Εκτύπωση

του Απόστολου Νικολόπουλου,

Οπωσδήποτε η μάχη ενάντια στην επιβολή της αξιολόγησης στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ο αποφασιστικός και με εξεγερσιακά χαρακτηριστικά αγώνας των εκπαιδευτικών ενάντια στον αυταρχικό παροξυσμό του υπουργείου, κυριαρχεί αυτό το διάστημα στο χώρο της εκπαίδευσης. Δεν μπορούν όμως να διαφύγουν της προσοχής οι νεότερες εξελίξεις σχετικά με άλλες αναδιαρθρώσεις μεγάλου βάθους, όπως το «ευρωπαϊκό πτυχίο» που φιλοδοξεί να δομήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Στις 27 Μαρτίου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε ένα σχέδιο προς ένα ευρωπαϊκό πτυχίο και δημοσιοποίησε σχετικά υλικά. Δεν επρόκειτο για κάτι ολότελα αναπάντεχο, καθώς η δέσμη μέτρων είχε εξαγγελθεί σε ομιλία της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, προέδρου της Επιτροπής, σε ομιλία της το 2023, ενώ υπήρξε και μέρος του προγράμματος εργασίας της Επιτροπής για το 2024. Πλέον, όμως, προχωρά η συγκεκριμενοποίηση κατευθυντήριων γραμμών και βημάτων της ΕΕ προς αυτό το στόχο, το «ευρωπαϊκό πτυχίο». Αυτό θα είναι «ένα νέο είδος προαιρετικού κοινού προγράμματος μεταξύ πανεπιστημίων από διάφορες χώρες της ΕΕ, το οποίο θα αναγνωρίζεται σε ολόκληρη την ΕΕ».

Το πρώτο στοιχείο της δέσμης μέτρων είναι ένα σχέδιο που αναλύεται σε Επικοινωνία (Communication) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Εκεί περιγράφεται μια «πορεία συνεργασίας» μεταξύ των χωρών της ΕΕ και των φορέων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, μια σταδιακή προσέγγιση όπου θα μπορεί να επιλεχθεί ένα από δύο πιθανά «στοιχεία εισόδου». Η μία επιλογή είναι να φτιαχτούν κοινά προγράμματα από πανεπιστήμια, των οποίων οι απόφοιτοι θα λαμβάνουν και ένα «προπαρασκευαστικό ευρωπαϊκό σήμα» μαζί με το πτυχίο τους. Η άλλη επιλογή είναι πολλά πανεπιστήμια μαζί ή μια κοινή νομική οντότητα να χορηγούν από κοινού ένα νέο είδος τίτλου σπουδών («ευρωπαϊκό πτυχίο»).

Η δέσμη μέτρων περιλαμβάνει επίσης δύο προτάσεις συστάσεων, που είναι απαραίτητες για να προχωρήσει το εγχείρημα σύμφωνα με τη τεχνοκρατική – ιδιωτικοοικονομική προσέγγιση της ΕΕ. Η μία αφορά αλλαγές στις «διαδικασίες διασφάλισης ποιότητας» (αξιολόγηση και προτεινόμενα μέτρα βάσει αυτής) καθώς και την αυτόματη αναγνώριση προσόντων στη τριτοβάθμια εκπαίδευση. Η άλλη πρόταση αφορά τις ακαδημαϊκές σταδιοδρομίες. Σχεδιάζεται επίσης να είναι έτοιμα το 2025 ένα «εργαστήριο πολιτικής ευρωπαϊκού πτυχίου» και τα «κίνητρα χρηματοδότησης».

Η εμπειρία δείχνει ότι αρκετές φορές υπάρχει απόσταση ανάμεσα στα μεγαλόστομα σχέδια της ΕΕ και το προχώρημά τους στην πράξη, αφού συχνά μπορεί να «σκαλώνουν» εξαιτίας αδυναμιών της Ένωσης ή λαϊκών αντιστάσεων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι συστάσεις θα οριστικοποιηθούν το επόμενο εξάμηνο κατά τη διάρκεια της ουγγρικής προεδρίας. Το 2025 θα γίνει απολογισμός της γενικής πορείας προς τον Ευρωπαϊκό Χώρο Εκπαίδευσης και θα γίνουν οι σχετικοί σχεδιασμοί ως το 2030.

Σε αυτό το σχόλιο, τοποθετούμαστε για τους σχεδιασμούς της ΕΕ για «ευρωπαϊκό πτυχίο» εκθέτοντας συνοπτικά κάποιες κεντρικές κριτικές παρατηρήσεις. Αυτό δεν είναι απαραίτητο μόνο επειδή σε κάποια άρθρα, δελτία τύπου και σε δηλώσεις επισήμων (όπως του Μαργαρίτη Σχοινά, αντιπροέδρου της Κομισιόν) προβάλλονται τα «οφέλη» από την υπόθεση του ευρωπαϊκού πτυχίου. Ούτε μόνο επειδή στην πορεία, και ενόσω θα επιδιώκεται η υλοποίηση των σχεδιασμών, θα δούμε να ξεφυτρώνουν και άλλα δήθεν «οφέλη», που ήδη αναφέρονται ως «γραμμή» στην Επικοινωνία της Επιτροπής. Το βασικό είναι ότι το ζήτημα του ευρωπαϊκού πτυχίου άπτεται στρατηγικών επιλογών της ΕΕ και σχετίζεται άμεσα και με φλέγοντα εγχώρια θέματα.

Καταρχήν, υπάρχουν οι διατυπωμένες επιδιώξεις, ο γενικός προσανατολισμός και οι αρχές στις οποίες στηρίζεται το σχέδιο.

Στο δελτίο τύπου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις σχετικές πρωτοβουλίες (27/3/24) αναφέρεται ότι το ευρωπαϊκό πτυχίο «θα ενισχύσει τις εγκάρσιες δεξιότητες», «θα καταστήσει τους απόφοιτους πιο ελκτικούς για μελλοντικούς εργοδότες», ενώ «θα προσελκύσει φοιτητές από όλο τον κόσμο και θα ενισχύσει την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα». Στην Επικοινωνία αναφέρεται, εκτός αυτών, ότι θα βοηθήσει «να βρεθούν τα απαραίτητα ταλέντα για την οικονομία μας» (σελ.3), ενώ στα κριτήρια του πτυχίου περιλαμβάνεται και η «προσήλωση στις ευρωπαϊκές αξίες» (σελ.11). Ειδικότερα για τα θέματα δεξιοτήτων, σε διάφορα σημεία των κειμένων δίνεται έμφαση σε δεξιότητες που εντάσσονται στο νέο ευρωπαϊκό θεματολόγιο δεξιοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών με την «πράσινη» ανάπτυξη.

Οι παραπάνω αναφορές δείχνουν ότι το ευρωπαϊκό πτυχίο σχετίζεται με προσαρμογές τυφλής και άμεσης εξυπηρέτησης των επιχειρήσεων, με τους ανταγωνισμούς ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα και με επείγουσες προτεραιότητες της ΕΕ στην εκπαίδευση (ταλέντα, ιδεολογική επίδραση στη νεολαία κ.λπ.). Έρχεται λοιπόν να συνεισφέρει στη γενικότερη πολιτική της ΕΕ, που οδηγεί σε οικονομικής αφαίμαξη των ευρωπαίων εργαζομένων και επιτίθεται ολομέτωπα στα δικαιώματά τους. Αποτελεί άλλωστε μέρος της οικοδόμησης Ενιαίου Χώρου Εκπαίδευσης και Έρευνας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που συνδέεται και με τις αντιδραστικές αλλαγές στην ανώτατη εκπαίδευση (οικονομικός μαρασμός και στροφή των ΑΕΙ σε άλλους πόρους, ευρωπαϊκό σύστημα προσόντων και κατακερματισμένα προγράμματα σπουδών, υποταγή της έρευνας στις επιχειρήσεις κ.λπ.).

Σε διάφορα επίσης σημεία των υλικών της ΕΕ για το «ευρωπαϊκό πτυχίο» δίνεται έμφαση στα θέματα «ανταγωνιστικότητας» στην εκπαίδευση, στην προσέλκυση φοιτητών από άλλες χώρες, καθώς και στο ότι οι αλλαγές «αγκαλιάζουν» και τα ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα. Μέσω του ευρωπαϊκού πτυχίου και των συναφών ρυθμίσεων, συνεπώς, επιδιώκεται να προχωρήσει παραπέρα η επιχειρηματικοποίηση της εκπαίδευσης και να ανοιχτούν ορίζοντες αχαλίνωτης κερδοφορίας για επιχειρήσεις και ακαδημαϊκά στελέχη. Αυτή η εξέλιξη προφανώς θα πλήξει ιδιαίτερα τους νέους που προέρχονται από οικονομικά αδύναμα στρώματα.

Σε όλα τα δημοσιοποιημένα κείμενα γίνεται λόγος για τήρηση των «ευρωπαϊκών προδιαγραφών». Αυτό δεν πρέπει να εννοηθεί σαν μια καλοκάγαθη μέριμνα για υψηλή ποιότητα σπουδών, αλλά σαν ακριβώς το αντίθετο στην πράξη. Είναι σαφής πίεση για απαρέγκλιτη τήρηση των διαδικασιών της Μπολόνια και της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής του 2022 για τα Πανεπιστήμια, όπως προκύπτει ρητά απ’ όλα τα σχετικά εδάφια. Το ευρωπαϊκό πτυχίο εδράζεται δηλαδή στην ανάπτυξη διασυνοριακών συμπράξεων, που θα συμβαδίζουν με την παράλληλη ορμητική ανάπτυξη βραχυχρόνιων και «μερικά στοχευμένων» προγραμμάτων σπουδών για συγκεκριμένες «δεξιότητες», όπως επιτάσσει το κεφάλαιο, σε βάρος της ολόπλευρης και στέρεης γνώσης.

Η σχέση του εγχειρήματος με τις εγχώριες αλλαγές στα ΑΕΙ, που στρέφονται με βάναυσο τρόπο ενάντια σε μορφωτικά, εργασιακά και δημοκρατικά δικαιώματα, είναι προφανής. Έχουμε και εδώ π.χ. επιδιώξεις προσέλκυσης φοιτητών, ύμνους στην «εξωστρέφεια» και τις διακρατικές συμφωνίες ή τις επικλήσεις για «συνεργασία» με με ιδιώτες. Οπωσδήποτε το ευρωπαϊκό πτυχίο θα έλθει να «κουμπώσει» με διάφορα εγχώρια νομοθετήματα. Το πρώτο από τα τέσσερα θέματα, άλλωστε, που θα συζητηθούν στην επικείμενη Σύνοδο Πρυτάνεων στην Αλεξανδρούπολη (17-19 Απριλίου) είναι η «Διεθνοποίηση των ελληνικών ΑΕΙ». Όχι τυχαία, εκεί θα παραστεί και ο Μαργαρίτης Σχοινάς, που, σύμφωνα με δημοσιεύματαi θα μιλήσει για το ευρωπαϊκό πτυχίο, θα παρουσιάσει προτάσεις και θα ζητήσει το προχώρημα σχετικών συμπράξεων.

Νομίζω όμως ότι το περιεχόμενο και ο αντιδραστικός χαρακτήρας των σχεδιασμών εμφανίζονται πιο καθαρά στις δύο προτάσεις συστάσεων.

Αυτή για το «ευρωπαϊκό σύστημα διασφάλισης και αναγνώρισης ποιότητας» πιάνει αρκετές πλευρές, οπότε αναφέρουμε κάποια ενδεικτικά που δείχνουν το συμπέρασμα. Συστήνεται να φτιαχτεί ένα σύστημα διαϊδρυματικής εξασφάλισης ποιότητας για τις υφιστάμενες συμπράξεις, τα Ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια. Δίνει κατευθύνσεις για να προωθηθούν πιο «ευκίνητες» αξιολογήσεις που θα κερδίζουν έδαφος, προσανατολισμένες στην εξωτερική αξιολόγηση όλου του ιδρύματος και όχι των προγραμμάτων σπουδών, που μετά θα αξιολογούνται εσωτερικά. Συστήνει απαλοιφή ιδιαίτερων εθνικά καθορισμένων κριτηρίων στις αξιολογήσεις ή «αδικαιολόγητων διοικητικών εμποδίων». Ορίζει μέτρα για την προώθηση του Ευρωπαϊκού Σήματος, που προαναφέραμε, και για αυτόματη αναγνώριση πτυχίων.

Στα Παραρτήματα της πρότασης τίθενται οι όροι για τη δημιουργία συναρθρωμένης (joint) αξιολόγησης των συμπράξεων ΑΕΙ, δηλαδή μη υποκείμενης σε επιμέρους εθνικά συστήματα αξιολόγησης, και γι’ αυτό το σκοπό δίνονται ειδικοί μακροσκελείς πίνακες. Αναφέρεται ακόμη ότι «στο επίκεντρο της αξιολόγησης θα πρέπει να είναι η αποτελεσματικότητα των εσωτερικών μηχανισμών ποιότητας και βελτίωσης ποιότητας της σύμπραξης». Επίσης, «τα κράτη-μέλη οφείλουν να αναγνωρίσουν τη θετική [διαϊδρυματική] αξιολόγηση», εξαιρώντας όσα ιδρύματα και προγράμματα έχουν αξιολογηθεί θετικά από οποιαδήποτε εθνική αξιολόγηση.

Που οδηγούν πρακτικά όλα τα παραπάνω; Πρώτον, στη δημιουργία πιο ευνοϊκών όρων για επέκταση συμπράξεων ΑΕΙ, δημοσίων ή μη, και για την αναγνώριση των τίτλων τους. Δεύτερον, ότι μετά την αρχική αξιολόγηση ίσως δημιουργούνται δίοδοι για πιθανά πιο χαλαρή αξιολόγηση των προγραμμάτων. Τρίτον, ότι η διεθνής αξιολόγηση δένει τα χέρια του κράτους-μέλους. Νομίζω ότι αυτά αποκτούν μια ιδιαίτερη επικαιρότητα στη χώρα μας, με την προσπάθεια επιβολής ιδιωτικών ΑΕΙ. Μάλλον αυτά τα ζητήματα, όπως και το περιεχόμενο της σύστασης, χρειάζεται επισταμένη μελέτη.

Επίσης η σύσταση μιλά για παρακολούθηση της πορείας των αποφοίτων και στενότερη συνεργασία με κοινωνικούς εταίρους, για πράσινες και ψηφιακές μεταβάσεις, μικροδιαπιστευτήρια κ.α. – τελικά, δηλαδή, «όλα για τις επιχειρήσεις».

Η άλλη σύσταση, αυτή για τις «ελκυστικές και βιώσιμες σταδιοδρομίες στην ανώτατη εκπαίδευση», περιέχει κάποιες διαπιστώσεις που καταρχήν εκπλήσσουν, αφού βρίσκονται σε κείμενο της ΕΕ. Τονίζει ότι η διδασκαλία δεν έχει στα ΑΕΙ τη θέση που της αξίζει, ότι υπάρχει εκτεταμένη εργασιακή επισφάλεια στην ανώτατη εκπαίδευση, κρούσματα λογοκρισίας και διακρίσεις. Ας μη ξεγελιόμαστε, όμως! Τη δουλειά τους θέλουν να κάνουν οι άνθρωποι. Βασισμένοι σε αυτά, λένε πως κάποιοι ακαδημαϊκοί αδικούνται μέσα σε αυτή την κατάσταση. Και ποιοι είναι αυτοί; Όσοι εργάζονται για να προωθηθούν οι «διεθνείς συνεργασίες» και όσοι προάγουν «καινοτόμα και αποτελεσματική διδασκαλία». Η προσφορά τους, λέει η σύσταση, δεν βαραίνει αρκετά στις αξιολογήσεις και ο πρόσθετος χρόνος εργασίας δεν προσμετράται. Έτσι, δίνονται ανάλογες συστάσεις, στοχεύοντας στην ενίσχυση της διεθνούς συνεργασίας και της «καινοτόμου διδασκαλίας».

Πρόκειται για μια σύσταση με εμφανή τη λογική της στενής σύνδεσης επιχειρήσεων και πανεπιστημίων, της αντιγραφής μεθόδων από τον ιδιωτικό τομέα κοκ., ενώ στην «αποτελεσματική και καινοτόμο» διδασκαλία συγκαταλέγονται οι ψηφιακές προσεγγίσεις, η πράσινη μετάβαση, η τεχνητή νοημοσύνη και άλλα τέτοια χρήσιμα και προσοδοφόρα για τμήματα του κεφαλαίου.

Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι το «ευρωπαϊκό πτυχίο» συνδέεται επίσης με την επέκταση συγκεκριμένων τύπων διδασκαλίας και πρόσθετους διαχωρισμούς στο προσωπικό. Όσα λέγονται, επίσης, στα σχετικά κείμενα της ΕΕ για διαδικασίες που θα σέβονται τη «θεσμική αυτονομία» των πανεπιστημίων περιέχουν αρκετή δόση υποκρισίας. Το βασικό είναι ότι, όπως συμβαίνει με κάθε μέσο πολιτικής με προοπτική, το ευρωπαϊκό πτυχίο θα συντελέσει στη διαμόρφωση νέων συνθηκών που θα επηρεάσουν τα πανεπιστήμια. Μιλάμε για γερές μπίζνες, με συγκέντρωση δυνάμεων και διεθνή ανταγωνισμό. Μόνο που αυτά παίζονται στις πλάτες των νέων και της εργατικής τάξης.

i esos.gr (30-3-24), mononews.gr (31-3-24)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here