της Όλγας Τσιλιμπάρη,
Χαρισμένο στον Παύλο Αντωνόπουλο
Τα ρέο1 φρενάρουνε απότομα το ΄να πίσω από τ΄ άλλο. Οι λοκατζήδες ξεχύνονται , γεμίζουνε ασφυκτικά το στενό, πέφτουνε μπρούμυτα, ο ένας δίπλα στον άλλον, σε σειρές που φαίνονται ατέλειωτες στον περιορισμένο χώρο, τα μούτρα τους και οι μπούκες των όπλων στραμμένα προς την πύλη. Εμείς, όρθιοι, σχεδόν κολλημένοι στους τοίχους των πολυκατοικιών. Είναι δασκαλεμένοι να μη μας μιλάνε, μην τυχόν κι αποχτήσουν την παραμικρή επαφή με τα υποψήφια θύματα.
Κανένας απ΄ αυτούς δεν έχει πυροβολήσει ακόμα. Πυροβολισμοί, ωστόσο, κατά διαστήματα δε κι ένα κροτάλισμα, που σε κάνει να ορκίζεσαι ότι αυτό που ακούς είναι πολυβόλο, ακούγονται συνέχεια. Το πολυβόλο είναι στημένο κάπου επί της Μάρνη, μας είπανε. Ελεύθεροι σκοπευτές, ΛΟΚ και αστυνομία, στην ταράτσα του Ακροπόλ, χάι κλας ξενοδοχείο αυτό, Αβέρωφ και Πατησίων, στο Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως και στο αρχηγείο Χωροφυλακής, μια ανάσα από δω, Μάρνη και Αβέρωφ, στην ταράτσα του ΟΤΕ και ποιος ξέρει πού αλλού… Βαράνε στο ψαχνό, οι κερατάδες, έχουμε δει μπροστά μας ανθρώπους να σωριάζονται, όλη την ώρα που ανάβαμε φωτιές για τα δακρυγόνα, σε κάθε προσπάθεια ανασύνταξης, διότι εδώ απόψε γίνονται οδομαχίες σωστές, όχι παίζουμε, μας διαλύουνε, πάμε πίσω, ανασυντασσόμαστε, ξανά μπροστά και πάει λέγοντας… Το ΄χει μάλλον ο τόπος, κάτω απ΄ την άσφαλτο κυλάει άσφαλτα η κόκκινη γραμμή, μάχες του Λόρδου Μπάιρον2 με τους Εγγλέζους στον κόκκινο Δεκέμβρη, και τότε με τανκς μπαίνανε οι εισβολείς στο Πολυτεχνείο, σταθμός Πρώτων Βοηθειών στην Τρίτης Σεπτεμβρίου, εκεί παρατήσανε το κατακρεουργημένο κορμί της Ηλέκτρας Αποστόλου3 οι βασανιστές της Ειδικής4, πιο πέρα , προς Ομόνοια, τα γραφεία της ΕΣΠΟ5, που τα τινάξανε στον αέρα ο Περρίκος και η παρέα του, πιο κει, προς την ΑΣΟΕΕ, το κτίριο της Ειδικής Ασφάλειας, στην πλατεία Βικτωρίας, τότε Κυριακού, τα κολαστήρια της Ειδικής, παρακάτω, στη Σταδίου, το σημείο θανάτου του Σωτήρη Πέτρουλα6, εβδομήντα μέρες μαχών στα Ιουλιανά7, ο κόσμος τα ΄δωσε όλα κι από πάνω τίποτα… Η αδούλωτη Αθήνα παλεύει κι απόψε, ακόμα μια νύχτα, είμαστ΄ εμείς Ελλάδα τα παιδιά σου, τραγουδάγανε οι πατεράδες μας, οι μανάδες μας, απόψε πεθαίνει ο φασισμός, διάολε, πρέπει να φανούμε αντάξιοι, ήρθε κι η σειρά μας, της κάθε γενιάς έρχεται κάποια στιγμή η δική της η σειρά, εμπρός,λαέ, ή τώρα ή ποτέ…
Α!Τι νύκτα ήταν εκείνη / που την τρέμει ο λογισμός;/ άλλος ύπνος δεν εγίνη/ πάρεξ θάνατου πικρός. Σκουραίνουνε τα πράματα. Μοιραζόμαστε στο στενό, χτυπάμε πόρτες, κουδούνια, ανοίγει ο κόσμος, σχεδόν όλα τα σπίτια ανοίγουνε για τους αγωνιστές, με πλήρη επίγνωση του κινδύνου. Μ΄ άλλους πεντέξι, μπαίνουμε στο σπίτι ενός γιατρού, πέφτουμε σε κοσμοσυρροή, και τριάντα, σαράντα άτομα στο καθιστικό, στο χολ, μέχρι έξω στις σκάλες. Ο γιατρός καθαρίζει και επιδένει τραύματα, όπως μπορεί. Μου ΄ρχεται αμέσως στο μυαλό ο πίδακας. Βρύση το αίμα που πετάχτηκε απ΄ την καρωτίδα του νεαρού, τον χτύπησε ελεύθερος σκοπευτής απ΄ την ταράτσα του Ακροπόλ, σωριάστηκε το παιδί στο πεζοδρόμιο, τον αρπάνε Βασίλης και Γιώργος, τον πάνε μες το Πολυτεχνείο για περίθαλψη, στο διάβα τους τρέχουν παντού τα αίματα, πασαλείφεται μέχρι κι η σημαία στην είσοδο. Μας τρώει όλους κι όλες τι να γίνεται έξω. Μα ίσα που κάνει κάποιος να πλησιάσει στα πατζούρια, σβιν, σκάνε οι σφαίρες. Σβηστά τα φώτα, συσκότιση πλήρης, λες κι είμαστε στην Κατοχή, ωστόσο μάς μυρίζουνε οι διώκτες μας. Αργά και βασανιστικά κυλάει η νύχτα και να που κάποια στιγμή χτυπάει το κουδούνι, εμφανίζεται ο γαλονάς, να βγούμε, λέει, αμέσως έξω, γιατί έρχονται οσονούπω να μας μαζέψουν όλους, ώριμους κι άγουρους, μαζί και το γιατρό και την οικογένειά του. Μετά από ολιγόλεπτη συνεδρίαση αποφασίζουμε να βγούμε, δε μας φταίνε τίποτα οι άνθρωποι. Και βγαίνουμε, δυο δυο, τρεις τρεις. Χαράζει πια, πρωί της Παρασκευής. Από Πολυτεχνείο μέχρι Ομόνοια, όλα σπασμένα. Οργιάσανε οι κυπατζήδες του Ρουφογάλη, πρέπει να φανεί ότι κάναμε βανδαλισμούς, να δουλέψει η προπαγάνδα. Ζυγώνοντας στην πλατεία, ακούγεται το σφύριγμα του πρώτου τρένου. Είναι γεμάτο οικοδόμους. Για ευνόητους λόγους, εμείς χανόμαστε μες τον κόσμο. Το Πολυτεχνείο έχει πέσει, αλλά οι οικοδόμοι δεν ήρθανε με τον ηλεκτρικό για δουλειά. Οι συγκρούσεις με τις δυνάμεις του τέρατος συνεχίζονται, πυροβολισμοί ολόγυρα, στα σπίτια, στις γειτονιές. Το Δεκέμβρη, ένα μήνα μετά, μικρή πορεία ξεκινάει από Ομόνοια, να καταθέσει λουλούδια στο Πολυτεχνείο. Τη σταμάτησε η αστυνομία.
Σε ρώτησαν προχτές αν ήσουνα κι εσύ εκεί. Χαμήλωσες τα μάτια με συστολή. Αχνά απάντησες το ναι, κι ας έχεις δώσει τόσα στον αγώνα, βαθιά παρανομία, κυνηγητά, υποχρεωτική στράτευση, συλλήψεις, ξυλοδαρμούς, βασανιστήρια, απειλές. Ακόμα και διαλείψεις ως τα τώρα, ενθύμιο των χτυπημάτων στο κεφάλι, που σου ρίξανε εκοφίτες κι ασφαλίτες παρέα, όταν μπήκες μπροστά, να προστατέψεις τα συντρόφια. Κι ύστερα να μην ξέρεις τι να πεις και πού να βάλεις τα μούτρα σου, όταν γινότανε η κουβέντα για τους τριακόσιους πενήντα προβοκάτορες. Κι εκεί ήσουνα, μέσα στον κόσμο που κατηφόριζε τη Σόλωνος προς το Πολυτεχνείο, λάθος συναγερμός, ειπώθηκε μετά, τι σημασία έχει, ροβολούσες, σαν τον αητό φτερούγαγες στη στράτα, σύντροφος ανάμεσα σε συντρόφισσες και συντρόφους, και καμία καθοδήγηση δεν μπορούσε εκ των υστέρων να σε πείσει ότι ήσουνα προβοκάτορας. Πάντα σεμνός και μετρημένος. Είσαι σαν κι εκείνους τους παλιούς, της εαμικής δρακογενιάς, που κάνανε πολλά και μιλάνε λίγο. Νιώθουνε ότι χρωστάνε τη ζωή τους στους συντρόφους που φύγανε. Νιώθουνε η φωνή εκείνων που δεν έχουν πια φωνή.
Ανοίγω τα μάτια… Στο ίδιο στενό, με το ίδιο όνομα, οδός Πολυτεχνείου, και τότε και σήμερα. Δεν είμαι εγώ. Είμαι αυτός. Αυτοί. Αυτές. Κι αυτός που μας μιλάει, όρθιος στο σκαλάκι, ξεδιπλώνοντας την Ιστορία, πενήντα χρόνια μετά, δεν είναι αυτός. Είναι αυτές κι αυτοί. Το ηχόχρωμα της φωνής δεν είναι του Παύλου, της Ιωάννας, του Δημήτρη, της Αριάδνης, του Θανάση, του Νίκου, του Σήφη. Είναι της Μεταπολίτευσης του Λαού, που δε θα είχε υπάρξει χωρίς το Πολυτεχνείο. Σε αυτά τα δυο χρωστάμε την ύπαρξή μας, την ίδια μας την πνοή. Και ενεφύσησεν ημίν πνοήν ζώσαν… Χάρη σ’αυτά τα Γεγονότα, τα Συμβάντα, είμαστε θηλαστικά που, εκτός από το να ζουν μια γυμνή ζωή, μπορούν να ονειρεύονται και να σχεδιάζουν το μέλλον. Άνθρωποι, δηλαδή.
Μετά από περιπλάνηση σε Άδη ζοφερό, γυρίζουμε πλησίστια στη μήτρα της ελπίδας. Αίματα, ποτάμι βουερό στις φλέβες, μέλι και γάλα στις αρτηρίες. Εμπρός και πάλι,για ένα καινούργιο ξεκίνημα. Δεν ξέρουμε ακόμα από ποιο δρόμο. Αλλά, σίγουρα, για τον ίδιο σκοπό. Δεν έχει τέλος αυτό το πανηγύρι, η γιορτή του μαζί, του συλλογικού ονείρου, του συλλογικού αγώνα. Πονάει ως το κόκαλο, ως το μεδούλι, ως τα μύχια τα κρυφά η έλλειψή τους, και για κείνους που τα χάσανε στην πορεία και για κείνους που δεν τους δόθηκε η χάρη να τα γευτούνε καν. Της μεταπολίτευσης χαμένη γενιά, τραγούδαγε ο χαμένος, του ξίνιζε κι αυτουνού ο κόσμος και κάγχαζε, αντί να τον αλλάξω, τα καινούρια μου γυαλιά θα βάλω. Με τις πορδές δε βάφονται αβγά και ο νοών νοείτω. Όσοι πέσαμε στη λού(μ)πα του μεταμοντέρνου πολτού, έστω και για ένα δευτερόλεπτο, μπορούμε, άραγε, να συγχωρήσουμε εαυτούς και αλλήλους; Γιατί, ναι, ήτανε γερασμένες οι γραφειοκρατίες που αναλάβανε να διαχειριστούνε το χάσμα π΄ άφησ΄ ο σεισμός, αλλά, σίγουρα, η λύση δεν ήτανε οι freaks της Νομικής ούτε και το να το ρίξουμε όλοι πρώτα στην παλαβή κι ύστερα στην ιδιώτευση…
Στη λαχτάρα για την κοινωνία των ελεύθερων και ίσων, σε κάθε κραυγή και ίχνος πάλης του σήμερα, σε κάθε ανυπόταχτη πνοή, σε κάθε σπασμό μιας κοινωνίας που υποφέρει βουβά απ΄ άκρη σ΄ άκρη, γιατί της έλειψε το Όνειρο, ξαναβρίσκω τις αιτίες που μ΄ αφήσανε μισή. Τις παίρνω αγκαλιά και προχωράω. Η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος, ψιθυρίζουν απ’ τις γωνιές οι ποιητάρηδες. Σε κάθε στροφή του δρόμου, βρίσκω κι από ΄να δάχτυλο, μια τούφα μαλλιά, ένα δάκρυ, μια ανάσα, που άφησα κάποτε. Ήξερα, μες την απελπισία μου, πως θα ξαναγυρίσω.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
- Ρέο, το: στρατιωτικό φορτηγό μικρού μήκους
- Λόρδος Μπάιρον: Ένοπλο σώμα σπουδαστών/τριών, συνέχεια του ΕΛΑΣ Σπουδαστών της Αθήνας, που είχε δημιουργηθεί στην Κατοχή, για να περιφρουρεί την αντιστασιακή δράση των νεολαίων της ΕΠΟΝ. Ο Λόρδος Μπάιρον, με επικεφαλής τη θρυλική διμοιρίτισσα Μάχη, διακρίθηκε στις μάχες του Δεκέμβρη 1944(5ο αστυνομικό τμήμα,κτίριο Γενικής Ασφάλειας στη Στουρνάρα, Πολυτεχνείο, Διδότου).
- Ηλέκτρα Αποστόλου(1912-1944): Κορυφαία αγωνίστρια της Αντίστασης, προπολεμικό στέλεχος του ΚΚΕ, επικεφαλής της ομάδας διαφώτισης της Κομματικής Οργάνωσης Αθήνας του ΚΚΕ στην Κατοχή, στέλεχος του ΕΑΜ(βλ. και σημ. 42) και αγωνίστρια για τα γυναικεία δικαιώματα. Φυλακίστηκε και εξορίστηκε πολλές φορές, από την εποχή της δικτατορίας Μεταξά, και έζησε πολλά χρόνια στην παρανομία. Μετά την σύλληψή της από κλιμάκιο της Ειδικής Ασφάλειας(25-7-1944), βασανίστηκε άγρια και το πτώμα της στάλθηκε στο νεκροτομείο κυριολεκτικά κατακρεουργημένο.
- Ειδική (Ασφάλεια): Ειδική υπηρεσία της Χωροφυλακής, που ιδρύθηκε επί δικτατορίας Μεταξά, για να παρακολουθεί και να καταδιώκει τους κομμουνιστές. Στην Κατοχή καταδίωκε την Αντίσταση.
- Εθνική Σοσιαλιστική Πατριωτική Οργάνωση(ΕΣΠΟ): Ελληνική ναζιστική δοσιλογική εργάνωση της Κατοχής, με φιλοαξονική και αντισημιτική δράση. Η μικρή αντιστασιακή οργάνωση ΠΕΑΝ(Πανελλήνιος Ένωσις Αγωνιζομένων Νέων) ανατίναξε τα κεντρικά γραφεία της ΕΣΠΟ, επί της οδού Πατησίων, το Σεπτέμβρη του 1942.
- Σωτήρης Πέτρουλας(1943-1965): Φοιτητής, μαχητικό στέλεχος της προδικτατορικής Εθνικής Φοιτητικής Ένωσης Ελλάδας (ΕΦΕΕ) και της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη, μέλος του μαοϊκών τάσεων ομίλου «Φίλοι Νέων Χωρών». Δολοφονήθηκε από αστυνομικούς στα Ιουλιανά( βλ. και σημ. 7), σε διαδήλωση κατά τις βραδινές ώρες της 21ης-7-65.
- Ιουλιανά (Ιούλιος 1965): Δυναμικές και ογκώδεις διαδηλώσεις, διάρκειας 70 ημερών, με τις οποίες εκφράστηκε η λαϊκή διαμαρτυρία για το βασιλικό πραξικόπημα, την αποπομπή, δηλαδή, του εκλεγμένου πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου, ηγέτη της Ένωσης Κέντρου, και τον σχηματισμό κυβερνήσεων βασιλικών ανδρεικέλων. Το ρόλο αυτό έπιαξαν πολιτευτές που αποχώρησαν το 1965-66 από την Ένωση Κέντρου, την τότε κυβερνητική πλειοψηφία, οι λεγόμενοι Αποστάτες(Νόβας, Τσιριμώκος, Μητσοτάκης κ. ά).





































