Εκτύπωση

της Όλγας Τσιλιμπάρη,

Η χρήση των μεθόδων του θεάτρου ντοκουμέντο μπορεί να δημιουργήσει από πλαδαρές ή εκνευριστικές μεταμοντερνιές μέχρι κομψοτεχνήματα, μικρά αριστουργήματα και συναρπαστικές θεατρικές εμπειρίες. Οι παραστάσεις Τα μαγικά βουνά της ομάδας Elephas tiliensis και Τανκ / Όλη νύχτα εδώ της ομάδας RMS Mataroa ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία.

Και οι δύο παραστάσεις αφορούν κομβικά συμβάντα της ελληνικής ιστορίας του 20ου αιώνα, το εαμικό αντάρτικο και το Πολυτεχνείο αντίστοιχα. Χαρακτηρίζονται από την ίδια λαχτάρα να μοιραστούν με τους θεατές τον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνουν την ιστορική μνήμη, πρωταρχικά ως α-λήθεια, δηλαδή ως μη περιπίπτουσα στη λήθη, ως συνειδητή κίνηση από το παρόν προς το παρελθόν που δεν αμαρτάνει, που βρίσκει το στόχο της.

Η παρουσία της θεατρικής τέχνης στο εαμικό αντάρτικο, το λεγόμενο θέατρο του βουνού, αλλά και γενικότερα η παρουσία της τέχνης στους κοινωνικούς αγώνες και η συμμετοχή σε αυτήν (πολεμάμε και τραγουδάμε) έχει γίνει και γίνεται αντιληπτή ως προείκασμα της νέας κοινωνίας, την οποία οι αγώνες αυτοί επαγγέλλονται. Τα μαγικά βουνά είναι ένας τσεβρές, κεντημένος με επιτόπια έρευνα στα ορεινά χωριά της Πίνδου, με ομαδική δουλειά, έμπνευση και μεράκι, με θεατρικό ρυθμό τόσο γρήγορο, ώστε να σου επιτρέπει να σκέφτεσαι, και τόσο αργό, ώστε να σου επιτρέπει να νιώθεις. Είναι η βουτιά της συγκεκριμένης θεατρικής ομάδας στο υλικό του δημιουργού του θεάτρου του βουνού Γιώργου Κοτζιούλα και των συνεργατών του, στο αντάρτικο τραγούδι και στις πολυποίκιλες όψεις και πτυχές του αντιφασιστικού αγώνα και της εαμικής δρακογενιάς του ΄40. Αποτελεί οδηγό για τη δική μας κατάδυση, ως θεατών και συμμέτοχων, με γερούς, ευκρινείς οδοδείκτες το σεβασμό για την ιστορική μνήμη και την εκτίμηση για το λαό. Ο λαός, ως έννοια και συμπεριληπτική λέξη, σκόπιμα και επίμονα δυσφημισμένη τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, ξαναέρχεται, μέσα από την παράσταση, εις την πρώτη του τιμή(στίχος Α. Μαρτελάου).

Η παράσταση δεν αποτελεί μουσειακή προσομοίωση της συνθήκης του θιάσου της Λαϊκής Σκηνής, που περιόδευε το 1944-45 στα βουνά και στα ξεχασμένα χωριά της Ηπείρου. Συνιστά αυτόνομη αποτύπωση του βιώματος μιας θεατρικής κολεκτίβας που ζει , εμπνέεται και δραστηριοποιείται καλλιτεχνικά και όχι μόνο στην πραγματική ζωή. Εξού και η ακομπλεξάριστη γκαστρωμένη, επί σκηνής και στην πραγματική ζωή, που, ντυμένη με τη ρόμπα της, αναφωνεί Έχω πολιτική διαφωνία! Θεωρώ ότι είναι αδύνατο να μη συγκλονιστούμε, εμείς οι θεατές, απ΄ το ανατριχιαστικά επίκαιρο μήνυμα Ξύπνα ραγιά. Εκτός πια κι αν το κρύβουμε, από φόβο μήπως οι πρετεντέρηδες μας αποκαλέσουν λαϊκιστές και απομεινάρια της τελευταίας μεταπολιτευτικής σοβιετίας… 

Η παράσταση Τανκ / Όλη νύχτα εδώ δεν συνιστά ημερολογιακή καταγραφή ούτε του τριημέρου της κατάληψης του Πολυτεχνείου ούτε άλλων γεγονότων και διαστάσεων του αντιδικτατορικού αγώνα. Βασίζεται σε ντοκουμέντα της εποχής, αλλά στο κέντρο της θέτει το στοχασμό και τον αναστοχασμό για την ευθύνη (Παππού, τι έκανες στη χούντα), τη μνήμη (Εσύ, θυμάσαι πού ήσουνα στις 17 Νοέμβρη) και την επικαιρότητα των εξεγέρσεων. Δίνει έμφαση κυρίως στη βίωση και το συνεπακόλουθο βίωμα της εξέγερσης ως δημιουργίας, μοιράσματος, κοινότητας και πανθομολογούμενης, από όσους κάθε φορά συμμετέχουν, απερίγραπτης και ανεπανάληπτης ευτυχίας. 

Η θεατρική ομάδα διαχειρίζεται με σεβασμό και σύνεση τις ιστορικές μαρτυρίες, ίσως και λίγο ντροπαλά ειδικά όσες αφορούν τις εσωτερικές διαφωνίες και ισορροπίες που προέκυψαν στα γεγονότα του Πολυτεχνείου. Η άποψή μου είναι ότι για τέτοια ζητήματα δεν απολογούμαστε. Η διαφωνία είναι απαραίτητη και στοιχείο αληθινής ζωής, καθώς διαμέσου των αντιθέσεων προχωράει η Ιστορία. Οι αξιώσεις για ομοφωνίες σε περιόδους έντονης και ορμητικής κινητοποίησης των μαζών είναι εντελώς ανιστόρητες και παραπέμπουν είτε σε σχήματα του αντιδραστικού ρομαντισμού είτε σε σκοπιμότητες από του πονηρού. 

Ορθά η παράσταση αναδεικνύει το αυθόρμητο, στο οποίο εν πολλοίς βασίστηκε το συγκεκριμένο γεγονός της κατάληψης του Πολυτεχνείου. Ωστόσο, η αντιδικτατορική πάλη, οι Φοιτητικές Επιτροπές Αγώνα, οι οργανώσεις, η αυξανόμενη κοινωνικοπολιτική στράτευση ήδη προϋπήρχαν. Την αναγκαιότητα την κοιλοπονούσε καιρό η Ιστορία, προδικτατορικά, από τα Ιουλιανά κι ακόμα πιο πριν, και η συνάντησή της με τη βούληση του δρώντος συλλογικού υποκειμένου γέννησε την Πράξη. 

Οι ηθοποιοί ζητούν από τους θεατές στην αρχή να εκφράσουν δικά τους, σχετικά με το θέμα της παράστασης βιώματα και στο τέλος να γράψουν σε χαρτί ένα μήνυμα /σύνθημα και να το αφήσουν πάνω στη σκηνή. Έτσι, υπογραμμίζουν με ένα δημιουργικό τρόπο τη σημασία του προσωπικού στοχασμού και αναστοχασμού ως προϋπόθεσης για τη συλλογική παρέμβαση και δράση. Προφανώς, στο χώρο του θεάτρου οι κινήσεις αυτές έχουν κυρίως συμβολική αξία. Δεν παύουν, όμως, να μας υπενθυμίζουν το καθημερινό αδυσώπητο καθήκον και πολύτιμο δικαίωμα για πέρασμα στην πράξη.  

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here