Της Δέσποινας Καραγιώργου,
Tο νέο έτος ξεκίνησε και ενώ τα αγροτικά μπλόκα άντεξαν μέχρι τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά, μοιάζει σαν να έσβησαν χωρίς να καταφέρουν να ενωθούν με όλα τα υπόλοιπα κομμάτια κοινωνικών αντιδράσεων από άλλους εργασιακούς χώρους. Η κυβέρνηση υλοποιεί έναν πολεμικό προϋπολογισμό εκτινάσσοντας τις περικοπές σε ό,τι βασικό κοινωνικό αγαθό υπάρχει και παράλληλα ο πρωθυπουργός της χώρας διακηρύσσει την κατοχύρωση της λιτότητας και των Μνημονίων στο Σύνταγμα, την πλήρη επέλαση της ιδιωτικοποίησης στην εκπαίδευση με την κατάργηση του άρθρου 16 και την εισαγωγή της αξιολόγησης σε σύνδεση με την άρση της μονιμότητας στο δημόσιο.
Πλέον, στον απόηχο του φονικού εργατικού εγκλήματος στο εργοστάσιο «Βιολάντα» και λίγες μέρες πριν την μαύρη επέτειο του εγκλήματος των Τεμπών, το συνδικαλιστικό κίνημα δέχεται την μία τρικλοποδιά μετά την άλλη από τις γραφειοκρατίες που επιδιώκουν με νύχια και με δόντια να μην υπάρξει ο παραμικρός πραγματικός αγώνας και καμία απολύτως συνένωση των αγώνων που ξεπετάγονται (αγροτών, νεολαίας, φοιτητών, εργατοϋπαλλήλων, δημοσίου, εκπαιδευτικών, υγειονομικών, κλπ).Υλοποιείται μια λογική κατακερματισμού των αγώνων και των αγωνιστικών μετώπων η οποία πουθενά δε θέλει να συνενώσει την λαϊκή οργή που εκφράζεται σε πολλούς χώρους και με κάθε ευκαιρία και αποδεικνύει την απονομιμοποίηση της κυβέρνησης και της πολιτικής της. Χαρακτηριστικά παραδείγματα η πρόσφατη στάση εργασίας της ΑΔΕΔΥ ΜΟΝΟ στην Αττική για τον 13ο και 14ο μισθό λες και δεν αφορά όλους τους δημόσιους υπάλληλους όπως και η απεργία ενάντια στον πόλεμο και την ασφάλεια στην εργασία και τη ζωή μόνο στον Πειραιά και τη Δυτική Αττική ή το νέο εφεύρημα της απεργίας το απόγευμα στον ιδιωτικό τομέα!!
Στον αντίποδα τόσο η ΑΔΕΔΥ όσο και οι μεγαλύτερες ομοσπονδίες στην εκπαίδευση, όπως η ΔΟΕ και η ΟΛΜΕ καταψηφίζουν κάθε αγωνιστική πρόταση. Τις προτάσεις για απεργία τον Γενάρη μαζί με τους αγρότες, αλλά και τις προτάσεις για απεργίες στα τέλη του Φλεβάρη για τα Τέμπη. Μάλιστα, οι προτάσεις καταψηφίζονται από τον γραφειοκρατικό συνδικαλισμό μαζί πλέον και με τις δυνάμεις του ΠΑΜΕ.
Πανηγύρια πέρυσι και φέτος για την ΔΟΕ και την ΑΔΕΔΥ ότι αλλάζει σελίδα η ομοσπονδία με ιστορικές νίκες και κόκκινες πρωτιές αλλά στην πράξη, αντί να αλλάζει προς τα αριστερά η ομοσπονδία, αλλάζει προς τα δεξιά η γραμμή του ΚΚΕ.
Ας δούμε τα πιο πρόσφατα παραδείγματα. Η συνεδρίαση του Γενικού Συμβουλίου της ΑΔΕΔΥ στις 4 Φλεβάρη 2026 ήταν αποκαλυπτική. Εκεί, όλες οι παρατάξεις – ΔΑΣ, ΔΑΚΕ, ΔΗΣΥΠ, ΕΑΕΚ, ΕΑΣ και ΔΙΚΤΥΟ – καταψήφισαν την πρόταση των Παρεμβάσεων για απεργιακή απάντηση στις 27/2, μια μέρα πριν την επέτειο του εγκλήματος των Τεμπών ώστε να εκφραστεί και απεργιακά από το δημόσιο ο εργαζόμενος κόσμος. Απέρριψαν την πρόταση για απεργία στο Δημόσιο, για 48ωρο απεργιακό μπλοκάρισμα σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, για μαζικές συγκεντρώσεις σε όλη τη χώρα στις 27 και 28 Φλεβάρη. Απέρριψαν δηλαδή μια πρόταση που μπορούσε να δώσει ενωτική, μαζική και πολιτικά επιθετική απάντηση απέναντι στην κυβερνητική πολιτική. Ταυτόχρονα οι δυνάμεις του ΚΚΕ στηρίζουν μαθητικές καταλήψεις στις 26-27/2 χωρίς όμως να θέλουν να ενωθούν με οποιοδήποτε άλλο κινηματικό γεγονός, πχ αγώνα φοιτητών ή εκπαιδευτικών.
Στην ίδια συνεδρίαση, η πλειοψηφία των παρατάξεων – με τη ΔΑΣ να πρωταγωνιστεί – καταψήφισε και την πρόταση για επαναπροκήρυξη της Απεργίας – Αποχής από την αξιολόγηση στο Δημόσιο, παρά τις αρχικές διαβεβαιώσεις της ίδιας ότι το Γενικό Συμβούλιο θα προχωρούσε σε αυτή την απόφαση. Όταν οι Παρεμβάσεις επέμειναν και έφεραν την πρόταση στη διαδικασία λήψης απόφασης, η ΔΑΣ κατέθεσε μια πρόταση ξεκάθαρης υποχώρησης: να «αποφασίσει» η ΑΔΕΔΥ ότι θα προκηρύσσει Απεργία – Αποχή μόνο εφόσον το ζητήσει κάποια ομοσπονδία. Μια προσχηματική απόφαση, που υπήρχε και στο παρελθόν αλλά δεν εφαρμόστηκε ποτέ όταν χρειαζόταν. Η πλειοψηφία του Γενικού Συμβουλίου επέλεξε συνειδητά να μπλοκάρει μια κρίσιμη αγωνιστική απόφαση, αφήνοντας χιλιάδες εργαζόμενους εκτεθειμένους.
Και όλα αυτά χωρίς να δοθεί καμία απάντηση στα πραγματικά, καυτά ζητήματα: στην κυβερνητική επίθεση μέσω της εξαγγελίας συνταγματικής αναθεώρησης που στοχεύει να κατοχυρώσει την αξιολόγηση στο Σύνταγμα και να την συνδέσει με απολύσεις και κατάργηση της μονιμότητας· στο γεγονός ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι μένουν ακάλυπτοι αν η ομοσπονδία τους δεν υποβάλει αίτημα για Απεργία – Αποχή· στο ότι χιλιάδες εργαζόμενοι, που δεν διαθέτουν καν ομοσπονδία, μένουν πλήρως απροστάτευτοι.
Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει με τον πιο αρνητικό τρόπο την από καιρό εγκατάλειψη του μετώπου της αξιολόγησης από τη ΔΑΣ. Για τις κυβερνητικές παρατάξεις αυτή η στάση ήταν αναμενόμενη. Για τη ΔΑΣ, όμως, αποτελεί δείγμα μιας πολιτικής επιλογής με σαφές περιεχόμενο, ιδίως σε μια περίοδο που η κυβέρνηση Μητσοτάκη κλιμακώνει την επίθεση, τόσο με τη συνταγματική αναθεώρηση όσο και με τις πειθαρχικές διώξεις ενάντια σε απεργούς από την αξιολόγηση.
Αποκαλύπτεται έτσι ότι η άρνηση της ΔΑΣ να στηρίξει την προκήρυξη Απεργίας – Αποχής στο συνέδριο της ΑΔΕΔΥ και η αποχώρησή της με προσχηματικά επιχειρήματα – ότι δήθεν η απόφαση δεν έπρεπε να παρθεί στο συνέδριο αλλά στο πρώτο Γενικό Συμβούλιο – δεν ήταν τακτικός ελιγμός, αλλά συνειδητή πολιτική στρατηγική.
Είναι πολιτικά αποκαλυπτικό και βαθιά αρνητικό ότι – παρά τις τυμπανοκρουσίες της ΔΑΣ για την αλλαγή των συσχετισμών – δεν υπάρχει καμία ουσιαστική αλλαγή γραμμής στην ΑΔΕΔΥ. Αντίθετα, επανεπιβεβαιώνεται πλήρως η λογική του κυβερνητικού συνδικαλισμού, που αποφεύγει τη σύγκρουση με την πολιτική κυβέρνησης – ΕΕ – κεφαλαίου, τόσο στη λιτότητα όσο και στην αξιολόγηση και τις αντιδραστικές αναδιαρθρώσεις, τις ιδιωτικοποιήσεις και την επιχειρηματική λειτουργία του δημόσιου τομέα.
Δυστυχώς, αντίστοιχη είναι η κατάσταση συνολικότερα στο εργατικό κίνημα και τις δυνάμεις του ΠΑΜΕ. Τα αποτελέσματα του συνεδρίου του ΕΚΑ (Εργατοϋπαλληλικό κέντρο Αθήνας) έβγαλαν την ΔΑΣ πρώτη δύναμη με διαφορά. Ένα συνέδριο στο οποίο κυριάρχησε η ίδια ρητορεία περί «κόκκινης στροφής» και οι υποσχέσεις μεγάλων αλλαγών. Όμως, η πραγματικότητα του συνεδρίου δεν δείχνει επ’ ουδενί κάτι τέτοιο. Οι πλειοψηφία των συνέδρων προέρχονταν από σωματεία που είχαν κάνει ηλεκτρονικές εκλογές, οι οποίες απονεκρώνουν τα σωματεία από ουσιαστικές διαδικασίες και αποτυπώνουν κάλπικους συσχετισμούς. Παρότι η ΔΑΣ υποτίθεται «δεν αποδέχεται την διάλυση των σωματείων και την εφαρμογή του ν. Χατζηδάκη», τελικά τον εφαρμόζει κατά γράμμα. Ταυτόχρονα, και στο συνέδριο του ΕΚΑ καταψήφισε την πρόταση για 48ωρη πανεργατική απεργία στις 27 και 28 Φλεβάρη που θα συνδέει τα Τέμπη με τον αγώνα για ζωή και αξιοπρέπεια, ενάντια σε ιδιωτικοποιήσεις και την επίθεση στα εισοδήματά και την εργασία. Επίσης, καταψήφισε την πρόταση στήριξης στον διεθνή στολίσκο που προετοιμάζεται να αποπλεύσει για την γάζα, αρνούμενη να συμβάλει σε ένα διεθνιστικό εργατικό κίνημα ειρήνης και αλληλεγγύης στην Γάζα την στιγμή που η Ελλάδα ετοιμάζεται να στείλει στρατό στην Παλαιστίνη για να συνεπικουρεί τη γενοκτονία που κάνει το κράτος του Ισραήλ. Ενώ, τέλος, οι σύνεδροι της ΔΑΣ αφιέρωναν τον χρόνο τους για να αρνηθούν το πάγιο αίτημα του εργατικού κινήματος για κρατικοποίηση και δημοκρατικό, εργατικό έλεγχο στις κομβικές επιχειρήσεις για να λειτουργούν σε όφελος του λαού κόντρα στο κέρδος και τα ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια υπερασπιζόμενοι μια τραγελαφική λογική που προτάσσει το “τι δημόσιο – τι ιδιωτικό” και ξιφουλκεί ενάντια στην εκδίωξη της Hellenic Train και την επιστροφή στο δημόσιο των τρένων, των συγκοινωνιών, του ρεύματος και όλων των κοινών αγαθών.
Το λέμε καθαρά: η αγωνιστικότητα μιας ομοσπονδίας δεν κρίνεται από το ποια παράταξη έχει τον πρόεδρο ή την πλειοψηφία, αλλά αποκλειστικά από το περιεχόμενο και τον προσανατολισμό των αποφάσεών της. Και αυτές οι αποφάσεις, όπως αποδεικνύεται, προτάσσουν τη συναίνεση των κυβερνητικών παρατάξεων κόντρα στη σύγκρουση με την αστική πολιτική και τον ανυποχώρητο αγώνα. Η αλλαγή εκλογικών συσχετισμών δεν αρκεί από μόνη της για να αλλάξει και η πολιτική κατεύθυνση του συνδικαλιστικού κινήματος. Μια ομοσπονδία γίνεται πραγματικά «κόκκινη» μόνο όταν συγκρούεται και στέκεται απέναντι στην κεντρική πολιτική. Όχι όταν διαχειρίζεται τους αγώνες, όταν τους αναβάλλει ή όταν τους ακυρώνει στο όνομα δήθεν «υπεύθυνων» επιλογών. Προς το παρόν, το χρώμα είναι γκρι. Και δεν θα το πούμε μαύρο, γιατί ο κόσμος του αγώνα, ο κόσμος της εργασίας μπορεί να ανατρέψει την υπάρχουσα κατάσταση παίρνοντας την υπόθεση στα χέρια του, βγαίνοντας μπροστά και βάζοντας φρένο στην επίθεση που δέχεται από τον κόσμο του κεφαλαίου.
Εάν ο Λένιν έλεγε ότι με μια χούφτα επαναστάτες μπορεί να ανατρέψει τον κόσμο, οι δυνάμεις της ΔΑΣ, του ΠΑΜΕ, και τελικά το ΚΚΕ, που έχουν ντουζίνες ομοσπονδίες και εργατικά κέντρα, συμπεριλαμβανομένου της ΑΔΕΔΥ και του ΕΚΑ, αποδεικνύονται ανίκανες ακόμα και για να ανατρέψουν την αδυσώπητη επίθεση που δέχονται σήμερα οι δυνάμεις της εργασίας. Οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ, επιλέγουν τη συνεννόηση και συνδιαλλαγή με τις δυνάμεις του κυβερνητικού συνδικαλισμού και τη συνδιοίκηση των συνδικάτων και αποδεικνύονται απρόθυμες και ανεπαρκείς για νικηφόρους αγώνες που θα συγκρούονται με τα όρια της πολιτικής κυβέρνησης ΕΕ και εργοδοσίας στις διεκδικήσεις και τις μορφές αγώνα. Αυτό δείχνει και ο ρόλος που είχαν στις αγροτικές κινητοποιήσεις, όπου αντί να συναντηθούν με την αγωνιστική διάθεση των αγροτών και της κοινωνίας προτίμησαν να συναντηθούν με την κυβέρνηση και να συνδιαλλαγούν με τους κυβερνητικούς συνδικαλιστές σε μια μικροκομματική λογική. Τα εργατικά σωματεία, τα συνδικάτα και οι ομοσπονδίες δεν είναι τιμαλφή για να τα κάνει συλλογή το ΠΑΜΕ, αλλά είναι εργαλεία για τον αγώνα των εργαζόμενων και παραγωγών του πλούτου για μια ζωή με αξιοπρέπεια. Οι εργαζόμενες και οι εργαζόμενοι μπορούμε να τα πάρουμε στα χέρια μας και να ξεδιπλώσουμε τις δυνατότητες ανατροπής.


































