Της Άννας Τραϊανού
Μετάφραση: Σοφία Χατζοπούλου
Η κατάσταση που αντιμετωπίζουν τα συνδικάτα εκπαιδευτικών στην Ελλάδα συναντάται και σε πολλές άλλες χώρες. Σε αυτό το άρθρο, θα διερευνήσω τη διεθνή εμπειρία σχετικά με αυτό που αναγνωρίζεται ευρέως ως στρατηγική κρίση του εκπαιδευτικού συνδικαλισμού. Θα εξετάσω τις αιτίες του, τις μορφές που παίρνει, και τις προγραμματικές προτάσεις που γίνονται από διαφορετικές προσεγγίσεις για να ξεπεραστεί.
Σε πολλές χώρες με διαφορετικούς ρυθμούς και έκταση, η περίοδος 1960–1990 σήμανε την ανάπτυξη πολιτικών συστημάτων τα οποία ήταν συμπεριληπτικά όσον αφορά την εργασία (‘labour–inclusive’), και χαρακτηρίζονταν από την κοινοβουλευτική δημοκρατία, από δυνατά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, συγκεντρωτικά εργατικά συνδικάτα και έναν βαθμό εταιρικότητας στη διαμόρφωση πολιτικής (Streeck and Hassel 2003). Οι οργανώσεις των εργαζομένων συμπεριλήφθηκαν στην πολιτική και οικονομική διακυβέρνηση του μοντέρνου εθνικού κράτους. Η δημόσια εκπαίδευση δεν αποτέλεσε εξαίρεση σε αυτές τις εξελίξεις.
Για ένα μεγάλο μέρος του εικοστού αιώνα οι εκπαιδευτικοί και τα συνδικάτα εκπαιδευτικών θεωρούνταν από τις κυβερνήσεις ως εταίροι στη διαμόρφωση πολιτικής σε μεγάλα εθνικά πρότζεκτ (Nordin and Wahlstrom 2019). Για τους Weinstein and Zettelmeier (2022), η δραστηριότητα των συνδικάτων είχε διάφορες προοπτικές. Ως πρωταρχικό ρόλο, τα συνδικάτα είχαν την εκπροσώπηση των αναγκών των μελών τους στον χώρο εργασίας. Επίσης έπαιζαν σε διαφορετικό βαθμό κάθε φορά έναν σημαντικό ρόλο στη διοίκηση του εκπαιδευτικού συστήματος. Την ίδια στιγμή ως πολιτικοί παράγοντες, εκπροσωπούσαν τον εαυτό τους ως τη συλλογική φωνή των εκπαιδευτικών, θέλοντας να επηρεάσουν τις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις και τις πολιτικές, και ακόμα περισσότερο, ευελπιστώντας να γίνουν μια δύναμη ικανή να διαμορφώσει τον χαρακτήρα της κοινωνίας. Σε πολλές χώρες τα συνδικάτα είχαν σημαντική επιρροή στον χαρακτήρα της επέκτασης της εκπαίδευσης μεταπολεμικά, στη βάση των ιδανικών για ισότητα ευκαιριών, με το κράτος σε έναν καθοδηγητικό και εκτεταμένο ρόλο (Derouet and Normand 2011). Στις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου, οι εκπαιδευτικοί και τα συνδικάτα τους διακρίθηκαν για την αντίστασή τους σε δικτατορίες και στην αναδιαμόρφωση της εκπαίδευσης μετα-δικτατορικά (O’Malley και Boyd Barratt 1995; Rezola 2016). Αποτέλεσαν ένα ενεργό συστατικό και των κινημάτων για εκπαιδευτική αλλαγή και των προσπαθειών για την άνοδο του επαγγελματικού επιπέδου και των εργασιακών συνθηκών των μελών τους. Η σχέση μεταξύ του συνδικάτου και της πολιτικής δράσης ήταν συμπληρωματική παρά αποκλίνουσα: στην Ελλάδα για παράδειγμα η μετα-δικτατορική ιδέα του “δημοκρατικού σχολείου” συνδυάστηκε με τη διεκδίκηση για επαγγελματική αυτονομία, με ένα ευρύτερο όραμα ενός εκπαιδευτικού συστήματος που θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα του λαού (Traianou 2023).
Τη δεκαετία του 1990, οι κυβερνήσεις αποχώρησαν από τις ‘διαπραγματεύσεις’ με τα συνδικάτα (Streeck 2005) , προωθώντας έναν “βαθύ [νεο]φιλελευθερισμό των εθνικών οικονομιών” (ibid), ο οποίος είχε αποσταθεροποιητικά αποτελέσματα για την εργασία, και όσον αφορά την πολιτική επιρροή και την οικονομική ασφάλεια. Η επιτυχία των νεοφιλελεύθερων πολιτικών και ιδεών σχετίζεται με την παρακμή του συνδικαλισμού στον ανεπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο (Kelly 2018; Gumbrell–McCormick και Hyman 2013). Η παρακμή αυτή γίνεται αντιληπτή και ως πολιτική και ως εργασιακή. Αντικατοπτρίζεται όχι μόνο στην απώλεια της διαπραγματευτικής επιρροής αλλά και σε μια αλλαγή σε θεσμικό επίπεδο. Ο επανασχεδιασμός της εκπαίδευσης υπό την επιρροή του νεοφιλελευθερισμού συμπεριλαμβάνει την αναμόρφωση της “δημόσιας παιδείας” (Ball και Youdell 2008; Grimaldi και Serpieri 2012) που καθορίζεται ως τον “συνδυασμό θεσμών και οργανισμών”, τοπικών και εθνικών, μέσα από τους οποίους εφαρμόζονται “συλλογικά δεσμευτικές αποφάσεις” στον συγκεκριμένο τομέα της εκπαίδευσης (Jessop 1985). Οι Ball και Youdell (2008, 12) αναφέρουν σχετικά με αυτό την εμφάνιση ενός “συνδυασμού καινοτομιών, οργανωτικών αλλαγών, νέων σχέσεων και κοινωνικών συνεργασιών, όλες από τις οποίες παίζουν ένα ρόλο στον επανασχεδιασμού του ίδιου του κράτους”.
Η αλλαγή αυτή βασίζεται σε μια νέα προοπτική από την πλευρά των υπευθύνων χάραξης πολιτικής. Οι εκπαιδευτικοί και τα συνδικάτα θεωρούνται ως πρόβλημα στη χάραξη πολιτικής, ότι δεν διαθέτουν τη δυνατότητα να συμβάλλουν σε ένα πρόγραμμα εκπαιδευτικής αλλαγής, το οποίο δεν θα επικεντρώνεται στην επέκταση αλλά στην “ποιότητα” (Corrales 1999). Η στροφή στην ‘ποιότητα’ απαιτεί τη ρήξη με εδραιωμένες εργασιακές πρακτικές, μακριά από έναν επαγγελματισμό επικεντρωμένου στην εξειδίκευση και τη διακριτικότητα, και προς την κατεύθυνση μιας αντίληψης της εργασίας των εκπαιδευτικών που βασίζεται στην αποτελεσματική εφαρμογή διαδικασιών όπως αυτές καθορίζονται από όργανα ειδικών υπό την εποπτεία των σχολικών διοικήσεων (Maroy and Voisin 2017).
Όσον αφορά αυτή τη μεταστροφή, η αντιπολίτευση των εκπαιδευτικών συνδικάτων έχει προκαλέσει επικριτικά και πράγματι αρνητικά σχόλια σχετικά με τον ρόλο τους ως “ομάδες βέτο” οι οποίες μπλοκάρουν τη μεταρρύθμιση με γνώμονα την ποιότητα. Για τον Moe (2011, 244), τα “ βασικά επαγγελματικά συμφέροντα πάνω στα οποία βασίζονται οι οργανώσεις των εκπαιδευτικών – συγκεκριμένα η “πρωταρχική ανησυχία των εκπαιδευτικών για εργασιακή ασφάλεια, μισθούς, επιδόματα, και δικαιώματα και προνόμια στον χώρο εργασίας” – πάντα θα προκαταβάλλουν τα συνδικάτα ενάντια στις ριζοσπαστικές αλλαγές. Βάζοντας στο μικροσκόπιο την απόδοση του εκπαιδευτικού και παρέχοντας “αυστηρές αξιολογήσεις” για να προωθήσουν τη βελτίωση θα ήταν “απειλητικό” για συστήματα “στα οποία δεν υπήρχε ποτέ σοβαρή αξιολόγηση και όλες οι θέσεις εργασίας ήταν εξασφαλισμένες” (Moe 2015, 279).
Αυτές οι διαδικασίες, οι οποίες ήταν ήδη σε εξέλιξη πριν την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008, ενισχύθηκαν από τη λιτότητα. (Seymour 2014). Η ‘Κρίση’ χρησιμοποιήθηκε από τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής για να νομιμοποιήσουν τη ραγδαία πολιτική αλλαγή. Οι εκπαιδευτικοί ήρθαν αντιμέτωποι όχι μόνο με την οικονομική πίεση της λιτότητας στους μισθούς και στις συνθήκες εργασίας, αλλά και με μια σειρά αλλαγών στις επαγγελματικές πρακτικές, στους θεσμούς , και στις σχέσεις (Seddon, Ozga, και Levin 2013). Έχασαν σημαντικό μέρος της επιρροής τους ως πολιτικοί παράγοντες, ενώ η βάση των μελών τους αποδυναμώθηκε και αντίστοιχα περιορίστηκε η δυνατότητα τους για δράση (Holubová et al. 2022). Αντιμετώπισαν καινούργιες στρατηγικές προκλήσεις, με εκτεταμένες επιπτώσεις για την ταυτότητά τους και το νόημα της δουλειάς τους. Αν και η βιβλιογραφία είναι περιορισμένη, πρόσφατες έρευνες έχουν αρχίσει να ασχολούνται με αυτό το πρόβλημα, εξετάζοντας τις σχετικές στρατηγικές της πολιτικής τάξης και, ως ένα σημείο, των εργατικών συνδικάτων. Ο Merle (2019) περιγράφοντας την εφαρμογή του προγράμματος ‘Blanquer’ στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση στη Γαλλία, καταδεικνύει τη σκόπιμη απουσία διαβούλευσης από τη μεριά της διακυβέρνησης Macron. Η Pfefferkorn (2019) υπογραμμίζει την επιτυχία της Γαλλικής κυβέρνησης όσον αφορά τη δημιουργία “ μιας κατάστασης αποχαύνωσης μεταξύ των εκπαιδευτικών” με στόχο να τους “ αποπροσανατολίσει και να τους αποδιοργανώσει”. Μέσα από τη λεπτομερή ενασχόληση τους με τις μεταρρυθμίσεις στην Ιταλία , οι Peruzzo, Ball, και Grimaldi (2022) διαπραγματεύονται την κινητοποίηση από την πλευρά της κυβέρνησης “τεχνολογιών πολιτικής” οι οποίες περιλαμβάνουν την αυτονομία, την αξιολόγηση, και τη διοίκηση. Αυτές οι τεχνολογίες είχαν ένα στρατηγικό αποτέλεσμα, θεμελιώνοντας “μια κυβερνητική αλλαγή που αποκέντρωσε τις διαπραγματεύσεις στα σχολικά πλαίσια, μια μείωση του χώρου για συλλογικές διαπραγματεύσεις και δράσεις από τη πλευρά των συνδικάτων, καθώς επίσης διαδικασίες αποκολεκτιβοποίησης/ ατομικισμού στη σχέση εργαζόμενου και εργοδότη” (ibid).
Αναλύοντας με γενικούς, διατομεακούς όρους τις αντιδράσεις των συνδικάτων απέναντι σε αυτές τις προκλήσεις, κάποιοι ερευνητές (e.g. Kelly 2018) έχουν παρατηρήσει ότι οι συμπεριφορές των συνδικάτων προσομοιάζουν με αυτές των κοινωνικών κινημάτων σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από ότι αυτό συνέβαινε στα τέλη του εικοστού αιώνα. Χωρίς θεσμική επιρροή μετά την απόρριψη της κοινωνικής εταιρικότητας από το κράτος, τα συνδικάτα έχουν αναπτύξει ένα νέο ενδιαφέρον προς τις τακτικές και τις τεχνολογίες κινητοποίησης, με έναν λόγο που πλαισιώνει τις εμπειρίες των μελών με αντι-ηγεμονικούς τρόπους, και με ένα στρατηγικό ενδιαφέρον για τη δημιουργία συμμαχιών (ibid). Ωστόσο επισημαίνουν ότι αυτές οι καινοτομίες δεν ήταν ικανές να συγκρατήσουν το κύμα των νεοφιλελεύθερων πολιτικών και ότι τα συνδικάτα είναι το ίδιο πιθανό να υιοθετήσουν πιο συμβατικές προσεγγίσεις, οι οποίες έχουν σαν στόχο να διατηρήσουν όσο γίνεται περισσότερη θεσμική επιρροή (ibid.).
Στοιχεία για την κατανόηση των διλημμάτων και των συζητήσεων στο εργατικό κίνημα μπορεί κάποιος να βρει στη βιβλιογραφία σχετικά με τον εκπαιδευτικό συνδικαλισμό. Η πιο εκτεταμένη συζήτηση για τα ζητήματα στρατηγικής με τα οποία η μεταρρύθμιση έρχεται αντιμέτωπη με τα εκπαιδευτικά συνδικάτα είναι αυτή των Carter, Stevenson, και Passy (2010) επιμελημένη από τους Little et al. (2023). Στη βάση της Αγγλικής εμπειρίας , έχουν κατασκευάσει τρεις ιδεότυπους συνδικαλιστικής στρατηγικής, τη στερεοτυπική προσέγγιση (labelled rapprochement), την αντίσταση και την ανανέωση. Οι όροι της ανάλυσής τους έχουν ήδη υιοθετηθεί και από ερευνητές σε άλλες χώρες. Ακολουθώντας την αποδυνάμωση της επιρροής των συνδικάτων από τη μεταρρύθμιση της αγοράς, τα συνδικάτα σε κάποιες χώρες επέλεξαν μια νέα στρατηγική “προσέγγισης”, ακολουθώντας “το ρεύμα του επικρατούντος συστήματος”, έτσι ώστε να αντικαταστήσουν τις παραδοσιακές μορφές της συνδικαλιστικής δράσης με ένα σχέδιο εργασίας που στόχο θα έχει να επανακτήσουν τα συνδικάτα την ισχύ επιρροής του στην κοινή γνώμη καθώς και να αποκτήσουν έρεισμα στην κυβερνητική χάραξη πολιτικής (Maharaj και Bascia 2021, Ringarp καιnd Balzer 2022). Σε άλλες χώρες, αυτό δεν θεωρήθηκε ότι είναι μια αξιόπιστη στρατηγική σε καιρούς αυξανόμενου κυβερνητικού ανταγωνισμού.
Μια εναλλακτική λύση, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, ήταν η “αντίσταση”, πράγμα που σήμαινε την κινητοποίηση των πόρων που είχαν συσσωρεύσει τα συνδικάτα κατά τη περίοδο της εκπαιδευτικής επέκτασης, σε δράσεις που είχαν στόχο την ήττα των κυβερνητικών σχεδίων. Δεδομένων των δυσκολιών της “αντίστασης” σε καιρούς νεοφιλελεύθερης ανόδου, μια τρίτη στρατηγική εμφανίστηκε, η “ανανέωση”, μια αναδόμηση της ικανότητας του συνδικάτου από τη βάση. Οι Little et al (2023) αναφέρονται στη δράση του Εθνικού Συνδικάτου Εκπαίδευσης στην Αγγλία και Ουαλία όσον αφορά την υπεράσπιση των συνθηκών εργασίας των μελών του κατά τη διάρκεια της πανδημίας ως ένα επιτυχημένο παράδειγμα ανανέωσης, καθώς και στην αποτελεσματικότητα των απεργιών για το μισθολογικό που οργανώθηκαν από το Συνδικάτο το 2023. Η Ανανέωση δεν οδήγησε στην ανακατάληψη των θέσεων του συνδικάτου μέσα στη δημόσια εκπαίδευση,κ αλλά κατάφερε σε κάποιες περιπτώσεις να περιορίσει, έξωθεν, τη δυνατότητα δράσης του κράτους.
Η Ελλάδα έχει ένα μέρος από αυτή τη διεθνή εμπειρία. Από το 2008, η χώρα έχει βιώσει μια έντονη περίοδο συγκρούσεων. Το αποτέλεσμά της ήταν η επιτυχία των δυνάμεων της πολιτικής δεξιάς, οι οποίες στόχο έχουν να μετασχηματίσουν τις σχέσεις μεταξύ του κράτους, της οικονομίας και της κοινωνίας. Το επιτελικό κράτος, το οποίο συγκεντρώνει τη χάραξη πολιτικής ενώ ταυτόχρονα την προστατεύει από τη λαϊκή επιρροή, αποτελεί ένα σημαντικό στοιχείο αυτού του μετασχηματισμού. Η νέα δημόσια εκπαίδευση που βρίσκεται υπό κατασκευή αντικατοπτρίζει τις ευρύτερες θεσμικές αλλαγές και τις νέες σχέσεις και συνεργασίες μεταξύ των κοινωνικών παραγόντων που εμπερικλείει.
Οι Streeck και Hassel (2003) υποστηρίζουν ότι τα συνδικάτα, αντιμέτωπα με τις ισχυρές προκλήσεις του νεοφιλελευθερισμού, τείνουν να αποσύρονται πολιτικά από τα μεγάλα πολιτικά ζητήματα προς θέματα πιο στενά συνδεδεμένα με τη συλλογική διαπραγμάτευση. Αλλά στην Ελλάδα, τουλάχιστον στον εκπαιδευτικό τομέα, δεν έχει παρατηρηθεί ακόμα αυτή η τάση. Τα συνδικάτα συνεχίζουν να διεκδικούν την αναμόρφωση της Ελληνικής Δημόσιας παιδείας, θεωρώντας τη μεταρρύθμιση ως μια αποφασιστική πολιτική αλλαγή και ως μια απειλή στους όρους εργασίας των εκπαιδευτικών. Αυτή η διττή αντίληψη έχει τις ρίζες της στον ρόλο των συνδικάτων κατά την μεταδικτατορική περίοδο, όταν αυτά συμμετείχαν στο κίνημα για τη δημοκρατία, πέρα από τον αγώνα για τις οικονομικές διεκδικήσεις. Από αυτή την άποψη, ο εκπαιδευτικός συνδικαλισμός στην Ελλάδα προσομοιάζει με αυτόν σε άλλες χώρες, κυρίως στη νότια Ευρώπη, όπου τα συνδικάτα ενεργοποιούνταν ως κινήματα για την εκπαιδευτική αλλαγή και για την άνοδο του επαγγελματικού επιπέδου και των εργασιακών συνθηκών των μελών τους. Ενώ είναι αληθές ότι το εργατικό κίνημα στο σύνολό του κατέχει γενικά μια οικονομική και μια πολιτική ατζέντα, είναι συζητήσιμο το αν ο συνδυασμός των δύο είναι ένα ιδιαιτέρως δυνατό χαρακτηριστικό του εκπαιδευτικού συνδικαλισμού, και αν αυτό ισχύει και σήμερα. Για να αναπτυχθεί η απάντηση των συνδικάτων στις αλλαγές των πολιτικών στην εκπαίδευση στην Ελλάδα, πρέπει να δοθεί προσοχή και στην οικονομική ατζέντα αλλά θα χρειαστεί και μια ευρύτερη πολιτική ατζέντα.
Bιβλιογραφικές παραπομπές
Ball, S., D. Youdell. 2008. Hidden Privatisation in Public Education. Brussels: Education International Research
Carter, B., Stevenson, & H., & Passy, R. (2010). Industrial relations in education: Transforming the school workforce. London, England: Routledge.
Corrales, J. 1999. “The Politics of Education Reform: Bolstering the Supply and Demand; Overcoming Institutional Blocks.” The Education Reform and Management Series II (1): 1–52.
Derouet, J. L., & Normand, R. (2011). Caesars and rubicon: The hesitations of French policymakers in identifying a third way in education and training. Journal of Educational Administration and History, 43(2), 141–163.
Grimaldi, E., & R. Serpieri. 2012. “The Transformation of the Education State in Italy: A Critical Policy Historiography from 1944 to 2011.” Italian Journal of Sociology of Education 10 (1): 146–180.
Gumbrell-McCormick, R., & R. Hyman. 2013a. Trade Unions in Western Europe: Hard Times, Hard Choices. Oxford: Oxford University Press.
Kelly, J. 2018. “Rethinking Industrial Relations Revisited.” Economic and Industrial Democracy 39 (4): 701–709.
Little, G., E. Sharp, H. Stevenson, and D. Wilson. 2023. Lessons in Organising: What Trade Unionists Can Learn from the War on Teachers. London: Pluto Press.
Maharaj & Bascia 2021;
Merle, P. 2019. La loi Blanquer: une révolution conservatrice? La Vie des idees at: https://laviedesidees.fr/IMG/pdf/20190903_merle_blanquer-2.pdf.
Moe, M. T. (2015). Vested interests and political institutions. Political Science Quarterly, 130(2), 277–318. doi:10.1002/polq.12321
Nordin, A., & N. Wahlstrom. 2019. Policy Futures in Education 17 (3): 438–454.
O’Malley, P., & O. Boyd Barratt. 1995. Education for a Democratic Spain. London: Routledge.
Peruzzo, F., J. S. Ball, & E. Grimaldi. 2022. “Peopling the Crowded Education State: Heterarchical Spaces, EdTech Markets and New Modes of Governing During the COVID-19 Pandemic.” International Journal of Educational Research 114: 102006. https://doi.org/10.1016/j.ijer.2022.102006.
Pfefferkorn, R. 2019. “Inquiétante cohérence des « réformes » Blanquer et Vidal, Hiérarchisation des établissements et aggravation des inégalités sociales.” Raison présente 2019 (2)(N° 210): 51–62. https://doi.org/10.3917/rpre.210.0051.
Rezola, M. I. 2016. “The Revolution in School or a School in Revolution. About a Recent Essay.” History of Education & Children’s Literature XI (1)(2016): 443–447.
Ringarp, J., & C. Balzer. 2022. Swedish Teachers’ Unions: A Shared Strategy (Los sindicatos docentes suecos: trabajo estratégico conjunto) La Revue internationale d’éducation de Sèvres, December 91:55-65.
Streeck, W. 2005. “The Sociology of Labor Markets and Trade Unions.” In The Handbook of Economic Sociology, edited by N. J. Smelser, and R. Swedberg, 254–283. Princeton: Princeton Univ. Press.
Traianou, A. 2023. “Evaluation and Its Politics: Trade Unions and Education Reform in Greece.” Education Inquiry, https://doi.org/10.1080/20004508.2023.2193015.
Weinstein, J., & W. Zettelmeier. 2022. Introduction. Les syndicats d’enseignants: un acteur éducatif et sociopolitique en recul ou en renouveau?, Revue internationale d’éducation de Sèvres [Online], 91 December.
- Αναδημοσίευση από το περιοδικό Σελιδοδείκτης για την Εκπαίδευση και την Κοινωνία, τεύχος 20, άνοιξη 2024 σελ. 56-60

































