Εκτύπωση

των Βασίλη Μηνακάκη* και Γιώργου Κάργα**,

Περίληψη

Στην εργασία αναδεικνύονται οι προσαρμογές που έχουν συντελεστεί και συντελούνται στα πανεπιστήμια σε συνάρτηση με τις εξελίξεις στον σύγχρονο καπιταλισμό. Στο πλαίσιο αυτό, εξετάζονται κυρίως οι αλλαγές στην έρευνα, στη «γεωγραφία» των πανεπιστημιακών τμημάτων και στους ρόλους-λειτουργίες του πανεπιστημίου. Διαπιστώνεται η τάση μετατροπής των αποτελεσμάτων της έρευνας σε ιδιωτική ιδιοκτησία των πολυεθνικών και ταχύτερης μετατροπής τους σε επικερδή εφαρμοσμένη έρευνα. Επίσης, αναδεικνύεται η τάση κατακερματισμού των γνωστικών αντικειμένων και απόκτησης εφήμερων δεξιοτήτων άμεσα προσαρμοσμένων στις ανάγκες της «αγοράς εργασίας». Οι εξελίξεις αυτές  –σε συνδυασμό με άλλες– σηματοδοτούν το πέρασμα από την τυπική στην πραγματική και καθολική υπαγωγή του πανεπιστημίου στο κεφάλαιο, η οποία χαρακτηρίζεται από την πιο άμεση παρέμβαση του κεφαλαίου και των επιχειρηματικών κριτηρίων στα εκπαιδευτικά πράγματα, την αλλαγή στο περιεχόμενο και το ιδεολογικο-πολιτικό «χρώμα» των παρεχόμενων γνώσεων και τις μεταβολές στην προσβασιμότητα στη γνώση.

Λέξεις κλειδιά: Ανασυγκρότηση των πανεπιστημίων, εκπαίδευση-κεφάλαιο, δεξιότητες-αγορά εργασίας

Αντί εισαγωγής

Τις τελευταίες δεκαετίες, ειδικά μετά την κρίση του 2008-2009, ο καπιταλισμός βρίσκεται σε φάση ριζικών αναπροσαρμογών σε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής. Μια φάση κατά την οποία επιδιώκει την ανασυγκρότηση των δεδομένων στην οικονομία, καθώς δεν έχει ακόμη δώσει αξιόπιστη λύση στην κρίση (γεγονός που περιπλέκεται με την καταβύθιση λόγω πανδημίας), και την πολιτική οχύρωση απέναντι σε ενδεχόμενους κινηματικούς αμφισβητισιακούς τριγμούς, από τον κίνδυνο των οποίων κάθε άλλο παρά έχει οριστικά απαλλαγεί. Με αυτή την ανασυγκρότηση επιχειρεί να διασφαλίσει από κάθε άποψη τους όρους που υπηρετούν τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου στη σύγχρονη εποχή και πιο συγκεκριμένα: Να διασφαλίσει, δηλαδή:

α. Την κινητοποίηση (με παλιούς και νέους όρους – και κυρίως με νέα σύμπλεξη και μέσα σε νέο πλαίσιο) των μηχανισμών οι οποίοι λειτουργούν εντός και εκτός παραγωγικής διαδικασίας και επιτρέπουν στο κεφάλαιο (τουλάχιστον στη μονοπωλιακή και πολυεθνικής διαπλοκής κορυφή της πυραμίδας του) να αναχαιτίσει ή/και να αναστρέψει την τάση πτώσης του μέσου ποσοστού κέρδους – απλούστερα, να αυξήσει την κερδοφορία του.

β. Την κατοχύρωση των πολιτικών-ιδεολογικών προϋποθέσεων που διευκολύνουν την παραπάνω επιδίωξη και την απρόσκοπτη λειτουργία των μηχανισμών της εκμετάλλευσης, την ιδιωτικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και τον παραγόμενο πλούτο, της αγοράς, της καπιταλιστικής διεθνοποίησης κ.λπ. – απλούστερα, τη θωράκιση της αστικής κυριαρχίας.

Στο πλαίσιο αυτό, συντελούνται ήδη αλλά και δρομολογούνται σειρά αναπροσαρμογές στο Πανεπιστήμιο οι οποίες –στο βαθμό που θα αποκρυσταλλωθούν– θα αλλάξουν τη φυσιογνωμία του σε ότι αφορά το ποιος σπουδάζει, τι σπουδάζει, πώς σπουδάζει και για τι σπουδάζει.

Για να μπορέσει κανείς να τις παρακολουθήσει και να τις ερμηνεύσει με σχετική επάρκεια, είναι αναγκαίο να εκκινεί από το ευρύτερο κοινωνικό-οικονομικό-πολιτικό έδαφος εντός του οποίο εξελίσσονται οι εν λόγω αλλαγές στο πανεπιστήμιο και από τις επιπτώσεις που προκύπτουν εξ αυτού του πλαισίου στην εργασία και στο σύνολο των κοινωνικών σχέσεων. Με αυτήν την έννοια, δεν αρκεί μια επανάληψη της θέσης ότι «η επιστήμη μετατρέπεται σε άμεσα παραγωγική δύναμη» – ως τάση αυτό είχε εκδηλωθεί ήδη από την εποχή του Μαρξ, στον οποίο ανήκει η ως άνω φράση. Πρέπει να εστιάσει στον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνεται σήμερα αυτή η τάση, στην έκτασή της, στη νέα ποιότητά της, στα καινούρια στοιχεία που εκδηλώνονται στο πλαίσιό της.

Το νέο περιβάλλον για την έρευνα

Ένα πρώτο βασικό δεδομένο είναι η αλλαγή ενός πλήθους δεδομένων που επιφέρουν οι νέες επιστημονικές-τεχνολογικές ανακαλύψεις ή η «ωρίμανση» και ευρεία βιομηχανική αξιοποίηση προγενέστερων ανακαλύψεων: νέα υλικά, πηγές ενέργειας, έξυπνα-εξανθρωποποιημένα ρομπότ, 5G και 6G δίκτυα, 3D εκτύπωση, νανοτεχνολογία, τεχνητή νοημοσύνη βιοτεχνολογία και εφαρμογές στην ιατρική, τη γεωργία και την κτηνοτροφία, βιοπληροφορική, γονιδιωματική κ.λπ. Οι τομές αυτές, σε συνδυασμό με τις νέες δυνατότητες στη συλλογή, επεξεργασία και αξιοποίηση μεγάλου αριθμού αδόμητων πληροφοριών (big data), με τη νέα πραγματικότητα στην επικοινωνία [διαδίκτυο των πραγμάτων (ΙοΤ)], καθώς και με την προοπτική συνδυασμού/σύγκλισης αρκετών από αυτά τα πεδία –συνένωσης, δηλαδή, της ψηφιακής, βιολογικής και φυσικής σφαίρας– στο πλαίσιο της λεγόμενης «4ης βιομηχανικής επανάστασης» (industry.4.0), αλλάζουν καταλυτικά τα ερωτήματα στα οποία έρχεται να απαντήσει το πανεπιστήμιο τόσο με το εκπαιδευτικό όσο και με το ερευνητικό του έργο (Brynjolfsson-McAfee, 2016 – Schmidt-Cohen, 2014 – Παπακωνσταντίνου, 2020 – Ross, 2017).

Στο πλαίσιο αυτό, αναβαθμίζεται πολύ ειδικά η σημασία της έρευνας (βασικής και εφαρμοσμένης), ενώ παράλληλα μεγιστοποιείται η πίεση εκ μέρους του κεφαλαίου για τη μετατροπή των αποτελεσμάτων της σε ιδιωτική πνευματική ιδιοκτησία των πολυεθνικών (πατέντες, διπλώματα ευρεσιτεχνίας κ.λπ.), για την ταχύτερη και υπό αστικούς-εμπορευματικούς όρους μετατροπή της βασικής έρευνας σε επικερδή εφαρμοσμένη έρευνα, για τη στενότερη σύνδεση των ερευνητικών κέντρων (είτε είναι δημόσια είτε όχι, είτε βρίσκονται εντός του πανεπιστημίου είτε όχι) με τις βιομηχανίες της υλικής και της άυλης παραγωγής. Υπό αυτές τις συνθήκες, αποκτά αναβαθμισμένη σημασία για το κεφάλαιο ο ασφυκτικός έλεγχος της ερευνητικής δραστηριότητας των πανεπιστημίων – με πολιορκητικό κριό τη χρηματοδότηση. Καθώς στα πανεπιστήμια συγκεντρώνονται υποδομές και ανθρώπινο δυναμικό που δύσκολα μπορεί να εξασφαλίσει μια ιδιωτική εταιρεία (ακόμη και πολυεθνική), είναι πιο πρόσφορο και αποδοτικό για το κεφάλαιο να προσδέσει την ερευνητική λειτουργία των πανεπιστημίων στο άρμα του (μέσω χρηματοδότησης ή και δημιουργίας startups, spinoff ή τεχνοβλαστών), παρά να δημιουργήσει εξαρχής δικό του ερευνητικό μηχανισμό. Βεβαίως, αυτή η πρόσδεση γίνεται με σαφείς όρους υποταγής στην εταιρεία-χρηματοδότη, με όρους απορρήτου –και όχι διάχυσης στην κοινωνία– των όποιων αποτελεσμάτων προκύψουν, υπό συνθήκες ανταγωνισμού και αδιαμφισβήτητων πνευματικών δικαιωμάτων επί όποιας ανακάλυψης από την εταιρεία-χρηματοδότη.

Η ανάδειξη αυτής της τάσης –που διαφέρει ριζικά από την εκ των υστέρων αξιοποίηση από το κεφάλαιο ερευνητικών αποτελεσμάτων που είχαν παραχθεί από την ακαδημαϊκή κοινότητα με σχετικά ανεξάρτητο τρόπο, χωρίς αυτό να έχει συμμετάσχει στον σχεδιασμό και την στοχοθεσία της–, δεν πρέπει να οδηγεί στην ακραία θέση (Κοριά, 1986) περί «ανάδοχου» (κεφάλαιο) και «εργολήπτη» (πανεπιστήμιο) –αν και υπάρχουν πολλά τέτοια παραδείγματα– αλλά ούτε και στην εξίσου λανθασμένη άποψη περί «ουδετερότητας» της «καθαρής» επιστήμης, που αποκτά ταξικό πρόσημο κατά βάση ανάλογα με το ποιος τη χρησιμοποιεί ή ανάλογα με το θεωρητικό-ιδεολογικό πλαίσιο με το οποίο επενδύεται-συνδέεται η όποια επιστημονική γνώση.

Στο πλαίσιο αυτό, έχει σημασία να καταγραφούν τα δεδομένα για την έρευνα στην Ελλάδα. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία (ΕΝΑ, 2/2020), το 2004 η χρηματοδότηση της έρευνας (ΑΕΙ – ΤΕΙ – Ερευνητικά Κέντρα) ανερχόταν σε 1 δισ. ευρώ (0,5% του ΑΕΠ). Η διαμόρφωση του ερευνητικού τοπίου στηρίχτηκε σχεδόν αποκλειστικά σε ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις – η δημόσια χρηματοδότηση ήταν πολύ χαμηλή. Αυτό είχε ως συνέπεια την άκριτη, μηχανιστική υιοθέτηση ευρωπαϊκών προτεραιοτήτων, την κυριαρχία συγκεκριμένων κριτηρίων για το τι είναι επιλέξιμο και τι όχι, την πρόσδεση των ερευνητών με την ΕΕ και τους μηχανισμούς της –και, τελικά, με τα επιχειρηματικά λόμπι που επηρεάζουν τη ροή των χρηματοδοτήσεων–, αλλά και τη δημιουργία ρεύματος υπέρ της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής ενοποίησης σε μεγάλο κομμάτι ερευνητών και επιστημόνων, ειδικά των μελών ΔΕΠ των ΑΕΙ.

Το 2018, οι δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη (R&D) της χώρας έφτασαν συνολικά, για πρώτη φορά στην ιστορία της, τα 2,174 δισ. ευρώ (1,18% του ΑΕΠ), με σχεδόν ισοβαρή συμμετοχή του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα. Την περίοδο των κυβερνήσεων ΣΥΡΙΖΑ, οι δημόσιες δαπάνες για την έρευνα διοχετεύθηκαν κυρίως μέσα από το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ).

Βασική κατεύθυνση των παραπάνω –όχι χωρίς επιμέρους διαφοροποιήσεις– είναι μια μονοσήμαντη οπτική για τον ρόλο και την αξιοποίηση της έρευνας και της γνώσης. Σύμφωνα με αυτή, «χρήσιμη» είναι μόνο η έρευνα η οποία απολήγει σε αποτελέσματα που καλύπτουν αποκλειστικά πρόσκαιρες απαιτήσεις των αγορών και των εταιρειών-χρηματοδοτών και μπορούν να είναι εμπορεύματα κάθε μορφής. Η προσέγγιση αυτή οδηγεί στον εγκλωβισμό ειδικά του ερευνητικού δυναμικού των πανεπιστημίων σε συγκεκριμένους τομείς και δραστηριότητες, συχνά ευκαιριακού κι εφήμερου –αλλά πάντα εμπορευματικά προσανατολισμένου– χαρακτήρα, και στη μη ενασχόληση με άλλους τομείς οι οποίοι ενδεχομένως ή και σίγουρα είναι χρήσιμοι και αναγκαίοι για την κοινωνία ως όλον, αλλά δεν πληρούν τα κριτήρια της άμεσης οικονομική απόδοσης ή δεν μπορούν και δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται καν με στενά κριτήρια οικονομικής αποδοτικότητας (π.χ. εμβόλια). Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτών των εξελίξεων αποτελεί η πρόσφατη μεταφορά της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ) από το Υπουργείο Παιδείας στο Υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων σε μια προσπάθεια αμεσότερης σύνδεσής της με τις επιχειρήσεις.

Αντικείμενα σπουδών και «γεωγραφία» εργασιακών ικανοτήτων

Η τάση για διαρκείς εμπορεύσιμες καινοτομίες (σε επίπεδο υλικών ή άυλων προϊόντων και μέσων παραγωγής, υποδομών κ.ά.) συνδυάζεται, πάντως, με αυξημένο κόστος αλλά και μειωμένο χρόνο ζωής και των νέων μέσων παραγωγής (την «ηθική φθορά» και απαξίωσή τους, κατά τον Μαρξ) αλλά και των νέων προϊόντων (υλικών ή άυλων) που στηρίζονται σε αυτές, τα οποία πρέπει γρήγορα να αντικαθίστανται με πλέον εξελιγμένα και «μοντέρνα».

Για να αποσβεστεί αυτό το κόστος, σε ό,τι αφορά τα μέσα παραγωγής, από τη μια πρέπει να αναπροσαρμοστούν το παραγωγικό μοντέλο, οι χρόνοι λειτουργίας των επιχειρήσεων, τα ωράρια εργασίας και οι αποδοχές των εργαζομένων, η σχέση εργαζομένων-μέσων παραγωγής, ο «κοινωνικός συνδυασμός» των εργαζομένων μεταξύ τους κατά τη διάρκεια της παραγωγής, οι μηχανισμοί ελέγχου των εργαζομένων από τον εργοδότη και οι μηχανισμοί ελέγχου της ποιότητας του προϊόντος· και από την άλλη (αυτό σχετίζεται με ένα πλήθος αλλαγών στην εκπαίδευση γενικά, και στην τριτοβάθμια εκπαίδευση ειδικότερα), πρέπει να αναπροσαρμοστούν η έννοια, το περιεχόμενο και η «γεωγραφία» των εργασιακών ικανοτήτων (δηλ. του εμπορεύματος εργατική δύναμη και των ικανοτήτων-δεξιοτήτων που ο εργαζόμενος διαθέτει-πουλά στον εργοδότη κατά την εκμεταλλευτική σχέση), έτσι ώστε ο συνδυασμός ζωντανής-νεκρής εργασίας ή αλλιώς μεταβλητού-σταθερού κεφαλαίου να μεγιστοποιεί την αποσπώμενη υπεραξία –αλλιώς, το καπιταλιστικό κέρδος– και να λειτουργεί αντιρροπιστικά στην αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου και στην εξ αυτής τροφοδοτούμενη τάση πτώσης του μέσου ποσοστού κέρδους (Μαρξ, 2016 – Μαρξ, 1989-1992 – Ρίφκιν, 2017).

Στο πλαίσιο αυτής της αλλαγής, εκδηλώνονται δύο αλληλένδετες-αλληλοσυμπληρούμενες τάσεις, οι οποίες αφορούν άμεσα την εκπαίδευση: από τη μια η «παραγωγή» (από τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, τα «αποστειρωμένα» δημόσια πανεπιστήμια, τα επί πληρωμή μεταπτυχιακά κ.λπ.) ενός μικρού τμήματος εργαζομένων με πολλαπλές ικανότητες και σύνθετη σχέση με τα νέα μέσα παραγωγής, οι οποίοι προορίζονται για τις μεσαίες ή και ανώτερες θέσεις της παραγωγικής ιεραρχίας (συχνά όμως και για πιο χαμηλές), και από την άλλη η «παραγωγή» μιας μεγάλης μάζας εργαζομένων με συγκεκριμένες και τυποποιούμενες διανοητικές και χειρωνακτικές δεξιότητες (όχι πλούσιες εργασιακές ικανότητες) αλλά και με ικανότητα να τις αναπροσαρμόζουν σχετικά γρήγορα ανάλογα με τις ανάγκες της λεγόμενης «αγοράς εργασίας» – κι αυτό, όμως, όχι όλοι, καθώς κάποιοι θα ωθούνται στην ανεργία, αδυνατώντας να «παρακολουθήσουν» τους τεχνολογικούς μετασχηματισμούς. Με δεξιότητες που αξιοποιούνται στο πλαίσιο μιας εργασίας ψηφιακού τεϊλορισμού – δηλ. στο πλαίσιο της πραγματικής υπαγωγής της διανοητικής εργασίας στο κεφάλαιο. Η τάση αυτή οδηγεί στην αναπροσαρμογή της σχέσης ΑΕΙ-πρώην ΤΕΙ που αφορούν το ίδιο γνωστικό αντικείμενο, είτε τυπικά και άμεσα είτε άτυπα και έμμεσα.

Αντανάκλαση των παραπάνω είναι η δομή η οποία έχει ήδη διαμορφωθεί στην ελληνική τριτοβάθμια εκπαίδευση – και δεν πρόκειται πλέον για μελλοντικό σχέδιο. Το 2019, στο μηχανογραφικό δελτίο που συμπλήρωναν οι υποψήφιοι (απόφοιτοι της Γ’ Λυκείου) υπήρχαν 497 πανεπιστημιακά τμήματα τα οποία απονέμουν πτυχίο και μπορούσαν να δηλώσουν. Από μια απλή ανάγνωση των τίτλων των τμημάτων, είναι εμφανής η τάση κατακερματισμού των γνωστικών αντικειμένων και των πτυχίων, σε συνδυασμό με την τάση απόκτησης δεξιοτήτων και κατάρτισης μερικού χαρακτήρα. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα δύο οικονομικών πανεπιστημίων, του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΟΠΑ) και του Πανεπιστημίου Πειραιά  (ΠΑ.ΠΕΙ.), καθώς και των πρώην ΤΕΙ που σχετίζονται με τις οικονομικές σπουδές.

Τα δύο πανεπιστήμια, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980 είχαν το καθένα μόνο ένα τμήμα. Σήμερα το ΟΠΑ έχει τα εξής τμήματα:  Οικονομικής Επιστήμης, Διοικητικής Επιστήμης και Τεχνολογίας, Διεθνών και Ευρωπαϊκών Οικονομικών Σπουδών, Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων, Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής, Μάρκετινγκ και Επικοινωνίας, Πληροφορικής, Στατιστικής. Το ΠΑ.ΠΕΙ. έχει τα παρακάτω τμήματα: Τουριστικών Σπουδών, Οικονομικών Επιστημών, Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων, Στατιστικής και Ασφαλιστικής Επιστήμης, Χρηματοοικονομικής και Τραπεζικής Διοικητικής, Ναυτιλιακών Σπουδών, Τεχνολογίας και Συστημάτων Παραγωγής, Πληροφορικής, Ψηφιακών Συστημάτων, Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών. Από τα πρώην ΤΕΙ, θα αναφερθούμε ενδεικτικά στο ΤΕΙ Ηρακλείου Κρήτης, το οποίο μετατράπηκε σε Μεσογειακό Πανεπιστήμιο και έχει 16 τμήματα – μεταξύ αυτών και τμήματα που επιγράφονται «Κοινωνική Εργασία» ή «Μηχανικοί Μουσικών Οργάνων». Βάση για τη συγκρότηση των πανεπιστημιακών τμημάτων και την εισαγωγή κατευθύνσεων και μαθημάτων στα προγράμματα σπουδών δεν είναι η αντιστοίχισή τους σε βασικά γνωστικά αντικείμενα κάθε επιστήμης, αλλά κυρίως οι απαιτήσεις της καπιταλιστικής οικονομίας σε όλες τις διαστάσεις της. Επιπλέον χαρακτηριστικό αποτελεί η καθιέρωση σε μεγάλο αριθμό τμημάτων των πρόωρων προπτυχιακών εξειδικεύσεων-κατευθύνσεων.

Ελάχιστα είναι τα ελληνικά πανεπιστήμια που δεν έχουν μεταβάλλει τη δομή τους τις τελευταίες δεκαετίες, με πιο χαρακτηριστικές τις περιπτώσεις του ΕΜΠ και των ιατρικών σχολών.

Η προαναφερθείσα τάση αποκαλύπτεται ακόμα πιο χαρακτηριστικά αν κάποιος εξετάσει την κατάσταση στα μεταπτυχιακά (δεύτερος κύκλος σπουδών), λαμβάνοντας επιπλέον υπόψη ότι υπάρχουν τμήματα με περισσότερα του ενός μεταπτυχιακά προγράμματα.

Από τα παραπάνω, διακρίνεται εμφανώς η σαφής τάση κατακερματισμού και διάσπασης των γνωστικών αντικειμένων, αλλά και η κυριαρχία της τάσης απόκτησης εφήμερων δεξιοτήτων άμεσα προσαρμοσμένων στις ανάγκες της λεγόμενης «αγοράς εργασίας» (δηλαδή, της σχέσης μισθωτής εκμετάλλευσης). Δεξιοτήτων οι οποίες μπορούν άμεσα να ενταχθούν στην υπηρεσία του κεφαλαίου, στο πλαίσιο της νέας πραγματικότητας της σχέσης εκμετάλλευσης, κι επίσης εύκολα μπορούν να αντικατασταθούν –αυτές ή και ο εργαζόμενος-φορέας τους, ο οποίος θα βρεθεί στην ανεργία– όταν οι απαιτήσεις του κεφαλαίου είναι διαφορετικές. Επιπλέον, είναι φανερό (αφορώντας πλέον την ιδεολογική, πολιτική λειτουργία της εκπαίδευσης) ότι ο φοιτητής ή ο απόφοιτος από το Τμήμα Ευρωπαϊκών Σπουδών δεν μπορεί παρά να είναι ένθερμος υποστηρικτής της ΕΕ, από το Τμήμα Στατιστικής και Ασφαλιστικής Επιστήμης  να είναι ένθερμος υποστηρικτής της ιδιωτικής ασφάλισης και από το Τμήμα Ναυτιλιακών Σπουδών να υποστηρίζει τα προνόμια και τις δεκάδες φοροαπαλλαγές του εφοπλιστικού κεφαλαίου.

Πρέπει να επισημανθεί, επίσης, ο ρόλος της ΑΔΙΠ (Αρχή Διασφάλισης Ποιότητας) στον έλεγχο του προσανατολισμού και του περιεχομένου των προγραμμάτων σπουδών των ήδη τμημάτων αλλά και στη δημιουργία νέων Τμημάτων. Οι συνεχείς εσωτερικές και εξωτερικές αξιολογήσεις προωθούν εκ των πραγμάτων και λιγότερο ή περισσότερο έμμεσα ένα καθεστώς υποβολής-επιβολής του τύπου και του περιεχομένου των μαθημάτων, καθώς και των κατευθύνσεων των σπουδών στο εσωτερικό των τμημάτων. Κανένα τμήμα πλέον δεν αγνοεί αυτές τις συστάσεις, οι οποίες αφορούν κατά βάση την «προσαρμογή» των προγραμμάτων σπουδών στα δεδομένα της αγοράς και της (καπιταλιστικώς νοούμενης) παραγωγής. Πάντα, βέβαια, αυτές οι συστάσεις περιβάλλονται με τον μανδύα του «εκσυγχρονισμού» των προγραμμάτων κι έχουν ως σημαία την επαγγελματική εξασφάλιση των αποφοίτων και την αντιμετώπιση της ανεργίας.

Οι εν λόγω εξελίξεις κονιορτοποιούν κάθε έννοια –και αυταπάτη– ελευθερίας στη διδασκαλία των μελών ΔΕΠ, επιβάλλουν τον «σιδηρούν νόμο» της κεφαλαιοκρατίας και της αγοράς, και εκκαθαρίζουν το τοπίο από κάθε κριτικό στοιχείο. Έτσι στον σύγχρονο καπιταλισμό η λεγόμενη «ακαδημαϊκή ανεξαρτησία», η οποία συνδεόταν με την έννοια της «καθαρής επιστήμης», αντικαθίσταται με γοργό ρυθμό από την ερευνητική δραστηριότητα «τοις μετρητοίς», με την δήθεν ανεξαρτησία να επιζητείται πλέον σε διάτρητους κώδικες δεοντολογίας που αφορούν τη χρήση των αποτελεσμάτων της έρευνας. Οι επιπτώσεις είναι ευδιάκριτες ειδικά στις κοινωνικοοικονομικές σχολές – και θα γίνουν περισσότερο έντονες στο μέλλον, με την ηλικιακή ανανέωση των μελών ΔΕΠ.  Μια αιρετική άποψη πολύ δύσκολα μπορεί να σταθεί πλέον – πόσο μάλλον να εκλεγεί μέλος ΔΕΠ με μαρξιστικές απόψεις ή με απόψεις που υπερβαίνουν την προαναφερθείσα «ορθοδοξία» των κεφαλαιοκρατικών και αγοραίων προτεραιοτήτων.

Εκτός, βέβαια, από τις αλλαγές που αφορούν τη στενά εκπαιδευτική λειτουργία των πανεπιστημίων, ραγδαίες είναι και οι αλλαγές που αφορούν τη διοικητική δομή τους. Στο πλαίσιο αυτό, οποιαδήποτε δομή αφορά την κάλυψη κοινωνικών αναγκών –ειδικά των φοιτητών– περιορίζεται-μαραζώνει ή και καταργείται, ενώ δομές που έχουν σχέση με την αξιολόγηση ή την αξιοποίηση της περιουσίας των ΑΕΙ και τη διαχείριση των ερευνητικών προγραμμάτων αυξάνονται ραγδαία και στελεχώνονται με «επαρκές» προσωπικό. Στις νέες δομές ανθούν ιδιαίτερα οι ελαστικές εργασιακές σχέσεις. Η καρδιά της νέας δομής είναι ο Ειδικός Λογαριασμός Κονδυλίων Έρευνας (ΕΛΚΕ). 

 Η τάση «αντικειμενοποίησης» της διανοητικής εργασίας

Οι αλλαγές ειδικά στην πληροφορική, τις επικοινωνίες, την τεχνητή νοημοσύνη και τα big data επηρεάζουν τα πανεπιστήμια και την εκπαίδευση που αυτά παρέχουν, καθώς διαμορφώνουν νέα δεδομένα σε ό,τι αφορά τον χάρτη της εργασίας, των αναγκαίων εργασιακών ικανοτήτων και της εργατικής δύναμης σε πολλούς τομείς – ιδιαίτερα στον λεγόμενο τριτογενή τομέα ή υπηρεσίες, που πλέον είναι σε μεγάλο βαθμό βιομηχανοποιημένος κι έχει τα χαρακτηριστικά μαζικής παραγωγής εμπορευματοποιημένων υπηρεσιών ή άλλων άυλων εμπορευμάτων.

Στο πλαίσιο αυτό, δρομολογείται η κατάργηση ορισμένων τομέων και θέσεων εργασίας αλλά και η δημιουργία άλλων (που απαιτούν άλλα εργασιακά προσόντα και διαφορετικές ικανότητες), η κατά περίπτωση (και όχι η καθολική, όπως συχνά εννοεί η σχετική φιλολογία του συρμού) αντικατάσταση ανθρώπων με μηχανές-ρομπότ, η δημιουργία νέων μέσων εργασίας (που στην πλειοψηφία των περιπτώσεων είναι «έξυπνα», ευέλικτα και πολυλειτουργικά, έχουν τη δυνατότητα «εκπαίδευσης» και «εκμάθησης» είτε μέσω της αξιοποίησης των big data είτε μέσω της «δοκιμής και του λάθους», πηγαίνοντας πολύ πιο πέρα από τα κλασικά ρομπότ, τα οποία απλώς υποκαθιστούσαν-αντικαθιστούσαν τη μονότονη χειρωνακτική εργασία). Δρομολογούνται, παράλληλα, αλλαγές στη χωροταξία των επιχειρήσεων, στην οργάνωση και τις μεθόδους διοίκησής τους κ.ά. (Ρίφκιν, 2017 – Brynjolfsson-McAfee, 2016 – Παπακωνσταντίνου, 2020 – Ross, 2017 – Schmidt-Cohen, 2014 – Τύμπας, 2018).

Μία από τις καθοριστικές επιπτώσεις αυτής της εξέλιξης, η οποία επηρεάζει το περιεχόμενο της εργασίας –συνεπώς τις απαιτούμενες εργασιακές ικανότητες, άρα και την παρεχόμενη μόρφωση, και τη δομή της εκπαίδευσης συνολικά και της τριτοβάθμιας ειδικά–, είναι η τάση «αντικειμενοποίησης» πλευρών της διανοητικής εργασίας (απλών και τυποποιούμενων, αλλά όχι μόνο). Αυτό οδηγεί στη μετατροπή ενός μέρους της ζωντανής εργασίας σε νεκρή (ενσωματωμένη στα μέσα παραγωγής ή σε λογισμικό), που πλέον αποσπάται-αποχωρίζεται από τον εργαζόμενο, μετατρέποντας ένα τμήμα τού έως χθες μεταβλητού κεφαλαίου σε σταθερό κεφάλαιο.

Η εν λόγω εξέλιξη, υπό καπιταλιστικές συνθήκες οδηγεί όχι σε μείωση των ωρών και των ετών εργασίας, αλλά σε κατάργηση θέσεων εργασίας (π.χ. θέσεις γραφείου, ενδιάμεσης ιεραρχίας) και εντατικότερη εκμετάλλευση (ώστε να αναπληρωθεί η αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου). Επιπλέον τυποποιεί και μετατρέπει σε μονότονα επαναλαμβανόμενη την έως πριν δημιουργική εργασία πολλών κατηγοριών εργαζομένων, ενισχύοντας τον ψηφιακό τεϊλορισμό (μετά τον χειρωνακτικό, που είχε εγκατασταθεί στο μεταίχμιο του 19ου και του 20ού αιώνα) και την πραγματική υπαγωγή πλέον και της διανοητικής εργασίας στο κεφάλαιο. Έτσι, επιταχύνεται η ένταξη στο καθεστώς της τυπικά ή άτυπα μισθωτής εργασίας αρκετών ως χθες μεσαίων στρωμάτων, ιδιαίτερα αυτών που στηρίζονταν σε πτυχίο πανεπιστημιακής εκπαίδευσης (μηχανικοί, γιατροί κ.λπ.) και εργάζονταν αρκετά συχνά ως ελευθεροεπαγγελματίες. Σε ό,τι αφορά δε την έννοια της διανοητικής εργασίας, αυτή πλέον τείνει να ενσωματώνει –όντας ένα από τα βασικά στοιχεία του περιεχομένου της εκπαίδευσης στα πανεπιστήμια– στοιχεία φαντασίας, δημιουργικότητας, επικοινωνίας, συνεργατικού πνεύματος, μεταφέροντας στο περιεχόμενο εργασίας των άμεσων παραγωγών μερικά από τα στοιχεία που μέχρι πρότινος περιλαμβάνονταν στα καθήκοντα αποκλειστικά και μόνο της εργοδοσίας, της διοίκησης ή και των ενδιάμεσων στελεχών.

Η πλευρά της «αντικειμενοποίησης» της διανοητικής εργασίας (καθώς και η προηγούμενη), αποκτούν βαρύνουσα σημασία για το κεφάλαιο, στο πλαίσιο της συζήτησης για τη λεγόμενη «4η Βιομηχανική Επανάσταση». Αυτή η συζήτηση –και οι πρακτικές πρωτοβουλίες που τη συνοδεύουν– πρέπει να «διαβαστεί» όχι ως μια γενική και χωρίς κριτήρια παρακολούθηση των τεχνολογικών καινοτομιών, αλλά ως προσπάθεια του κεφαλαίου να βρει το ελιξίριο της κερδοφορίας μέσα από μια κατάδυση και πάλι στην παραγωγή υλικών και άυλων εμπορευμάτων (νέων ή και κλασικών, όμως με νέα μορφή ή μέθοδο παραγωγής). Ή καλύτερα, ως μια προσπάθεια να συνδυάσει την κερδοφορία που προσφέρει η φυγή στη χρηματοπιστωτική σφαίρα (που, όμως, μετά το 2008 αποδεικνύεται ανασφαλής και ευάλωτη, αλλά ωστόσο δεν είναι εφικτό να εγκαταλειφθεί) με την κερδοφορία που μπορεί να προσφέρει η παραγωγική σφαίρα κάθε λογής προϊόντων (η οποία ενδέχεται να είναι ποσοστιαία μικρότερη, αλλά μπορεί να έχει πιο γερά θεμέλια).

 Η εκπαίδευση, ο χρόνος περιστροφής και η διεθνοποίηση του κεφαλαίου

Αποφασιστικά επιδρά στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση και η μεγάλη επιτάχυνση του κύκλου Χ-Ε-Χ΄, δηλαδή του χρόνου περιστροφής (κύκλισης) του κεφαλαίου. Η επιτάχυνση αυτή, που αναδεικνύεται από τον Μαρξ σε βασικό μηχανισμό για την αύξηση της κερδοφορίας γενικά και την αντιρρόπηση της τάσης πτώσης του μέσου ποσοστού κέδρους ειδικότερα, αποκτά ακόμη πιο μεγάλη σημασία σήμερα, σε εποχή γοργών τεχνολογικών αλλαγών, ραγδαία μεταβαλλόμενου και έντονα ανταγωνιστικού περιβάλλοντος (Μαρξ, 2016 – Μαρξ, 1984 – Μαρξ, 1989-1992).

Για να επιτευχθεί αυτή η επιτάχυνση, ανασυγκροτούνται πολλές πλευρές των καπιταλιστικών σχέσεων: αναδιαμορφώνεται σε αρκετές περιπτώσεις η ίδια η εργατική δύναμη (ώστε οι ικανότητες που έχει ως αξία χρήσης την οποία μισθώνει ο καπιταλιστής για να παράγει νέες αξίες χρήσης να ανταποκρίνονται στις εκάστοτε παραγωγικές ανάγκες και στις απαιτήσεις των νέων αξιών χρήσης), ο τομέας R&D, στον οποίο κατά προτεραιότητα απασχολούνται απόφοιτοι πανεπιστημίων, και οι «αιμομικτικές» σχέσεις πανεπιστημίων-εταιρειών (ώστε να ανανεώνονται ταχύτατα τα προς πώληση προϊόντα, να μετατρέπεται το γρηγορότερο δυνατόν η βασική έρευνα σε εφαρμοσμένη και να αξιοποιείται όσο το δυνατόν περισσότερο το πλεονέκτημα της τεχνολογικής πρωτοκαθεδρίας, σε μια εποχή που κάθε νέο προϊόν, ειδικά ψηφιακό, μπορεί εύκολα να αντιγραφεί και να αναπαραχθεί με μικρότερο κόστος από αυτό που απαίτησε η αρχική του δημιουργία). Αναμορφώνονται, επίσης, ο χρόνος λειτουργίας των μέσων παραγωγής (άρα και ο χρόνος εργασίας) και η διαχείριση της αποθήκης (logistics), ώστε να παραμένουν σε αυτή όσο το δυνατόν λιγότερα και για όσο το δυνατόν λιγότερο τα προς πώληση προϊόντα και να κυριαρχεί κατά το δυνατόν η just in time παραγωγή. Τέλος, αναμορφώνονται το marketing και η κατασκευή brand names (ένας τομέας που αναβαθμίζεται, καλύπτεται από νέα γνωστικά πεδία ενός των πανεπιστημίων και στοχεύει στο να αποκτούν τα προς πώληση προϊόντα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, που δεν συνδέεται κατ’ ανάγκην με τη μειωμένη τους τιμή), καθώς και το κύκλωμα της εμπορίας (ώστε να μεγαλώνει το βιομηχανικό έναντι του εμπορικού κέρδους). Παράλληλα με την ανασυγκρότηση καθεμιάς από αυτές τις επιμέρους πλευρές, ανασυγκροτούνται και οι μεταξύ τους σχέσεις –άρα και οι εν λόγω τομείς στο οργανόγραμμα μιας επιχείρησης–, ώστε να συγκροτούν ένα αποτελεσματικό όλον, να ενοποιούν με πιο αποδοτικούς όρους την παραγωγή υπεραξίας (που γίνεται στον χώρο εργασίας) με την πραγμάτωση της υπεραξίας (που γίνεται έξω από τον χώρο εργασίας, στην κυκλοφορία και την κατανάλωση των προϊόντων).

Η εξέλιξη αυτή –σε συνδυασμό και με τις προηγούμενες– έχει πολλαπλή επίδραση στην εκπαίδευση. Καταρχήν, αναβαθμίζει την αξία ορισμένων σχολών ή τμημάτων όχι άμεσα «παραγωγικών» με την κλασική έννοια του όρου, αλλά εξαιρετικά κρίσιμων για το κύκλωμα της σύγχρονης καπιταλιστικής οικονομίας (π.χ. έρευνα αγοράς, marketing, management, λογιστική, διαχείριση ανθρώπινων πόρων, σχέσεις πολυεθνικών με νεοφυείς επιχειρήσεις), ενώ αναμορφώνει ριζικά το περιεχόμενο κάποιων από αυτές και αρκετών άλλων.

Επιπλέον, η επιτάχυνση του χρόνου περιστροφής, η ταχύτατη μεταβλητότητα των παραγωγικών-οικονομικών συνθηκών και ο οξύτατος ενδοκαπιταλιστικός ανταγωνισμός δεν επιτρέπουν εύκολα έναν μακροχρόνιο σχεδιασμό της αστικής εκπαιδευτικής πολιτικής – αντιθέτως, πιέζουν για μέτρα άμεσης σχέσης και απόδοσης (οι πολυσυζητημένες παλινωδίες της εκπαιδευτικής πολιτικής προκύπτουν εν μέρει και από αυτό). Δεν αφήνουν περιθώρια για έναν πιο μακρόπνοο σχεδιασμό των εργασιακών προσόντων και ικανοτήτων – αντιθέτως, πιέζουν κυρίως για τρέχοντα σχεδιασμό άμεσα αξιοποιήσιμων-αποδοτικών και εύκολα τροποποιήσιμων δεξιοτήτων, που μπορούν να υπαχθούν στους όρους της ψηφιακά τεϊλορικής εργασίας ή και εν γένει της υπερεκμεταλλευόμενης (με όρους άντλησης σχετικής κι απόλυτης υπεραξίας) διανοητικής εργασίας. Καταργούν σε μεγάλο βαθμό –όχι όμως πλήρως– τους υπάρχοντες ή εναπομείναντες βαθμούς ελευθερίας που είχε η βασική έρευνα και επιβάλουν στο ερευνητικό έργο τη δεσποτεία της εφαρμοσμένης έρευνας – άλλως, της καπιταλιστικής παραγωγής, της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, της αγοράς.

Η εν λόγω εξέλιξη,  σε συνδυασμό πάντα και με τις προηγούμενες, σηματοδοτεί το πέρασμα από την τυπική στην πραγματική και καθολική υπαγωγή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στο κεφάλαιο. Δηλαδή, αν ο καπιταλισμός του ελεύθερου ανταγωνισμού αντιστοιχούσε στην τυπική υπαγωγή της εκπαίδευσης στο κεφάλαιο (όπου η πρώτη είχε πολλούς βαθμούς ελευθερίας και η σχέση των δύο ήταν σχετικά εξωτερική) και ο μονοπωλιακός καπιταλισμός αντιστοιχούσε σε ένα μίγμα τυπικής-πραγματικής υπαγωγής της εκπαίδευσης στο κεφάλαιο (όπου η πρώτη διατηρούσε αρκετούς βαθμούς ελευθερίας και η εξυπηρέτηση των αστικών απαιτήσεων ήταν πιο μακρόπνοη και λιγότερο «γυμνή» και άμεσα αναγνωρίσιμη), ο σύγχρονος καπιταλισμός αντιστοιχεί στην πραγματική και καθολική υπαγωγή της εκπαίδευσης στο κεφάλαιο, η οποία χαρακτηρίζεται από την πιο άμεση και απροκάλυπτη παρέμβαση του κεφαλαίου και των επιχειρηματικών-αγοραίων κριτηρίων στα εκπαιδευτικά-ερευνητικά πράγματα, από την αναμόρφωση των εκπαιδευτικών βαθμίδων και της μεταξύ τους σχέσης, από την αλλαγή στο περιεχόμενο και το ιδεολογικο-πολιτικό χρώμα των παρεχόμενων γνώσεων, από τις μεταβολές στην προσβασιμότητα στη γνώση (ένταση ταξικών φραγμών) κ.λπ.

Σε όλα αυτό πρέπει να συνυπολογιστεί ένα τέταρτο βασικό στοιχείο της νέας πραγματικότητας: οι διαδικασίες της καπιταλιστικής διεθνοποίησης, πλευρές της οποίας είναι οι ολοκληρώσεις τύπου ΕΕ (η οποία παρεμβαίνει δραστήρια στο πανεπιστημιακό γίγνεσθαι συνολικά – όχι μόνο στην έρευνα), οι ρυθμίσεις τύπου ΤΤΙΡ ή άλλες που αφορούν τα πνευματικά δικαιώματα, η ισχυροποίηση του ρόλου των πολυεθνικών-πολυκλαδικών επιχειρήσεων αλλά και των εξωχώριων (off shore) δραστηριοτήτων, η ενισχυμένη παρέμβαση στον σχεδιασμό των εκπαιδευτικών πραγμάτων οργανισμών όπως ο ΟΟΣΑ κ.ά. Η εν λόγω τάση συνδυάζεται –σε άλλοτε άλλη ισορροπία, αλλά πάντα σε συνύπαρξη, χωρίς κατάργηση της μίας ή της άλλης πλευράς– με την ένταση τόσο του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού (ο οποίος διαπερνά πολλές φορές άμεσα τα τεκταινόμενα στα πανεπιστήμια και ιδίως στην έρευνα) όσο και της ανισόμετρης οικονομικής-πολιτικής ανάπτυξης. Στο πλαίσιο αυτής της τάσης, διαμορφώνεται μια νέα αρχιτεκτονική ανάμεσα στο εθνικό κράτος, τους υπερεθνικούς μηχανισμούς κάθε τύπου και το «τοπικό κράτος» (δήμοι), καθώς επίσης και ανάμεσα σε αυτά και το κεφάλαιο, ιδίως το πολυεθνικό, η οποία επιδρά στην εποπτεία και τη χρηματοδότηση της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης.

Ήδη, ως αποτέλεσμα και πλευρά της καπιταλιστικής διεθνοποίησης, έχουμε την εμφάνιση των πρώτων «διεθνών» διακρατικών πανεπιστημίων, στο πλαίσιο της λεγόμενης «γαλάζιας οικονομίας». Στις 26/7/2019, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε μια πρώτη επιλογή 17 ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης από όλη την Ευρώπη, με στόχο τη δημιουργία ολοκληρωμένων διεθνικών ευρωπαϊκών πανεπιστημίων. Παράλληλα με αυτά ενισχύεται, όπως προαναφέρθηκε, η διασύνδεση με το τοπικό κράτος. Δεν είναι τυχαίο ότι μία από τις τελευταίες προκηρύξεις ερευνητικών προγραμμάτων που αφορούσε τις περιφέρειες, είχε απαραίτητη προϋπόθεση κατάθεσης πρότασης για έρευνα και καινοτομία στο επίπεδο της περιφέρειας τη συμπερίληψη 2-3 τοπικών εταιρειών. Ήταν σαφής η τάση διασύνδεσης της τοπικής επιχειρηματικότητας με τα πανεπιστήμια.   

Έτσι, η εκπαιδευτική πολιτική μιας χώρας –ειδικά σαν τη σημερινή Ελλάδα– είναι τελικώς η συνισταμένη όλων αυτών των παραμέτρων και της ταξικής πάλης (συνολικά του εργατικού κινήματος και του φοιτητικού και εκπαιδευτικού κινήματος ειδικότερα). Απηχεί τα «θέλω» όχι μόνο της αστικής τάξης που έχει βάση εξόρμησης την Ελλάδα, αλλά της αστικής τάξης (ασχέτως χώρας εφόρμησης) που δραστηριοποιείται ή πρόκειται να δραστηριοποιηθεί στην Ελλάδα. Και αποτελεί όχι απλώς copy paste των ευρωπαϊκών οδηγιών και των κατευθύνσεων του ΟΟΣΑ, αλλά συνδυασμό αυτών με τους υπόλοιπους παράγοντες (ένας εκ των οποίων πάντα είναι ο σχετικά αυτοτελής ρόλος της ακαδημαϊκής ελίτ και τα συμφέροντά της). Με αυτήν την έννοια, τα κείμενα της ΕΕ ή του ΟΟΣΑ για την εκπαίδευση πρέπει πάντα να «διαβάζονται» με τη σχετικότητά τους.

Οι αλλαγές στους ρόλους-λειτουργίες του πανεπιστημίου

Στο πλαίσιο όσων ήδη αναφέρθηκαν, η Ανώτατη Εκπαίδευση ανασυγκροτείται ριζικά, ώστε να υπηρετούνται με αποτελεσματικότερο τρόπο οι «δίδυμοι πύργοι» του καπιταλισμού: η καπιταλιστική κερδοφορία και η αστική κυριαρχία. Συγκεκριμένα, ανασυγκροτούνται τόσο ο οικονομικός και κοινωνικός όσο και ο πολιτικός και ιδεολογικός ρόλος της – με τη σχετικότητα που έχει αυτή η διάκριση (Μηλιός, 1986 – Μαυρουδέας, 2005 – Ρέππας, 2006 – Σωτήρης, 2001 – Μανιάτης, 2008).

Ο άμεσα οικονομικός ρόλος των πανεπιστημίων συνδέεται κατά βάση με δραστηριότητες που μπορούν άμεσα να ενταχθούν στη σφαίρα της αξιοποίησης και της κερδοφορίας του κεφαλαίου.  Τέτοιος τομέας είναι κυρίως η έρευνα τόσο στις θετικές επιστήμες όσο και στις οικονομικές ή ανθρωπιστικές, με ό,τι τη συνοδεύει (κατοχύρωση πατεντών, χρηματοδοτήσεις και προγράμματα, δημιουργία επιχειρήσεων από ΑΕΙ ή κοινών επιχειρήσεων από ΑΕΙ-εταιρίες κ.λπ.). Τέτοιο, επίσης, στοιχείο είναι η οικονομική διαχείριση/διοίκηση των φτωχά –λόγω λιτότητας– χρηματοδοτούμενων πανεπιστημίων με όρους ιδιωτικοοικονομικούς/επιχειρηματικούς, οι οποίοι τείνουν να εξαφανίσουν κάθε εναπομείναν κοινωνικό στοιχείο και να αναδιατάξουν τμήματα, τομείς και δράσεις με κριτήριο τον προσπορισμό κονδυλίων (από ευρωπαϊκές ή ιδιωτικές πηγές).

Σε αυτόν τον ρόλο του πανεπιστημίου δεν είναι σκόπιμο να ενταχτεί η ιδιωτική δραστηριότητα πανεπιστημιακών δασκάλων, οι οποίοι –αξιοποιώντας τον καθηγητικό τίτλο– παρέχουν υπηρεσίες στο κεφάλαιο, προς ίδιον όμως όφελος και χωρίς αυτό να επηρεάζει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τη λειτουργία του πανεπιστημίου. Δεν είναι επίσης σκόπιμο να ενταχθεί η ιδιωτικοποίηση λειτουργιών όπως η καθαριότητα ή η φύλαξη (που επίσης δεν επηρεάζουν τη βασική λειτουργία των πανεπιστημίων). Αντιθέτως, εδώ μπορούν να ενταχθούν η λειτουργία των ιδιωτικών ΑΕΙ στο προπτυχιακό αλλά και μεταπτυχιακό επίπεδο, αλλά και δραστηριότητες όπως τα απογευματινά ιατρεία στα πανεπιστημιακά νοσοκομεία (που αποφέρουν έσοδο) ή η επί πληρωμή οδοντιατρικές πράξεις στις οδοντιατρικές σχολές. Είναι αυτονόητο ότι στον άμεσα οικονομικό ρόλο είναι ξεκάθαρα δεσπόζον το στίγμα της επιχειρηματικότητας.

Βασική πλευρά σε αυτήν την κατεύθυνση είναι η δημιουργία ξενόγλωσσων προπτυχιακών προγραμμάτων και για να εξασφαλιστούν πρόσθετοι οικονομικοί πόροι για τα «προς το ζην» των πανεπιστημίων, αλλά και για να εμπεδωθεί η λογική των διδάκτρων προοπτικά –ίσως όχι πολύ μακρινά– και στους προπτυχιακούς φοιτητές. Έτσι, η πώληση του εμπορευματοποιημένου αγαθού «εκπαιδευτικές υπηρεσίες» εκ μέρους των δημόσιων πανεπιστημίων ίσως αναδειχτεί σε σημαντικό δρόμο οικονομικής επιβίωσής τους τα επόμενα χρόνια. Μετά τα δίδακτρα στα μεταπτυχιακά, ήρθαν τα δίδακτρα στα ξενόγλωσσα εκπαιδευτικά προγράμματα και πλέον ανοίγει ο δρόμος για τη γενίκευσή τους και σε προπτυχιακό επίπεδο. Όσο πιο ασφυκτική γίνεται η κατάσταση με τους προϋπολογισμούς των πανεπιστημίων τόσο πιο γρήγορα είναι και τα βήματα προς την κατεύθυνση της ιδιωτικοποίησης όλων των λειτουργιών τους και των δραστηριοτήτων τους.

Για να γίνει πιο κατανοητή η οικονομική ασφυξία των πανεπιστημίων, θα αναφερθεί ένα πρόσφατο παράδειγμα. Ο ετήσιος προϋπολογισμός των ιδρυμάτων είναι συζητήσιμο αν είναι διπλάσιος από τα χρήματα που θα έπαιρναν οι εταιρείες για την εξ αποστάσεως κατάρτιση των πτυχιούχων σε 1,5 μήνα. Όπως είχε δηλώσει και η σημερινή υπουργός Παιδείας, «η κρατική χρηματοδότηση προς τα ανώτατα ιδρύματα θα εξαρτάται από αντικειμενικά κριτήρια, όπως το κόστος σπουδών ανά φοιτητή, η διάρκεια των προγραμμάτων σπουδών, το μέγεθος και η γεωγραφική διασπορά του ιδρύματος, θα συνδέεται όμως σε κάποιο βαθμό και με τα αποτελέσματα της αξιολόγησης». Με λίγα λόγια, τα αποτελέσματα της αξιολόγησης υπεισέρχονται πλέον στα κριτήρια χρηματοδότησης. Που σημαίνει ότι χρήματα θα πάρει «όποιος συμμορφωθεί προς τας υποδείξεις».

Σημαντικές μεταβολές παρατηρούνται και στον κοινωνικό ρόλο της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, ο οποίος συνδέεται με τη διαμόρφωση του εμπορεύματος εργατική δύναμη (αλλά και άλλων εργαζόμενων στρωμάτων, μισθωτών ή μη, ενίοτε μεσαίων κι άλλοτε όχι). Με τη διαμόρφωση, δηλαδή, τόσο των εργασιακών ικανοτήτων (που αυτές θα μπουν στην υπηρεσία του κεφαλαίου) ενός τμήματος της εργατικής δύναμης όσο και της εργασιακής νοοτροπίας (π.χ. τμήματα διοίκησης επιχειρήσεων, βιομηχανικής ψυχολογίας, διαχείρισης ανθρώπινων πόρων) και της εξωεργασιακής συμπεριφοράς (ως καταναλωτών – π.χ. τμήματα ασφαλιστικής επιστήμης, κοινωνικής πολιτικής ή marketing).

Ο ρόλος αυτός περιλαμβάνει και την κατανεμητική πλευρά (δηλ. την πλευρά του πόσοι θα περάσουν, σε ποια βαθμίδα και πώς θα διοχετευτούν/κατανεμηθούν στα γνωστικά αντικείμενα-ιδρύματα κάθε βαθμίδας), αλλά την υπερβαίνει, καλύπτοντας και άλλες πλευρές. Ιδιαίτερα σήμερα, όπου το κεφάλαιο παρεμβαίνει πολύ πιο άμεσα στα εκπαιδευτικά πράγματα, καθώς δεν έχει την πολυτέλεια να χάνει χρόνο και χρήμα μισθώνοντας εργάτες που θα χρειαστεί να περιμένει ώστε «ΝΑ μάθουν τη δουλειά» (μάλιστα μια «δουλειά» που αλλάζει γρήγορα), αλλά χρειάζεται να έχει στη διάθεσή του άμεσα αξιοποιήσιμους εργάτες, με τις κατάλληλες ικανότητες ή δεξιότητες, την «πρέπουσα εργασιακή κουλτούρα», την κατάλληλη προσαρμοστικότητα και σε τέτοια ποσότητα που να πιέζει τους μισθούς τους προς τα κάτω και να ωθεί την υποταγή τους στο κεφάλαιο προς τα «πάνω».

Ο ρόλος αυτός είναι ταυτόχρονα οικονομικός –έμμεσα, όμως, κι όχι άμεσα– και σχετίζεται με όλη την γκάμα της σύγχρονης βιομηχανικής παραγωγής (είτε αυτή αφορά την κλασική μεταποίηση είτε τομείς των λεγόμενων υπηρεσιών και της παραγωγής άυλων προϊόντων). Αφορά κατά βάση την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης (όχι του στενά βιολογικού της «είναι» –που στα χρόνια όπου κυριαρχούσε η χειρωνακτική εργασία αρκούσε στο κεφάλαιο–, αλλά συνολικά του εργασιακού της «είναι») και όχι την κατανάλωση-εκμετάλλευσή της στην άμεση διαδικασία της παραγωγής και της αξιοποίησης του κεφαλαίου. Αποτελεί απαραίτητη πλευρά για τη συνολική αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων, όμως όχι πλευρά που συμμετέχει άμεσα στην παραγωγή, την πραγμάτωση και την κατανομή της υπεραξίας. Υπάρχουν ασφαλώς και τέτοια στοιχεία (π.χ. μαθητεία, πρακτική άσκηση), όπου τόσο στον χώρο όσο και στο περιεχόμενο της «εκπαίδευσης» κυριαρχεί η προσφορά εργασίας στον εργοδότη (με την προσμονή της μελλοντικής πρόσληψης). Η πλευρά αυτή διευρύνεται, καθώς η πρακτική μέσω ΕΣΠΑ αναπτύσσεται (με κριτήριο την καλή βαθμολογία), ενώ παράλληλα αναπτύσσεται και η συμμετοχή στο ERASMUS.

Εν ολίγοις, ο κοινωνικός-κατανεμητικός και έμμεσα οικονομικός ρόλος της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης αφορά την προσφορά τόσων και τέτοιων γνώσεων-εργασιακών ικανοτήτων, σε τόσους μελλοντικούς εργαζόμενους και με τέτοιον τρόπο ώστε η διαφορά μεταξύ κόστους για το κεφάλαιο από αυτή τη δράση και κατοπινού οφέλους από τα αποτελέσματά της να μεγιστοποιείται για τον καπιταλισμό συνολικά και κάθε καπιταλιστή ατομικά υπέρ του οφέλους. Σε αυτόν τον ρόλο, η επιχειρηματικοποίηση εκφράζεται κατά βάση έμμεσα και όχι άμεσα.

Τέλος μεταβολές παρατηρούνται και στον πολιτικό και ιδεολογικό ρόλο των πανεπιστημίων, ο οποίος συνδέεται τόσο με τον εμποτισμό της συνείδησης συνολικά των φοιτητών και μελλοντικών εργαζομένων με τις «κατάλληλες» για το σύστημα αξίες και πολιτικές απόψεις και την απαιτούμενη από το σύστημα εργασιακή κουλτούρα και «ευελιξία», όσο και με την παραγωγή εκείνου του ειδικού εργατικού δυναμικού και με εκείνες τις απόψεις και στάση ζωής που θα στελεχώσει τομείς του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα με αποδοτικό –πολιτικά και οικονομικά– τρόπο – κι όλα αυτά όχι γενικά, αλλά με τον συγκεκριμένο τρόπο που εμφανίζονται στον σύγχρονο καπιταλισμό. Συνδέεται, επίσης, με την αξιοποίηση από ατομικούς ή τον συλλογικό κεφαλαιοκράτη (κράτος) του «κύρους» με το οποίο περιβάλλονται οι πανεπιστημιακοί, ώστε να δικαιολογηθούν, να γίνουν αποδεκτά ή και να ενδυθούν με περίβλημα φιλολαϊκό αντεργατικές και ανελεύθερες επιλογές.Ενυπάρχει –και μεταμορφώνεται– αυτός ο ρόλος σε όλες τις σχολές και όχι μόνο σε εκείνες που είναι εκ των πραγμάτων αναβαθμισμένος του λόγω χαρακτήρα τους. Είναι ευδιάκριτη αυτή η αλλαγή στο περιεχόμενο επιστημονικών τομέων που αφορούν την ιστορία ή τη φιλοσοφία, τις διεθνείς σπουδές ή τον ευρωπαϊκό και παγκόσμιο πολιτισμό, την εκπαίδευση των αυριανών εκπαιδευτικών ή την ψυχολογία. Επίσης, στο περιεχόμενο επιστημονικών τομέων που αφορούν την οικονομία και την παραγωγή (λογιστική, marketing, management, διαχείρiση ανθρώπινων πόρων κ.λπ.), που διαπνέεται καταλυτικά από τις σύγχρονες αρχές και τα μοντέρνα μοντέλα της αστικής πολιτικής οικονομίας, τα οποία αναγορεύονται στα μοναδικά βιώσιμα κι αποτελεσματικά, στον μοναδικό τρόπο λειτουργίας και προόδου της κοινωνίας και της οικονομίας, και περιβάλλονται με ένα ένδυμα απόλυτης τεχνοκρατικής αλήθειας. Το ίδιο ισχύει και στα επιστημονικά πεδία που «παράγουν» αποφοίτους που θα στελεχώσουν τον κρατικό μηχανισμό (διοικητικά ή οικονομικά), αποφοίτους οι οποίοι είναι αναγκαίο να έχουν ενσωματώσει την κυρίαρχη ορθοδοξία, να μπορούν να εμφανίζουν τις πολιτικές επιλογές του αστικού κράτους ως «αυστηρά τεχνοκρατικές επιλογές» και να εμπνέονται από τις αρχές ης ιδιωτικής οικονομίας (άρα να μεταλαμπαδεύουν στο δημόσιο όπου εργάζονται τα ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια). Τέλος, οι αγοραίες αξίες επενδύουν με διαφορετικό σε σχέση με το παρελθόν πλαίσιο και άλλα επιστημονικά πεδία, όπως οι ιατρικές ή οι πολυτεχνικές σχολές. Η θεραπευτική έναντι της προληπτικής κατεύθυνσης, η προσανατολισμένη στο άτομο ιατρική, η βιολογικοποίηση και αποκοινωνικοποίηση των ψυχικών διαταραχών (που αντιμετωπίζονται φαρμακευτικά κατά βάση), η αντιμετώπιση του ανθρώπου ως αθροίσματος «εξαρτημάτων» και λειτουργιών απηχεί μια συγκεκριμένη ιδεολογία, ένα συγκεκριμένο σύστημα αξιών για την άσκηση της ιατρικής, το οποίο συνάδει με τις αξίες του αστικού κόσμου. Αντίστοιχα παραδείγματα υπάρχουν σε πεδία όπως ο χωροταξικός σχεδιασμός ή η αρχιτεκτονική.

Οι παραπάνω ρόλοι-λειτουργίες του πανεπιστημίου περιγράφηκαν μεν χωριστά, δεν πρέπει να ωστόσο να κατανοούνται σχηματικά – για παράδειγμα, ότι στις παραγωγικές/τεχνικές σχολές υπάρχει μόνο ο οικονομικός ρόλος, ενώ στις ανθρωπιστικές μόνο ο ιδεολογικός ή ο κοινωνικός. Αυτό που παρατηρείται είναι η ενίσχυση στην πρώτη κατηγορία σχολών, μαθημάτων πολιτικοθεωρητικού χαρακτήρα (φιλοσοφία, οικονομία, πολιτική της ΕΕ στο αντίστοιχο γνωστικό αντικείμενο κ.λπ.) και στις δεύτερες μια διασύνδεσή τους επίσης με επιχειρήσεις, που απλώς δεν είναι κλασικές βιομηχανικές επιχειρήσεις της χειρωνακτικής εργασίας, αλλά δρουν στον χώρο της επικοινωνίας, των ερευνών γνώμης, σε εθνικούς ή διεθνικούς θεσμούς και ινστιτούτα κ.ο.κ.

Στον σύγχρονο καπιταλισμό –που προδιαγράφει ένα εξαιρετικά γκρίζο μέλλον για τους νέους–, η ιδεολογική-πολιτική λειτουργία της εκπαίδευσης και η αντίστοιχη πλευρά των προωθούμενων αναδιαρθρώσεων, έχει θεμελιακό χαρακτήρα και αναβαθμίζεται στο έπακρο. Δεν αποτελεί απλώς επιστέγασμα, εποικοδόμημα ή συμπλήρωμα της οικονομικής και κοινωνικής λειτουργίας, αλλά διαπλέκεται οργανικά και με νέους όρους με αυτήν, τόσο σε μακροοικονομικό όσο και σε μικροοιοκονομικό επίπεδο. Αποκτά θεμελιακό κι όχι απλώς επικουρικό ρόλο, έτσι που η οικονομική αποδοτικότητα να αποτελεί μεν το βασικό, σε τελική ανάλυση, κριτήριο όποιας αλλαγής δρομολογεί το κεφάλαιο, αλλά να έχει νόημα για τους αστούς μόνο όταν διασφαλίζεται η πολιτική και ιδεολογική τους κυριαρχία.

Για παράδειγμα, ο μελλοντικός εργαζόμενος που θα θέσει αύριο τη φαντασία και τη δημιουργικότητά του στην υπηρεσία του εργοδότη (ως στοιχείο των εργασιακών του ικανοτήτων) θα είναι αποδοτικός για το κεφάλαιο αν η κινητοποίηση της φαντασίας επικαθορίζεται από τις αρχές της αγοράς, του κέρδους και της ανταγωνιστικότητας, όπως αυτές εκδηλώνονται σήμερα. Ο μελλοντικός εργαζόμενος στη ΔΟΥ ή ένα ασφαλιστικό ταμείο, που θα αξιολογείται με βάση τα αποτελέσματά του, πρέπει να έχει ενσωματώσει τις μνημονιακές φορολογικές και ασφαλιστικές «αξίες». Ο δε εκπαιδευτικός, να ξέρει –και να διδάσκει– πως χωρίς χορηγούς και χωρίς επιχειρηματικότητα τίποτα δεν μπορεί να γίνει. Και ο άνεργος ή ελαστικά εργαζόμενος πως μόνο αν υιοθετήσει όλα αυτά που συγκροτούν μια συμπεριφορά αποδοχής του υπάρχοντος στάτους, συνδιαλλαγής με την αστική τάξη πραγμάτων υπάρχει μια ελπίδα να βρει δουλειά.

Επεξήγηση όρων

Διαδίκτυο των πραγμάτων (ΙοΤ): Δίκτυο σύνδεσης και επικοινωνίας πληθώρας οικιακών ή άλλων συσκευών, αυτοκινήτων και αντικειμένων που ενσωματώνουν ηλεκτρονικά μέσα, λογισμικό ή αισθητήρες, ώστε να επιτρέπεται η ανταλλαγή δεδομένων.

Δίκτυο 5G: Η επόμενη γενιά σύνδεσης κινητών συσκευών στο διαδίκτυο. Προσφέρει πολύ πιο αυξημένες ταχύτητες και πιο αξιόπιστες συνδέσεις σε smartphones και άλλες συσκευές.

3D printing (τρισδιάστατη εκτύπωση): Μέθοδος κατασκευής τρισδιάστατων αντικειμένων με κεραμικά υλικά ή άλλα πολυμερή. Με την τεχνική αυτή, τα αντικείμενα κατασκευάζονται μέσω διαδοχικής πρόσθεσης επάλληλων στρώσεων του υλικού.

Βιοπληροφορική: Διεπιστημονικό πεδίο που συνδυάζει την υπολογιστική επιστήμη και εργαλεία λογισμικού για να αναλύσει και να ερμηνεύσει βιολογικά δεδομένα.

Γονιδιωματική: Πεδίο της γενετικής που μελετά το γονιδίωμα (την αλληλουχία του DNA) των οργανισμών και το ενδεχόμενο συνεργασίας μεταξύ γονιδίων.

Big Data (μεγάλα δεδομένα): Τεράστιος όγκος δεδομένων, δομημένων ή αδόμητων, η επεξεργασία των οποίων είναι πρακτικώς αδύνατη με κλασικές μεθόδους, αλλά καθίσταται εφικτή με τις νέες υπολογιστικές μεθόδους, οδηγώντας στην εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων.

Νανανοτεχνολογία: Επιστήμη που αφορά τη δημιουργία και αξιοποίηση λειτουργικών δομών μεγέθους 1-100 νανομέτρων (10−9 μέτρων), δηλ. την εκμετάλλευση της ύλης σε ατομικό και μοριακό επίπεδο.

Startup (νεοφυής επιχείρηση): Καινοτόμα επιχείρηση που δραστηριοποιείται σε ένα νέο πεδίο ή αναπτύσσει ένα νέο επιχειρηματικό μοντέλο.

Τεχνοβλαστός (spin off): Νομικό πρόσωπο (κεφαλαιουχική εταιρεία) που συστήνεται για την εμπορική εκμετάλλευση των αποτελεσμάτων έρευνας που έγινε σε εργαστήρια των ΑΕΙ από πανεπιστημιακούς ή ερευνητικών έργων, χρηματοδοτούμενων ή μη, που εκτελέστηκαν στο πανεπιστήμιο.

Βιβλιογραφία

– Brynjolfsson, E. & McAfee, A. (2016), Η θαυμαστή εποχή της νέας τεχνολογίας: Εργασία, πρόοδος και ευημερία στα χρόνια των έξυπνων τεχνολογιών, Αθήνα, Κριτική

– Κοριά, Μπ. (1986), Επιστήμη, τεχνική, κεφάλαιο, Αθήνα, Α/συνέχεια

– Μηλιός Γ. (1986), Εκπαίδευση και εξουσία, Αθήνα, Θεωρία,

Μαρξ, Κ. (2016), Το κεφάλαιο, τόμ. Α΄, Αθήνα, ΚΨΜ

Μαρξ, Κ. (1984), Θεωρίες για την υπεραξία, μέρος πρώτο, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή,

Μαρξ, Κ. (1989, τόμ. Α’ – 1990, τόμ. Β – 1992, τόμ. Γ’), Grundrisse, Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας, Αθήνα, Στοχαστής

– Μαυρουδέας, Στ. (2005), Οι τρεις εποχές του πανεπιστημίου: Το πανεπιστήμιο στον καπιταλισμό, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα

– Παπακωνσταντίνου, Π. (2020), Άνθρωποι και ρομπότ: Οι προκλήσεις της τεχνητής νοημοσύνης, Αθήνα, Λιβάνης

– Ρέππας, Χρ. (2006), «Καπιταλιστική αναδιάρθρωση και πανεπιστημιακή εκπαίδευση», περ. Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης, τχ. 79 και 80

– Ρίφκιν Τζ. (2017), Η κοινωνία του μηδενικού οριακού κόστους: Το διαδίκτυο των πραγμάτων, ο συνεργασιακός κοινάκτητος χώρος και η έκλειψη του καπιταλισμού, Αθήνα, Ενάλιος

– Ross A. (2017), Οι βιομηχανίες του μέλλοντος, Αθήνα, Ίκαρος

– Schmidt, E. & Cohen, J. (2014), Η νέα ψηφιακή εποχή: Οι επιπτώσεις στα έθνη, την επιχειρηματικότητα και τη ζωή μας, Αθήνα, Δίαυλος

– Σταμάτης Γ. (2008), Ο Νεοφιλελεύθερος εναγκαλισμός του Πανεπιστημίου, Αθήνα, ΚΨΜ

– Σωτήρης, Π. (2001), «Πανεπιστήμιο και καπιταλιστική αναδιάρθρωση», περ. Θέσεις, τχ 76.

– Τύμπας, Τ. (2018), Αναλογική Εργασία, Ψηφιακό Κεφάλαιο: Ιστορία των Τεχνολογιών Υπολογισμού και Αυτοματισμού στην Ενέργεια και την Επικοινωνία, Αθήνα. Angelus Novus

– Φωτάκης, Κ.&  Σελίμης, Α. (2020), Η έρευνα και η καινοτομία στην Ελλάδα σήμερα, Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών.

*Ο Βασίλης Μηνακάκης είναι επιμελητής εκδόσεων.

**Ο Γιώργος Κάργας είναι διδάσκων στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύθηκε στο 12 τεύχος των Τετραδίων Μαρξισμού.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here