Εκτύπωση
του Hussam Marouf*,

Δεν ξεκίνησα να γράφω ως συγγραφέας. Ποτέ δεν είχα την πρόθεση να ορίσω τον εαυτό μου μέσα από ένα επάγγελμα ή μια λογοτεχνική ταυτότητα. Απλώς έγραφα γιατί η γραφή ήταν ο αέρας που μπορούσα να αναπνεύσω. Ήταν ένας τρόπος να δώσω μορφή στην μέρα μου, να οργανώσω τα συναισθήματα που με κατέκλυζαν μέσα μου, να σμιλέψω έναν εφήμερο χώρο ηρεμίας μέσα στο ατελείωτο χάος. Η γραφή δεν ήταν ένα παράθυρο στον κόσμο – ήταν ένα παράθυρο στον εαυτό μου. Και όταν είχα πια τη γλώσσα, ένιωσα πως είχα βρει επιτέλους έναν φίλο σ’ αυτόν τον άσπλαχνο πλανήτη: κάποιον που άκουγε χωρίς να φεύγει, που πρόσφερε μια αίσθηση προσωρινής διαφυγής από τον κόσμο.

Δεν περίμενα πως μια μέρα αυτός ο φίλος θα σώπαινε. Όχι επειδή ήθελα να σταματήσω να γράφω, αλλά επειδή πια δεν μπορούσα.

Και ο λόγος;

Πεινάω.

Απ’ όταν ξεκίνησε η γενοκτονία στη Γάζα, άρχισα να αμφισβητώ τα πάντα. Κάθε αξία που κάποτε με είχε διαμορφώσει, κλονίστηκε. Ακόμα και η γραφή – αυτή η βαθιά δύναμη που πάντα χρησιμοποιούσα για να αντισταθώ στο φόβο, τον εκτοπισμό και το πένθος – άρχισε να μοιάζει εύθραυστη, επιρρεπής στη φθορά. Ο πόλεμος είναι ένα παράξενο πράγμα. Δεν καταστρέφει μόνο σπίτια· τραβά το έδαφος της βεβαιότητας κάτω από τα πόδια σου, σβήνει κάθε αίσθηση ασφάλειας που είχες κάποτε διαμορφώσει στο δωμάτιό σου για να παρηγορείς τον εαυτό σου.

Αλλά ξέρεις τι κάνει κάτι τέτοιο περισσότερο και από τον πόλεμο;

Η πείνα.

Αναρωτιόμουν συνεχώς: έχει ακόμα σημασία η γραφή; Ποιο το νόημα να στοιβάζεις προτάσεις όταν τα σώματα στοιβάζονται κάτω από τα χαλάσματα; Τι σημαίνει να γράφεις για την ομορφιά και την αγάπη σ’ έναν κόσμο που σε κάνει να λιμοκτονείς και είναι αδιάφορος στον πόνο σου;

Κι όμως, κάτι μέσα μου αντιστάθηκε σε αυτή την κατάρρευση. Έγραφα, ακόμα και κατά την εκδίωξη, ακόμα και κάτω από τις βροντές των βομβών. Έγραφα για τα παιδιά που εξαφανίστηκαν, για τα σάβανα που μας έλλειπαν για τους νεκρούς, για τα σπίτια που έγιναν σκόνη. Έγραφα μέσα από την κούραση, μέσα από την οδύνη, μέσα από τον φόβο.

Αλλά ποτέ δεν έγραψα μέσα από την πείνα.

Έως τον Μάρτιο του 2025.

Τότε είναι που η πείνα εγκαταστάθηκε στο σώμα μου. Σταμάτησε να χτυπά την πόρτα. Διάρρηξε το στήθος μου κι έκατσε μέσα μου.

Κενότητα

Η πείνα που βιώνω πλέον δεν είναι όπως τη φανταζόμουν. Δεν είναι αυτό που φαντάζεσαι, αγαπητέ αναγνώστη. Δεν είναι απλώς ένα αίσθημα κενού στο στομάχι. Είναι ένα μούδιασμα που απλώνεται από τα σπλάχνα μέχρι το μυαλό. Θολώνει τις αναμνήσεις, εξασθενεί την όραση και μετατρέπει κάθε σκέψη σε μια βαθιά εκσκαφή που ο νους δεν μπορεί ν’ αντέξει. Η πείνα κλέβει τις πιο στοιχειώδεις ανθρώπινες ικανότητες: τη συγκέντρωση, την υπομονή, την αίσθηση, την επιθυμία να πεις κάτι. Η σκέψη γίνεται πολυτέλεια. Οι λέξεις γίνονται βάρη ασήκωτα.

Η πείνα που αισθάνομαι τώρα μέσα μου, που με καταπίνει ολόκληρο, απομακρύνει κάθε ανάπαυση, κάθε εσωτερική ειρήνη. Είναι ένας επαναπροσδιορισμός του εαυτού, στα πρόθυρα πια της εξαφάνισης.

Μερικές μέρες πριν, είπα στην εκδότριά μου ότι είχα πια στερέψει από ιδέες. Από νέες προτάσεις. Δεν μπορούσα πια ούτε μια πρόταση να υφάνω με τις λέξεις μου, όπως παλιά.

Ακολουθώντας τη συμβουλή της, αποφάσισα να γράψω για αυτό: τη διανοητική μου αδυναμία, την ευθραυστότητά μου, την αποσύνθεσή μου. Αυτή η νέα μου ορμή – ο πόνος μου – ήταν κάτι που δεν είχα γνωρίσει ποτέ πριν.

Τώρα, γράφω μια πρόταση και σταματώ. Όχι για να την ξανασκεφτώ, αλλά γιατί δεν έχω την ψυχική ενέργεια για μία ακόμα. Η πείνα σε συνθλίβει αργά. Νιώθεις σαν να πεθαίνεις μόνος σε μια έρημο που κανένα πόδι δεν έχει ποτέ αγγίξει. Δεν μπορώ να κοιμηθώ σωστά, ούτε να καθίσω ήρεμος αρκετή ώρα για να διαβάσω. Νιώθω ότι διαλύομαι. Και η γραφή που κάποτε με συνείχε, δεν μπορεί πια να σταματήσει αυτή τη αργή αποσύνθεση.

Συλλογική Πείνα

Πεθαίνεις μόνος στην πείνα. Καταρρέεις πνευματικά. Η παρουσία άλλων πεινασμένων ανθρώπων δεν προσφέρει καμία παρηγοριά: απεναντίας, όταν η πείνα γίνεται συλλογική, ξέρεις πως κάθε χέρι γύρω σου είναι κομμένο. Κανείς δεν μπορεί να βοηθήσει.

Πώς να γράψω για αυτό;

Στη βόρεια Γάζα, όπου ζω, ούτε ένας κόκκος σιταριού δεν έχει φτάσει από τον Μάρτιο. Οι αγορές είναι άδειες. Όσα προϊόντα έχουν απομείνει πωλούνται σε τιμές διακόσιες φορές υψηλότερες από το κανονικό – χωρίς ντροπή. Σαν να μην ήμασταν άνθρωποι.

Τρώμε μόνο φακές, ρύζι, κονσέρβες με φασόλια. Τίποτα από αυτά δεν χορταίνει. Οι φακές – το μόνο διαθέσιμο – έχουν γίνει εχθρός μου. Η γεύση τους με αρρωσταίνει. Δεν μου δίνουν ούτε ενέργεια, ούτε ελπίδα.

Επιβιώνω με ένα γεύμα την ημέρα. Όπως όλοι στη Γάζα. Ένα γεύμα χωρίς πρωτεΐνες, χωρίς ασβέστιο, χωρίς ψωμί, χωρίς γεύση. Ένα γεύμα απογυμνωμένο από θρεπτικά συστατικά και νόημα. Κι όμως, κάθε μέρα πρέπει να εκτελώ εξαντλητικές εργασίες: να κουβαλάω καυσόξυλα, να μεταφέρω νερό από μακριά, να ανεβαίνω πέντε ορόφους με τις σκάλες, να ψάχνω ώρες για ένα κιλό αλεύρι που κοστίζει είκοσι δολάρια Αμερικής ή για μια κονσέρβα σαρδέλες που εξασθενεί το πνεύμα.

Όλα αυτά στο χαμηλότερο επίπεδο ενέργειας που έχω βιώσει ποτέ.

Σε αυτές τις συνθήκες, η γραφή παύει να είναι πράξη αντίστασης – γίνεται κάτι ακατόρθωτο. Το σώμα μου δεν μπορεί να με υποστηρίξει. Το μυαλό μου στροβιλίζεται ζαλισμένο. Προσπαθώ να ξεκινήσω ένα κείμενο, αλλά το κεφάλι μου είναι τόσο άδειο όσο και τα ράφια της πόλης. Δεν υπάρχει καμία ιδέα, καμιά ορμή, καμία εσωτερική φωνή να με σπρώξει μπροστά. Τίποτα δεν απομένει μέσα μου. Η πείνα σάρωσε το χώμα από όπου κάποτε βλάσταιναν οι λέξεις μου.

Το χειρότερο με την πείνα είναι ότι σε αποξενώνει από τον εαυτό σου. Χάνεις την ενσυναίσθηση. Μουδιάζεις. Συρρικνώνεσαι. Κοιτάς τη ζωή σου όπως θα την κοίταζε ένας ξένος. Φοβάσαι τον εαυτό σου και φοβάσαι για τον εαυτό σου. Το φαγητό γίνεται μια υπαρξιακή αφαίρεση, ένα μυθικό φάντασμα. Θυμάσαι γεύσεις που είχες ξεχάσει. Οι προτιμήσεις σου αλλάζουν. Μια κονσέρβα τόνος γίνεται το μεγαλύτερο σου όνειρο. Και όταν τη μαγειρεύεις με ένα κομμάτι πατάτας και λίγο ταχίνι, γιορτάζεις σαν να έφαγες το καλύτερο γεύμα του κόσμου.

Διαλύοντας τον Εαυτό

Αυτό το έργο δεν είναι απλώς μια τραγωδία. Είναι ένα έργο για τη γυμνότητα. Όταν η πείνα σε αφήνει χωρίς τίποτα άλλο εκτός τον εύθραυστο εαυτό σου, το εξασθενημένο σώμα σου και τη χαμένη γλώσσα σου. Όταν νιώθεις ότι ο κόσμος δεν σε βλέπει, δεν σε ακούει – και δεν είσαι καν σίγουρος αν κάποιος νοιάζεται αν ζεις ή αν πεθαίνεις.

Σε μια γενοκτονία η πείνα είναι κάτι περισσότερο από τη σωματική στέρηση. Είναι η διάλυση του εαυτού. Η αργή εξάλειψη της θέλησης για ζωή.

Αρχίζεις να αναρωτιέσαι:

Τι νόημα έχει το γράψιμο αν δεν μπορώ να νιώσω χορτάτος;

Τι νόημα έχει η μνήμη αν δεν μπορεί να μου είναι προσβάσιμη;

Τι νόημα έχει η ζωή αν κάθε μέρα ισοδυναμεί απλώς με μια αποτυχημένη προσπάθεια να εξασφαλίσω ένα γεύμα που δεν μοιάζει καν με φαγητό;

Σήμερα, όταν κάθομαι να γράψω, νιώθω ότι γράφω έξω από το σώμα μου. Οι λέξεις δεν είναι δικές μου, αλλά τα απομεινάρια αυτού που ήμουν κάποτε.

Γράφω γιατί πρέπει να κάνω κάτι για να ξεχάσω ότι λιμοκτονώ.

Η γραφή έχει γίνει ένας χρόνος εξάντλησης – που απαιτεί έναν σωματικό και συναισθηματικό αγώνα που δεν μπορώ να αντέξω.

Η πείνα σου κλέβει τη γλώσσα, όπως σου κλέβει τον ύπνο, την ανάπαυση, την ελπίδα.

Και το χειρότερο όλων:

Ο κόσμος είναι σιωπηλός.

Τελείως σιωπηλός.

Ως εάν η πείνα που με σκοτώνει να μην μπορεί να ακουστεί, να μην μπορεί να ιδωθεί, να μην σημαίνει τίποτα για κανέναν.

Είμαι συγγραφέας.

Ή, ήμουν.

Αλλά τώρα, δεν μπορώ πια να γράψω.

Πεινάω. Και η πείνα είναι πιο δυνατή απ’ τις λέξεις. Πιο δυνατή από την μνήμη. Πιο δυνατή από τη σκέψη. Πιο δυνατή από την ανάγκη μου να καταγράψω.

Αυτό δεν συνιστά υποχώρηση από τη γραφή. Είναι ολική παράλυση.

Δεν έχω πια τα εργαλεία να εκφραστώ.

Δεν έχω πια το σώμα για να κάθομαι.

Δεν έχω πια το μυαλό να σχηματίσω μια ολοκληρωμένη πρόταση.

Φοβάμαι ότι θα πεθάνω πριν μπορέσω να γράψω τον θάνατό μου.

Φοβάμαι πως η γλώσσα μου θα μείνει κλειδωμένη εντός μου, χωρίς ποτέ να βρει διέξοδο.

Φοβάμαι την πείνα περισσότερο από το θάνατο, γιατί σε παίρνει με αργά, αδηφάγα κύματα, μέχρι να γίνεις μια σκιά που αποσυντίθεται, ανίκανος ακόμη και να ουρλιάξεις.

Θα το διαβάσει αυτό κανείς;

Θα πιστέψει κανείς πως ένας συγγραφέας δεν μπορούσε πια να γράψει γιατί δεν είχε τίποτα να φάει;

Θα νοιαστεί κανείς που, σε μια γωνιά του κόσμου, άνθρωποι λιμοκτονούν σε τόσο απόλυτο βαθμό που οι ψυχές τους έχουν σιωπήσει;

Ίσως όχι.

Αλλά έγραψα αυτό εδώ – κόντρα σε όλα.

Για να πω πως η γραφή είναι δυνατή.

Μόνο αν στο σώμα επιτραπεί να επιβιώσει.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here