De te fabula narratur

0
487
Εκτύπωση
της Όλγας Τσιλιμπάρης,

Για σένα μιλάει αυτή η ιστορία. Και για μένα και για μας, όχι μονάχα για τους μετανάστες και τους πρόσφυγες και για τους άλλους της γης τους κολασμένους. Όσο μιλάει για τους Άλλους, άλλο τόσο κι ακόμα περισσότερο μιλάει για μας, ανατέμνει τα βαριά άρρωστα σωθικά αυτής της κοινωνίας, με επώδυνη ακρίβεια, υποδεικνύοντας, ταυτόχρονα, εκ του αντιστρόφου, και την οδό της ίασης.

Τι συμβαίνει, όταν ένας καινούριος υπάλληλος καταφτάνει στο περιβόητο γραφείο 20/4 της κρατικής υπηρεσίας, προκειμένου να αναλάβει καθήκοντα, και συναντιέται με έναν βετεράνο συνάδελφό του καθώς και με τον προϊστάμενο; Τα όσα διαδραματίζονται, αποτυπωμένα δια χειρός Θανάση Τριαρίδη, μας τα αφηγούνται επί σκηνής οι νεαροί και ταλαντούχοι Γιώργος Γκιόκας, Νίκος Μαρνάς, Λεωνίδας Μπακάλης και Νίκος Στεριώτης, υπό την εμπνευσμένη σκηνοθετική μπαγκέτα των δύο πρώτων. Και μας συνεπαίρνουν.

” Να ξέρετε πως αυτό που ακούτε είναι σφύριγμα τρένου”. Στον τίτλο, ήδη, του έργου υπάρχει όχι απλός υπαινιγμός αλλά ευθεία αναφορά στον προϊόντα και διαρκώς επεκτεινόμενο σύγχρονο κοινωνικό και πολιτικό εκφασισμό. Μέσα σε ένα, γνωστό και από άλλα έργα του Τριαρίδη, δυστοπικό κλίμα, εκείνο της υπόγειας ανυπόφορης έντασης, της εκρηκτικής δυσφορίας,  του ασφυκτικού φόβου και της ακραίας δυσπιστίας, με πρόσωπα/ τύπους και όχι χαρακτήρες επί σκηνής, ο φασισμός της σβάστικας έχει υποκατασταθεί πλήρως – και επιτυχημένα – από το φασισμό της γραβάτας. Η παραχάραξη της ιστορικής μνήμης έχει αγγίξει τα οργουελικά όρια της ολοσχερους διαγραφής της, σε σημείο που ο αρχαιότερος υπάλληλος, επί χρόνια αφοσιωμένος στυλοβάτης της κρατικής καταστολής( ως άλλος Ερνστ Ρομ*), προτού συνειδητοποιήσει ότι πάει για απόσυρση,  νοσταλγεί τις παλιές καλές εποχές της καθαρής ωμής βίας. Τώρα η βία τέτοιου τύπου δεν είναι, πλέον, αναγκαία , καθώς η κοινωνική πραγματικότητα έχει περιέλθει σε κατάσταση παγερής αποστείρωσης. Τα πάντα φαίνεται να βρίσκονται υπό τον έλεγχο μιας παντοδύναμης εξουσίας, εξολοκλήρου νομιμοποιημένης στα μάτια της νεότερης γενιάς, ο σκηνικός εκπρόσωπος της οποίας νεαρός υπάλληλος μπορεί, κάλλιστα, να είναι και αλγοριθμικό ολόγραμμα. Οι γενοκτονικές πρακτικές του παρελθόντος σε βάρος ανυπεράσπιστων προσφύγων δεν συντηρούνται καν ως ιδρυτικοί μύθοι του παρόντος, δεν αντιστοιχούν ούτε κατά προσέγγιση σε τρέχουσες λέξεις και έννοιες. Το έγκλημα έχει συντελεστεί πλήρως και έχει απωθηθεί ολοσχερώς.

Το πνεύμα του έργου υπηρετείται με συνέπεια, δημιουργικότητα και γνήσια έως δαιμόνια έμπνευση από τη σκηνοθετική γραμμή και τις σκηνικές ερμηνείες των ηθοποιών. Η στα όρια της καρικατούρας απόδοση των τύπων του νέου υπαλλήλου και του προϊσταμένου προστατεύει από σοβαροφανή ολισθήματα. Παράλληλα, σε συνδυασμό με τον ωμό κυνισμό αλλά και την ειλικρίνεια του παλαίμαχου υπαλλήλου, αποδομεί τον ( βολικό για τη συνέχιση της αδράνειας) μύθο της ακλόνητης και αδιαπέραστης από οποιαδήποτε αμφισβήτηση ή εσωτερική αντίφαση ολοκληρωτικής εξουσίας. Ειδικά η ειρωνική απολογητική του «μάχιμου φασισμού», εκφερόμενη από τον παλαίμαχο υπάλληλο, με ύφος αλαζονικού απαράτσνικ** της δεκαετίας του ΄80, προκαλεί, κυριολεκτικά,  σφίξιμο στο λαιμό. Η δε περσόνα του διευθυντή, ζωγραφισμένη  με queer πινελιές σοφής οικονομίας, παραπέμπει μελαγχολικά στο ανεστραμμένο είδωλο των κινηματικών αναζητήσεων της LGBTQ κοινότητας των δεκαετιών 70 και 80: ένα αδηφάγα καταναλωτικό και συγκαλυμμένα αυταρχικό «μεταδημοκρατικό» μοντέλο όλα μπορεί να τα χωρέσει, να τα αφομοιώσει, να τα εξαργυρώσει, υπό μία προϋπόθεση: να έχουν αυστηρά ατομική και διόλου εξεγερτική διάσταση. Το κατά υπηρεσιακή παραγγελία τουίστ, που χορεύουν τα πρόσωπα, «για να χαλαρώσουν», ώστε μετά να συνεχίσουν απρόσκοπτα και πιο παραγωγικά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, ενέχει μια διπλή ειρωνεία: απ΄ τη μια πλευρά παραπέμπει σε γιάπικα πάρτι, που συνήθως αγγίζουν τα όρια ενός πάντα περιγεγραμμένου ξεσαλώματος και στα οποία η συμμετοχή αποτελεί μάλλον ψυχαναγκαστική ανταπόκριση στα must της δουλειάς. Από την άλλη, όμως, αν αναλογιστούμε και την αντιφασιστική διάσταση που είχε αποκτήσει το σουίνγκ για ένα κομμάτι της μεσοπολεμικής γερμανικής νεολαίας, αυτό το ομαδικό ξεβίδωμα επί σκηνής, ως φενάκη απελευθέρωσης, είναι το κατοπτρικό ανεστραμμένο είδωλο  της Μεγάλης Απουσίας ενός αληθινά απελευθερωτικού Γεγονότος και, παράλληλα, η γλυκόπικρη υπενθύμιση του χρέους που ιστορικά επωμιζόμαστε, ώστε αυτό το απελευθερωτικό Γεγονός να έρθει, να γίνει πραγματικότητα, να βιωθεί.  Η  απειλητικά σιωπηλή περιφερόμενη  φιγούρα του «καθαριστή», σκηνοθετικό εύρημα – προσθήκη στο κείμενο του έργου, μας υπενθυμίζει το δυσθεώρητο μέγεθος των προσωπικών και συλλογικών μας ευθυνών,  οι οποίες αντιστοιχούν σε πράξεις ή παραλείψεις που επιτρέπουν τη συνέχιση και εδραίωση του κοινωνικού εφιάλτη.

Πέρα από το προφανές και τεράστιο ζήτημα της κατασταλτικής αντιμετώπισης των προσφυγικών ροών από φορείς και μπλοκ εξουσίας κατεξοχήν υπεύθυνα για τη δημιουργία τους, η παράσταση θέτει πλήθος άλλων ζητημάτων, κοινωνικών, πολιτικών, πολιτισμικών και ηθικών. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι οι κρατικές δολοφονίες προσφύγων και μεταναστών είναι το έναυσμα, ώστε να αναδειχθεί ο κοινωνικός και πολιτικός εκφασισμός, η σημασία της ιστορικής μνήμης και της διαχείρισής της, η απώθηση των συλλογικών ενοχών, η έννοια της ευθύνης και άλλες πτυχές των σχέσεων μεταξύ ανθρώπου, κοινωνίας και Ιστορίας. Επιπλέον, θεωρώ ότι η παράσταση αναδεικνύει επιτυχημένα την επικρατούσα σήμερα τάση συναίρεσης παρελθόντος-παρόντος-μέλλοντος στη χοάνη ενός άχρονου-ανιστορικού διαρκούς βασανιστικού παρόντος, υπό τις παγερές αντανακλάσεις φωτισμού νέον. Αυτό το αποτέλεσμα προκύπτει τόσο από την πολυεπίπεδη σκηνική ανάγνωση και αξιοποίηση του κειμένου όσο και από την δημιουργούμενη αίσθηση ενός  διεσταλμένου θεατρικού χρόνου.

Με σοφή χρήση της ειρωνείας και  με στοιχεία μπρεχτικής αποστασιοποίησης, η παράσταση αυτή  μάς ωθεί σε σκέψη και στοχασμό, χωρίς να μας στερεί στο ελάχιστο την αισθητική απόλαυση. Δείτε την, αξίζει πραγματικά τον κόπο!

*Ερνστ Ρομ: Επικεφαλής των ναζιστικών ταγμάτων εφόδου, επί χρόνια έμπιστος συνεργάτης του Χίτλερ. Έπεσε θύμα των μαζικών εκκαθαρίσεων που διεξήγαγε το χιτλερικό καθεστώς το 1934 εις βάρος των ταγμάτων εφόδου και των ηγετών τους.

**απαράτσ(ν)ικ: ανώτερο στέλεχος κομματικής ή διοικητικής γραφειοκρατίας

Κείμενο: Θανάσης Τριαρίδης

Σκηνοθεσία: Νίκος Μαρνάς – Γιώργος Γκιόκας

Σκηνικά – Κοστούμια: Ηρώ Παρδαβέλλα

Μουσική: Οδυσσέας Τσούβαλης

Σχεδιασμός φωτισμού: Κατερίνα Μαρία Σαλταούρα

Φωτογραφίες – video: Φίλιππος Μέμος

Παίζουν οι ηθοποιοί:  Γιώργος Γκιόκας, Νίκος Μαρνάς, Λεωνίδας Μπακάλης, Νίκος Στεργιώτης

Studio Μαυρομιχάλη: 12 Δεκεμβρίου-9 Ιανουαρίου 2025

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here