Θα αναφέρουμε εδώ από τις εκατοντάδες πειθαρχικές διώξεις και τις παραπομπές στα πειθαρχικά συμβούλια , τις συνεχείς καταφυγές στα πολιτικά δικαστήρια από το Υπουργείο Παιδείας για την κήρυξη της απεργίας αποχής ως παράνομης και καταχρηστικής με βάση το νόμο 4808/2021 και τις εκφοβιστικού και απειλητικού χαρακτήρα «εγκυκλίους» των Γενικών Γραμματέων του Υπουργείου Παιδείας για το θέμα της συμμετοχής των εκπαιδευτικών στην απεργία –αποχή από τις διαδικασίες της ατομικής αξιολόγησης. Για τις νομικές διαστάσεις των διώξεων της απεργίας αποχής βλ. Καρούζος Γιάννης – Στόικου Ελευθερία (2021) Η δικαστική τύχη της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών,https://www.syntagmawatch.gr/trending-issues/h-dikastikh-tyxh-ths-aksiologhshs-twn-ekpaideytikwn/
8Βασίλης Κεσαλίδης , Πειθαρχικές διώξεις στην εκπαίδευση, https://rproject.gr/article/peitharhikes-dioxeis-stin-ekpaideysi,
9https://www.esos.gr/arthra/93060/k-mitsotakis-osoi-arnoyntai-tin-axiologisi-den-ehoyn-thesi-sto-systima-ekpaideysis-me


































