Η αποχή των νέων από τις εκλογικές διαδικασίες και η τάση απομάκρυνσης τους από τους επίσημους πολιτικούς θεσμούς είναι ένα φαινόμενο που έχει απασχολήσει τον δημόσιο διάλογο. Συχνά στην καθημερινή ζωή ακούμε σχολιασμούς για την απάθεια των νέων, την έλλειψη εμπιστοσύνης στους πολιτικούς, την αποπολιτικοποίηση και την απουσία οραματισμού της νεολαίας. Δεν είναι σκοπός αυτού του κειμένου να αναλύσει τις πολιτικές στάσεις των σημερινών νέων.
Αυτό που θα προσπαθήσουμε είναι να αναδείξουμε κάποια υπόγεια ρεύματα της ελληνικής νεολαίας που εκφράζουν με τον δικό τους τρόπο τη δυσφορία τους για τους κοινωνικούς και πολιτικούς θεσμούς χωρίς, ωστόσο, να είναι πολιτικά απαθείς. Οι νέοι αυτοί δεν φαίνεται να κινητοποιούνται από ιδεολογικά σχήματα και αφηγήσεις του παρελθόντος που ενέπνεαν τη γενιά της μεταπολίτευσης και πάλευαν για έναν καλύτερο κοινωνικό κόσμο στρατευμένοι στις τάξεις των (συνήθως αριστερών) πολιτικών νεολαιών. Βιώνουν την πολιτική με τους δικούς τους όρους, τις δικές τους ηθικές, περιβαλλοντικές και πολιτικές αξίες, σύμφωνα με τις οποίες η πολιτική είναι παντού, όχι μόνο στις εκλογές και στην κεντρική πολιτική σκηνή.
Στις σύγχρονες συνθήκες οι νέοι έχουν στραφεί σε μορφές πολιτικής συμμετοχής και συλλογικής δράσης γύρω από επιμέρους θέματα που τους απασχολούν και αφορούν υλικές (για παράδειγμα η εργασιακή επισφάλεια και η διατροφή) και μεταϋλιστικές αξίες (περιβάλλον, οικολογία, ταυτότητες φύλου, σεξουαλικός προσανατολισμός, ελεύθερος χρόνος κ.α.). Οι πρακτικές της DIY (Do It Yourself/Kάντο μόνος σου) κουλτούρας αποτελεί μέρος αυτών των μορφών πολιτικής συμμετοχής και παρέμβασης, ιδιαίτερα στην μικρο-κλίμακα του αστικού χώρου, με τις οποίες οι νέοι εκφράζονται δημιουργικά και βιώνουν την ικανοποίηση της πραγμάτωσης μικρών αλλαγών που αλλάζουν τις τροχιές της ζωής τους. Ο όρος DIY, καλύπτει μια σειρά εναλλακτικών τρόπων πολιτισμικής δραστηριότητας και κοινωνικής εργασίας που δεν διέπονται από τη λογική της απόκτησης τυπικών προσόντων και κατάρτισης, αλλά βασίζονται στην πρακτική γνώση και την τεχνογνωσία που αποκτάται μέσω της συμμετοχής σε κοινωνικές πρακτικές, κυρίως νεανικών πολιτισμών, που οργανώνονται έξω από τη λογική της εμπορευματοποίησης και της ανταλλακτικής αξίας.
Η κουλτούρα του DIY βασίζεται στην ιδέα πως μπορούμε να κάνουμε μόνοι μας μέρος των δραστηριοτήτων που αφορούν τις ζωές μας παράγοντας αγαθά και υπηρεσίες που έχουν αποικιστεί από το βασίλειο της καπιταλιστικής παραγωγής. Πολιτισμικές πρακτικές, μουσικές συναυλίες, εκπαιδευτικές δράσεις, συλλογικές μορφές διαμαρτυρίας, εικαστικές παρεμβάσεις και εκδόσεις περιοδικών στην πόλη μπορούν να δημιουργηθούν με αυτοοργανωμένους τρόπους, αξιοποιώντας την ανθρώπινη δράση, τους διαθέσιμους πόρους, τα κοινωνικά δίκτυα και τις δυνατότητες των νέων ψηφιακών τεχνολογιών (Holtzman, Hughes & Van Meter 2007). Οι πολιτικές του DIY είναι συχνά κατακερματισμένες, τοπικά εδραιωμένες και εμπεριέχουν αντιφάσεις και αμφισημίες και δεν υπόσχονται σχεδιασμούς ευρύτερων κοινωνικών μετασχηματισμών. Ωστόσο, στο πλαίσιο της νεανικής κουλτούρας παράγουν άμεσα και ορατά αποτελέσματα στη μικρή κλίμακα που επηρεάζουν την κοινωνική καθημερινότητα των νέων. Τέτοιες πρακτικές αναπτύσσονται κυρίως στη σφαίρα του πολιτισμού και της μουσικής αλλά σε ιδιαίτερες κοινωνικές συνθήκες μπορούν να φωλιάσουν σε ευρύτερες σφαίρες της κοινωνικής ζωής, όπως είναι ο συνεργατική και αλληλέγγυα οικονομία και οι πολιτικές των κοινών.
Μουσικές σκηνές και DIY
Οι πρακτικές του DIY έχουν ευρεία εφαρμογή στο πλαίσιο ιδιαίτερων νεανικών πολιτισμών συνδεδεμένων με μουσικά ρεύματα και ανεξάρτητες μουσικές σκηνές. Οι ρίζες του DIY κινήματος βρίσκονται στην πανκ κουλτούρα των δεκαετιών 1970 και 1980, η οποία επιδίωκε να απαντήσει στην εκτεταμένη εμπορευματοποίηση της ροκ μουσικής, η οποία ενσωμάτωνε τη λογική του πολιτισμού του θεάματος και του καταναλωτισμού μπολιασμένη με περισσή επιτήδευση και κονσερβαρισμένο lifestyle. Ως απάντηση επέλεξε τη ανάπτυξη τοπικών μουσικών σκηνών που βασίζονται στη λογική του DIY. Ο αυτοσχεδιασμός στη μουσική επιτέλεση, η οργάνωση από-εμπορευματοποιημένων μουσικών συναυλιών, η οικειοποίηση ιδιαίτερων χώρων μουσικής επιτέλεσης, το κοινοτικό βίωμα της μουσικής και η έμφαση στην αξία χρήσης και όχι στην εμπορευματική χρήση της μουσικής ήταν στο επίκεντρο του κινήματος (Moran 2010, Κολοβός 2015) που αργότερα επεκτάθηκε και σε άλλες underground μουσικές σκηνές, όπως είναι η ανεξάρτητη hip-hop σκηνή και το rap (Miszczynski 2013, Mitchel 2007).
Τα αυτοργανωμένα πάρτι και οι αυτοσχέδιες συναυλίες σε ελεύθερους χώρους και η αντι-εμπορευματική στάση στη διαδικασία της πολιτισμικής και μουσικής παραγωγής και διανομής είναι χαρακτηριστικά στοιχεία των DIY στρατηγικών. Στην πράξη αυτό σημαίνει πως αυτοοργανωμένες μουσικές εκδηλώσεις, παραγωγές cd και έντυπων εναλλακτικής επικοινωνίας (zines) αντιμετωπίζονται με όρους κοινωνικής αξίας και απαγκιστρώνονται από τη λογική του εμπορεύματος και του χρηματικού αντίτιμου. Τα κοινωνικά προϊόντα που γεννιούνται από τέτοιες πρακτικές είναι προσβάσιμα στον καθένα. Για την κάλυψη επιμέρους εξόδων επιστρατεύεται η ελεύθερη και προαιρετική οικονομική συνεισφορά του κάθε συμμετέχοντα με βάση τις οικονομικές του δυνατότητες. Οι αυτοοργανωμένες συναυλίες οργανώνονται από τους ίδιους τους μουσικούς ή από κινηματικές ομάδες, η διαμονή σε άλλη πόλη εξασφαλίζεται με την πρακτική της φιλοξενίας, τα έξοδα που αφορούν τη χρήση ηχητικών συστημάτων καλύπτονται μέσα από το «κουτί» στο οποίο οι συμμετέχοντες στη συναυλία προσφέρουν εθελοντικά την συνεισφορά και η αγορά ποτών ακολουθεί την ίδια διαδικασία. Οι οργανωτές λειτουργούν ως μια κοινότητα και η μουσική προσλαμβάνεται ως ένα κοινωνικό αγαθό απαγκιστρωμένο από τη λογική του εμπορεύματος.
Οι εναλλακτικές μουσικές σκηνές διατηρούν την αυτονομία τους από την πολιτιστική βιομηχανία και την ίδια ώρα αφήνουν χώρο για την ανάδυση και τη σταδιοδρομία των μουσικών δημιουργών μέσα από τη χρήση εναλλακτικών δικτύων επικοινωνίας που συγκροτούνται στο διαδίκτυο. Οι ψηφιακές τεχνολογίες παραγωγής βίντεο και μουσικής απελευθερώνουν δυνατότητες παραγωγής πολιτιστικών αγαθών με χαμηλό κόστος και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ιδιαίτερα ο ιστότοπος του youtube, επιτρέπει τη διανομή και την ελεύθερη κυκλοφορία της μουσικής.
Το ήθος και η αισθητική της μουσικής DIY αλλά και οι δυνατότητες ανέλιξης και σταδιοδρομίας μουσικών της ανεξάρτητης σκηνής σε τοπικό, εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο μέσα από τις ευκαιρίες που δίνει ο κυβερνοχώρος έχει δημιουργήσει ένα ευέλικτο, κινητικό και κοσμοπολίτικο μουσικό περιβάλλον και έχει ενισχύσει προϋπάρχουσες αμφισημίες. Από τη μια οι πρακτικές του DIY παραμένουν μια πράξη αντίστασης στους κυρίαρχους τρόπους πολιτισμικής παραγωγής και την ίδια ώρα λειτουργούν ως νέα κανάλια επαγγελματικής σταδιοδρομίας στις ανεξάρτητες μουσικές σκηνές, στις οποίες συχνά οι μουσικοί προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στην επιθυμία της ανεξαρτησίας τους από την μουσική βιομηχανία και της ανάγκη της βιωσιμότητα των εναλλακτικών μουσικών πρακτικών, κάτι που, συχνά απαιτεί επιμέρους προσαρμογές και συμβιβασμούς. Σε κάθε περίπτωση, η διαδικασία κυοφορεί μια συλλογική αίσθηση επιτευγμάτων και ανεξαρτησίας καθώς μια νέα γενιά νέων προσπαθεί να ξεφύγει από τη σκιά της εμπορευματοποιημένης ποπ κουλτούρας και να φτιάξει τις δικές τους υπο-πολιτισμικές τροχιές ζωής και μουσικής σταδιοδρομίας (Bennett 2018)
Απαντώντας στις συνθήκες κρίσης
Μολονότι η κουλτούρα του DIY είναι συνδεδεμένη με νεανικούς πολιτισμούς και εναλλακτικά μουσικά ρεύματα, στις δύο τελευταίες δεκαετίες αναπτύχθηκε και ως μια απάντηση στη συνθήκη της πρόσφατης παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και της κυριαρχίας του μοντέλου της ευέλικτων εργασιακών σχέσεων που επιδείνωσε την επισφαλή θέση των νέων σε μια ρευστή αγορά εργασίας. Σε ένα περιβάλλον διαδοχικών κρίσεων οι ζωές των νέων τείνουν να παγιδευτούν σε μια συνθήκη οριακότητας όπου ο χρόνος σχετικοποιείται και αποικιοποιείται από τις ανάγκες της παραγωγής. Η κακοπληρωμένη εργασία σε βραχυπρόθεσμες και μερικής απασχόλησης θέσεις εργασίας εναλλάσσεται με την ανεργία δημιουργώντας μια δυστοπική συνθήκη στην οποία οι εργαζόμενοι αδυνατούν να οργανώσουν και να προγραμματίσουν τα σχέδια ζωής τους, να οραματιστούν και να συγκροτήσουν ένα χρόνο ελευθερίας και δημιουργικότητας που διαχρονικά αποτελούσε ένα πρόταγμα της νεωτερικότητας (Ζαϊμάκης & Δρακωνάκης 2021).
Με αυτόν τον τρόπο, υποστηρίζει η διακεκριμένη κοινωνιολόγος του πολιτισμού Andy Bennett, η έννοια της μουσικής καριέρας μέσα από την πρακτική του DIY αποκτά μια νέα ηθική αντίστασης. Είναι μια εναλλακτική που αντανακλά την επιθυμία των νέων να αποδράσουν από μια πεζή, ανούσια, αλλοτριωμένη και επισφαλή εργασία σε μια παγκοσμιοποιημένη σφαίρα περιστασιακής εργασίας (Bennett 2018) σε χώρους που δεν εξασφαλίζουν την εργασιακή ασφάλεια αλλά τουλάχιστον περιλαμβάνουν τη δυνατότητα μιας πιο δημιουργικής και ευχάριστης εργασία με παιγνιώδη χαρακτήρα.
Η αλλοτρίωση και η επισφάλεια αυτού του πρεκαριάτου νέων εργαζομένων έχει ωθήσει ορισμένους νέους να αξιοποιήσουν τις δεξιότητές τους ως μουσικοί, καλλιτέχνες, μουσικοί παραγωγοί, συγγραφείς, γραφίστες κ.λπ. και να αναζητήσουν δραστηριότητες που προσωπικά βρίσκουν πιο ικανοποιητικές και δημιουργικές. Σε άλλες περιπτώσεις, οι νέοι αξιοποιούν τις δημιουργικές τους ικανότητες σε εναλλακτικά εργασιακά περιβάλλοντα σε συνεργατικά εγχειρήματα που δίνουν έμφαση στην αξία χρήσης των παραγόμενων προϊόντων και όχι στην ανταλλακτική τους αξία. Εδώ η πρακτική του DIY συναντιέται με τις πολιτικές των κοινών και την λογική του συνεργατισμού και της αλληλέγγυας οικονομίας. Από αυτή τη σκοπιά ορισμένοι συγγραφείς επιλέγουν να χρησιμοποιούν τον εναλλακτικό όρο DIO (Do It Ourselves/Kάντο μόνοι σας) σε μια προσπάθεια να δοθεί έμφαση στη συλλογική δράση και να συνδέσουν αναλυτικά την ηθική φιλοσοφία του DIY με τις πρακτικές των κοινών και τη λογική του συνεργατισμού (Pickard 2018).
Οι κατά βάση νομαδικές και αποσπασματικές πολιτικές του DIY δεν προδιαγράφουν ένα οραματικό σχέδιο μιας άλλης κοινωνία ούτε συνιστούν μια απάντηση στην αλλοτριωμένη εργασία και την εργασιακή εκμετάλλευση. Ωστόσο, διευρύνουν τα όρια της πολιτικής δράσης, αναδεικνύουν δυνατότητες μικροαλλαγών στο σήμερα, τροφοδοτούν το κοινωνικό φαντασιακό με νέες δυνατότητες κοινωνικών σχέσεων και ανθρώπινης δραστηριότητας που συνδέεται με βαθύτερες ανάγκες των συμμετεχόντων. Είναι συμπεριληπτικές πρακτικές που επιτρέπουν στους νέους να βιώσουν το αίσθημα του συνανήκειν, να ενδυναμωθούν, να διαπραγματευθούν και να οικειοποιηθούν εναλλακτικές ταυτότητες. Σε κάποιο βαθμό τα κοινά που διαμορφώνονται μέσα από τους πολιτισμούς του DIY μπορεί να είναι μια απάντηση στην οικολογική κρίση και τα αδιέξοδα της ανεξέλεγκτης οικονομικής ποσοτικής ανάπτυξης (growth) που αποικιοποιεί ολοένα και περισσότερο σφαίρες της κοινωνικής ζωής. Οι νέοι χρησιμοποιούν τις δυνατότητες των νέων ψηφιακών τεχνολογιών για να δημιουργήσουν ψηφιακές κοινότητες ομάδων με κοινά ενδιαφέροντα που λειτουργούν ως καταφύγιο κοινότητας σε ένα κατακερματισμένο κοινωνικό κόσμο.
Πόλη, DIY και κοινά
Το δικαίωμα στην πόλη στο έργο του Ηenry Lefebvre ήταν μια κραυγή αγωνίας για την κρίση της καθημερινότητας στις μεγάλες πόλεις της Γαλλίας αλλά και ένα αίτημα για τη δημιουργία εναλλακτικών χώρων και μιας διαφορετικής αστικής ζωής λιγότερο αλλοτριωμένης, με περισσότερο νόημα και ανεπιτήδευτη καινοτομία. Στο κλασσικό κείμενο του για το δικαίωμα στην πόλη ο Lefebvre έφερνε στο προσκήνιο την αναγκαιότητας διαμόρφωσης ενός κοινωνικού κινήματος που διεκδικούσε μια πόλη της κοινωνικής χειραφέτησης και των κοινών αγαθών (Lefebvre 2011).
Το αίτημα αυτό είναι σημαντικό σε περιόδους έντασης της διαδικασίας περιφράξεων των δημόσιων χώρων της πόλης, στους οποίους κοινόχρηστοι χώροι (πλατείες, δρόμοι, σχολεία, αγροκτήματα, φυτά, παραλίες κλπ.) αποικιοποιούνται από την αγορά. Η σύγχρονη πόλη παρέχει λιγοστές ευκαιρίες στους κατοίκους να συναντηθούν, να συμμετέχουν σε συλλογικές δράσεις και να διεκδικήσουν αλλαγές στο φυσικό και το οικιστικό της περιβάλλον. Οι πολιτισμοί του DIY μπορούν να λειτουργήσουν ως μια αντίθετη τάση, μια κίνηση από κάτω προς τα πάνω, ως ένα πεδίο νέων δυνατοτήτων για τη δημιουργία κοινών στην ζωή της πόλης (Volont 2019). Κάνοντας πράξη το δικαίωμα στην πόλη κοινωνικά κινήματα και νεαροί ακτιβιστές αξιοποιούν την λογική του κάντο μόνος σου, παρεμβαίνουν στη γεωγραφία της πόλης, οικειοποιούνται και νοηματοδοτούν ιδιαίτερους χώρους της, εξερευνούν και δυνητικά αναπτύσσουν μια εναλλακτική πόλη, αισθητικά και πολιτικά προκλητική (Iveson 2013).
Οι τακτικές που αναπτύσσουν οι ακτιβιστές του DIY δεν απαιτούν οικονομικές επενδύσεις αξιοποιούν το καθημερινό και απτό παρά το μνημειώδες και το πομπώδες. Αφορούν μικρής κλίμακας και χαμηλού κόστους παρεμβάσεις στο αστικό τοπίο της σύγχρονης πόλης που στοχεύουν στη βελτίωση του κοινωνικοπολιτισμικού ή αισθητικού δυναμικού της. Οι συμμετέχοντες δεν αρκούνται στην αναζήτηση μιας καλύτερης πόλης σε ένα μακρινό μέλλον και δεν περιμένουν την άδεια για να κάνουν πράγματα διαφορετικά. Οι από τα κάτω πειραματισμοί στο σώμα της πόλης μέσα από πρωτοβουλίες πολιτών δημιουργούν κοινωνικό χώρο με τη μορφή της αξίας χρήσης, ως όχημα για την ικανοποίηση κοινωνικών αναγκών.
Τα παραδείγματα αυτών των μικροχωρικών παρεμβάσεων είναι πολλά. Οι τοίχοι ερειπωμένων σπιτιών και εγκαταλελειμμένων εργοστασίων γίνονται χώροι δημόσιας εικαστικής παρέμβασης και οπτικής διαμαρτυρίας των νέων διαμορφώνοντας πολιτιστικές ετεροτοπίες στο οπτικό παλίμψηστο της πόλης (Ζaimakis 2015). Οι δρόμοι, οι γειτονιές και μικρά πάρκα γίνονται χώροι συγκέντρωσης και πολιτισμικής επικοινωνίας νέων ανθρώπων, μουσικών και καλλιτεχνών της DIY σκηνής που λειτουργούν έξω από τα habitus της κατανάλωσης. Oι παραλίες γίνονται χώροι για παιχνίδι και συλλογική ψυχαγωγία. Αυτοοργανωμένες αθλητικές ομάδες αξιοποιούν αθλητικούς χώρους ως κοινά αγαθά στα οποία τα αθλητικά παιχνίδια επανακτούν την κοινωνική τους χρησιμότητα, ως εθελούσιες πρακτικές του ελεύθερου χρόνου απαλλαγμένες από την εργαλειακή λογική του αθλητισμού του θεάματος και της κατανάλωσης (Zaimakis 2023). Σκαλοπάτια δημόσιων χώρων γίνονται χώροι για συλλογικές εμπειρίες και δράσεις των skaters. Συνεταιριστικά καφενεία και αυτοδιαχειριζόμενοι πολιτιστικοί χώροι, πειρατικοί σταθμοί και ψηφιακοί ιστότοποι εναλλακτικής επικοινωνίας εμπλουτίζουν την κοινωνική εμπειρία στη χοάνη της αστικής ζωής.
Μέσα σε αυτές τις δημιουργικές κοινότητες καλλιεργείται η τέχνη της συλλογικής εργασίας, διαμορφώνονται τοπικές σκηνές κοινωνικών κινημάτων που αντανακλούν μια επιθυμία επιστροφής στο αστικό χωριό, στην ατμόσφαιρα της λαϊκής γειτονιάς, στην αποκατάσταση της διαλυμένης κοινότητας (Creasap 2012). Οι δημιουργικές κοινότητες του DIY μπορούν να παρεμβαίνουν και σε κάποιο βαθμό να αλλάζουν τους χώρους και τις χρήσεις της πόλης. Οι δημόσιοι χώροι είχε υποστήριξε ο Pagano (2013) πρέπει να είναι συμμετοχικοί, να δημιουργούνται και διαχειρίζονται, και όχι απλώς θαυμάζονται, από τους χρήστες τους. Οι νέοι που εμπλέκονται στην σκηνή του DIY δεν έχουν ένα σχέδιο για την κοινωνική αλλαγή και δεν μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο, αφήνουν όμως σημάδια και συμβολισμούς στον δημόσιο χώρο της πόλης εκεί όπου οι πολιτικές του DIY συναντώνται με τις πολιτικές των κοινών. Έτσι παρά τα όρια τους, τις αμφισημίες και αντιφάσεις που παρουσιάζουν στο εσωτερικό τους, και δεν είναι του παρόντος για να αναλυθούν, ανοίγουν κάποιες χαραμάδες αισιοδοξίας για όσους εξακολουθούν να πιστεύουν πως υπάρχουν ακόμη εναλλακτικές.
* Ο Γιάννης Ζαϊμάκης είναι καθηγητής Κοινωνιολογίας του Πολιτισμού, του Αθλητισμού και της Κοινότητας, Τμήμα Κοινωνιολογίας Πανεπιστήμιο Κρήτης.
Βιβλιογραφία
Bennet A. (2018). Youth, Music and DIY Careers. Cultural Sociology 12(2), 133–139.
Ζαϊμάκης Γ. και Δρακωνάκης Α. (2021). Σπαταλημένοι χρόνοι: αφηγήσεις ζωής επισφαλών εργαζομένων για τον ‘ελεύθερο χρόνο’. Στο: Μ. Σπυριδάκης & Β. Κράββα (επιμ.), Τροχιές επισφάλειας: εθνογραφικές προσεγγίσεις. Αθήνα, Gutenberg, 410-440.
Zaimakis, Y. (2023). Reclaiming the football commons: self-organized Antifa sport clubs against modern football in crisis-stricken Greece. Soccer & Society. 24(5), 682-697.
Zaimakis, Y. (2015). ‘Welcome to the civilization of fear’: On political graffiti heterotopias in Greece in times of crisis”. Visual Communication 13 (4), 373-396.
Holtzman, Β., Hughes C. & Van Meter K. (2007). Do It Yourself and the movement beyond capitalism. Στο, Shukaitis S. & Graeber D. (Eds) Constituent imagination: Militant investigations, collective theorization. Edinburgh, AK Press, 44-61.
Iveson, Κ. (2013). Cities within the city: Do it yourself urbanism and the right to the city, International Journal of Urban and Regional Research 37 (3), 941-956.
Creasap, Κ. (2012) Social movement scenes: Place-based politics and everyday resistance. Sociology Compass 6(2), 182–191.
Κολοβός, Γ. (2015). Κοινωνικά απόβλητα: Η ιστορία της πανκ σκηνής στην Αθήνα, 1979-2015. Αθήνα, Απρόβλεπτες.
Lefebvre, Η. (2007). Το δικαίωμα στην πόλη. Χώρος και πολιτική (μτφρ. Τουρνικιώτης Π.) Αθήνα, Κουκίδα.
Marcuse, P. (2009). From critical urban theory to the right to the city. City 13 (2/3), 185–97
Mitchel, T. (2007). The diy habitus of Australian Hip Hop. Media International Australia 123 (1),109-122.
Miszczynski, M. (2013). ‘Rapped Resistance and capitalism’: Contexts, identities, and distribution of DIY Rap in Poland. Anthropology of East Europe Review 31 (1), 42-54.
Moran, I. P. (2010). Punk: The Do-It-Yourself subculture. Social Sciences Journal 10 (1), 58-65.
Pagano, C. (2013). DIY Urbanism: Property and process in grassroots city building. Marquette Law Review 97, 335–389.
Pickard, S., (2018). Young people and DIO politics: Do-It-Ourselves political participation. Στο, S. Pickard (ed.) Politics, Protest and Young People: Political Participation and Dissent in 21st Century Britain. Palgrave, 372-405.
Volont, L. (2019). DIY Urbanism and the lens of the commons: Observations from Spain. City & Community 18 (1), 257-276.
*Αναδημοσίευση από το Περιοδικό “Σελιδοδείκτης για την Εκπαίδευση και την Κοινωνία”, τ.18-19, Φθινόπωρο 2023, σελ.27-31.

































