Εκτύπωση

του Γιώργου Καλημερίδη

Στην παρούσα εισήγηση θα επικεντρωθούμε στην έννοια «νεανικές κουλτούρες» προσπαθώντας να καταδείξουμε αφενός τις νέες τάσεις ιδεολογικής κυριαρχίας του κεφαλαίου και αφετέρου τις μορφές αντίστασης της νεολαίας στο καταθλιπτικό περιβάλλον των αγορών, της εξατομίκευσης και της διάλυσης προηγούμενων μορφών κοινωνικής συλλογικότητας. Θα προσπαθούμε να αναπτύξουμε τον προβληματισμό μας διαλεκτικά για αυτό και ο τίτλος είναι εξουσία και αντίσταση. Θέλουμε να αναδείξουμε τους πολυποίκιλους μηχανισμούς ιδεολογικής κυριάρχησης του κεφαλαίου, αλλά και τις διάσπαρτες και πιθανά ανολοκλήρωτες μορφές αντίστασης της νέας γενιάς. Ζητήματα που οφείλουν να βρίσκονται στον πυρήνα κάθε ριζοσπαστικού, χειραφετητικού μορφωτικού εγχειρήματος.

Ο όρος νεανικές κουλτούρες μας δίνει τη δυνατότητα να εξετάσουμε πολυεπίπεδα τις σύνθετες δυναμικές (πολιτισμικές, πολιτικές, κοινωνικές) που διαμορφώνουν τη σύγχρονη συνείδηση, ταυτότητα και ιδεολογική διαμόρφωση της νέας γενιάς. Σε μεγάλο βαθμό, μας επιτρέπει να μετατοπίσουμε την εξέταση της ταυτότητας της νέας γενιάς και πέρα από τα όρια των εκπαιδευτικών μηχανισμών και να διερευνήσουμε ένα ευρύτερο πολιτισμικό και ιδεολογικό πεδίο, όπως οι σύγχρονες μορφές ψυχαγωγίας και κοινωνικότητας, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τα επιχειρηματικά δίκτυα που παίζουν αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση των νεανικών ταυτοτήτων. Να ιχνηλατήσουμε την πολυσύνθετη διαδικασία, τελικά, που η νέα γενιά οικοδομεί τη συνείδησή της πάνω στο έδαφος του σύγχρονου καπιταλισμού και των ταξικών του δυναμικών και αντιθέσεων. Είναι προφανές ότι όλο και πιο συχνά οι νέοι συγκροτούν εξατομικευμένες υποκειμενικότητες, αντλώντας τες σε μεγάλο βαθμό από τους λόγους της μουσικής, ενδυματολογικής, ψηφιακής και αθλητικής βιομηχανίας. Οι εκπορευόμενες από την αγορά διαδικασίες εξατομίκευσης έχουν ως αποτέλεσμα την πρόσληψη των δομικών αλλαγών και της διευρυνόμενης εκμετάλλευσης και υποταγής των νέων ως ζητήματα προσωπικής κακοτυχίας ή ανικανότητας (Πεχτελίδης 2012). Σε αυτό το δυσοίωνο καπιταλιστικό σύμπαν δεν θα πρέπει ωστόσο να αποκλείσουμε μορφές κριτικής συνειδητοποίησης, αντίστασης και ενίοτε εξέγερσης.

 Όπως επισημαίνει ο Χένρι Ζιρού (Giroux Η. 2004), ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός διαμορφώνει νέα πεδία μιας «δημόσιας παιδαγωγικής» που δεν περιορίζονται στο σχολείο, αλλά περιλαμβάνουν ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών θεσμών και σχηματοποιήσεων. Οι βαθύτατοι μετασχηματισμοί που πραγματοποιούνται στον δημόσιο χώρο παράγουν νέους παιδαγωγικούς χώρους με τη διακριτή συμβολή των ψηφιακών τεχνολογιών και την αυξανόμενη συγκεντροποίηση και ηγεμονία της επιχειρηματικής εξουσίας. Η συγκεκριμένη προβληματική δεν είναι ασφαλώς καινούρια, αλλά βασίζεται στην γκραμσιανή οπτική για την ηγεμονία. Σύμφωνα με τον Γκράμσι:  «Η παιδαγωγική σχέση δεν μπορεί να περιοριστεί στις ειδικές «σχολικές σχέσεις» χάρη στις οποίες οι νέες γενιές έρχονται σε επαφή με τις παλαιότερες (..) αυτή η σχέση υπάρχει σε όλη την κοινωνία στο σύνολό της(..) κάθε σχέση ηγεμονίας είναι αναγκαστικά μια παιδαγωγική σχέση..» ( Γκράμσι Α. 1973) Η συζήτηση είναι κρίσιμη, επομένως, για όσους/ ες επιδιώκουν την οικοδόμηση ενός ευρύτερου μορφωτικού προτάγματος κοινωνικής χειραφέτησης,  θεμελιωμένου στη δημοκρατία, την κοινωνική δικαιοσύνη και την αντικαπιταλιστική ρήξη.

Είναι απαραίτητες δύο ουσιαστικές εισαγωγικές διευκρινήσεις στη βάση των οποίων προσεγγίζουμε τις «νεανικές κουλτούρες» και τη «δημόσια παιδαγωγική» του σύγχρονου καπιταλισμού. Σε καμιά περίπτωση, δεν έχει μειωθεί ο ρόλος του επίσημου εκπαιδευτικού συστήματος στην ιδεολογική διαμόρφωση της νέας γενιάς. Η πληθώρα των ιδιωτικοποιημένων ιδεολογικών και πολιτισμικών μέσων που οικοδομεί ο σύγχρονος καπιταλισμός με σαφή στόχευση τη νεανική συνείδηση και την πολιτική της συμπεριφορά δεν οδηγούν στην αποκρατικοποίηση ή αποθεσμοποίηση των κυρίαρχων κρατικών εκπαιδευτικών μηχανισμών.

Η νεοφιλελεύθερη εκπαιδευτική πολιτική προϋποθέτει την επίταση της κρατικής πειθαρχίας, την αυστηροποίηση και τον έλεγχο του εκπαιδευτικού περιεχομένου αλλά και των ίδιων των εκπαιδευτικών υποκειμένων. Οι πολλαπλοί εξεταστικοί φραγμοί, η διαρκής συγκρισιμότητα των εκπαιδευτικών υποκειμένων και θεσμών, η κουλτούρα της “αριστείας” ως πρόσχημα για τη νομιμοποίηση της μορφωτικής ανισότητας και η προσπάθεια εξατομίκευσης της αποτυχίας και των ευθυνών συγκροτούν διατακτικές εκπαιδευτικές απαιτήσεις προς τη νεολαία. Το κράτος διαμορφώνει όρια και συγκεκριμένους καθορισμούς στη συγκρότηση της νεανικής συνείδησης, των πολιτισμικών της πρακτικών, ακόμη και το περίγραμμα των ίδιων των αντιστάσεων της νέας γενιάς

Σε υπερεθνικό επίπεδο, ο ΟΟΣΑ, για παράδειγμα, έχει εκπονήσει το πρόγραμμα “εκπαίδευση νέων” (youth education) που αφορά τους νέους από 17 μέχρι 24 ετών, πρόγραμμα που αναφέρεται στην επίσημη και ανεπίσημη εκπαίδευση και κατάρτιση, στη συμβουλευτική και στη  διαμόρφωση στόχων επαγγελματικής κατάρτισης, προτάσεις που επιδιώκει να αποτελέσουν μέρος της συνολικής εκπαιδευτικής πολιτικής των κρατών μελών του (Mertanen, K. & Brunila, K. (2022). H νεολαία ως κοινωνική κατηγορία παραμένει υπό την αυστηρή επιτήρηση των εθνικών και υπερεθνικών εκπαιδευτικών θεσμών, διαμορφώνοντας παράλληλα συγκεκριμένες αξιακές, ηθικές  και πολιτισμικές ταυτότητες προσανατολισμού των νέων στο σύστημα της καπιταλιστικής αγοράς.  Η κυρίαρχη εκπαιδευτική πολιτική αποτελεί μέρος των νεανικών κουλτούρων με την έννοια ότι εξυμνεί τον ατομικό ανταγωνισμό, την ικανότητα των υποκειμένων να «σκηνοθετούν τη βιογραφία τους» , με την έννοια της προσαρμογής  στις εκάστοτε ανάγκες της αγοράς, προβάλλοντας, ταυτόχρονα, την ατομική επιβίωση ως καταστατική αρχή των κυρίαρχων  εκπαιδευτικών πρακτικών, διαστάσεις που αποτελούν την άλλη όψη του νομίσματος σε σχέση με τις ναρκισσιστικές κουλτούρες του facebook ή την μετατροπή σημαντικών κοινωνικών σχέσεων όπως η φιλία σε ένα πάτημα επιβεβαίωσης στον υπολογιστή.  Από αυτή την άποψη, η αλτουσεριανή προβληματική ( Αλτουσέρ Λ. 1994) για τους κρατικούς μηχανισμούς – σε εθνικό και μεταεθνικό πλέον επίπεδο- συνεχίζει να διατηρεί την αξία της, παρά την προφανή της αδυναμία της να συγκροτήσει μια θεωρία υποκειμενικότητας (agency), παραμένοντας στο επίπεδο των γενικών δομικών καθορισμών.

Το δεύτερο που χρειάζεται να διευκρινίσουμε και προκύπτει άμεσα από τα παραπάνω είναι ότι δεν μπορούμε να εξετάσουμε τις νεανικές κουλτούρες έξω από το πεδίο των ευρύτερων καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων και των σύστοιχων κοινωνικών αντιθέσεων του σύγχρονου ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Οι δυναμικές της εργασιακής επισφάλειας, το σχολείο και πανεπιστήμιο της αγοράς, η κοινωνική περιθωριοποίηση μεγάλων τμημάτων της νεολαίας, οι κρατικές ρατσιστικές πρακτικές, η διαμόρφωση μιας μεγάλης αγοράς πολιτισμικών αγαθών αλλά και συγκεκριμένων ορισμών για το ρόλο των φύλων αποτελούν την «υλική» βάση για την εξέταση της συνείδησης και των νέων μορφών κοινωνικότητας της νέας γενιάς. Όπως τονίζει ο Πολ Γουίλς (Willis P 2014) «οι κουλτούρες που βλέπουμε δεν είναι πλήρεις, ομοιόμορφες, διαφανείς για τον εαυτό τους ή για τους άλλους, υπακούοντας μονάχα στους δικούς τους κανόνες και στις ξεκάθαρες προθέσεις των δρώντων υποκειμένων που συμμετέχουν σε αυτές. Υπάρχουν δομές, όρια και επικαθορισμοί που δεν τους επιτρέπουν να προσλαμβάνουν ελεύθερα την οποιαδήποτε μορφή».

Η συνειδητή πολιτικοποίηση, εξαρχής, συνεπώς, της προβληματικής για τη νέα γενιά και την πολιτισμική της ταυτότητα και ο συνακόλουθος προσδιορισμός των δομικών πλαισίων και των σύστοιχων εξουσιαστικών σχέσεων, συγκεκριμενοποιεί τη συζήτηση για τις «νεανικές κουλτούρες» και μας προστατεύει από απλοϊκούς εξωραϊσμούς της νεανικότητας, ως εν γένει ριζοσπαστικής. Ο συγκεκριμένος νεορομαντισμός, αν και καλών, συχνά, προθέσεων, λειτουργεί τελικά παραλυτικά. Βασίζεται στον ιδεαλιστικό αυθορμητισμό και όχι στην ανάγκη μιας συστηματικής μορφωτικής παρέμβασης και κριτικής κατανόησης των σύνθετων κοινωνικών, εκπαιδευτικών και πολιτισμικών διαδικασιών που χαρακτηρίζουν τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό και τις ηγεμονικές πρακτικές του, καθώς και το πολιτισμικό/ιδεολογικό αποτύπωμα όλων αυτών στη νεολαία και τη συνείδησή της.

Από την άλλη, ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος κάθε κοινωνιολογικού λειτουργισμού, δεξιού ή αριστερού, ο οποίος θεωρεί δεδομένη την προσαρμογή των υποκειμένων στις υπάρχουσες καπιταλιστικές νόρμες. Προσέγγιση που αγνοεί την ευρύτερη ιστορική δυναμική, ως μια διαδικασία ενεργητικής συλλογικής οικοδόμησης της ατομικής και συλλογικής συνείδησης, μέσα ασφαλώς σε ένα δεδομένο συσχετισμό εξουσιών. Διάσταση που περιλαμβάνει και τις αντίρροπες τάσεις στην αστική ηγεμονία και τη δυνατότητα της ριζικής αμφισβήτησής της τελευταίας. Η συχνή χρήση άλλωστε της έννοιας της ηγεμονίας του Γκράμσι, προϋποθέτει πάντα και την επίγνωση της προβληματικής του, δηλαδή  της τάσης οικοδόμησης αντιηγεμονικών πρακτικών, διάσταση που ενυπήρχε πάντα στον πολιτικό προβληματισμό του ( Μπύσι Γκλυσμάν 1984) .

Λίγο πιο συγκεκριμένα. Όπως τονίζει o Ρέιμοντ Γουίλιαμς (Raymond Williams) « η ζωντανή ηγεμονία είναι πάντα μια διαδικασία. Δεν είναι σύστημα ή δομή, παρά μόνο για χάρη της ανάλυσης..πρέπει να ανανεώνεται συνεχώς, να αναδημιουργείται και να τροποποιείται. Συνεπώς γνωρίζει επίσης αντιστάσεις, περιορισμούς, αλλοιώσεις, πιέσεις που τις επιβάλλονται από έξω. Πρέπει γι’ αυτό να προσθέσουμε στην έννοια της ηγεμονίας, τις έννοιες της αντίστασης στην ηγεμονία και της εναλλακτικής ηγεμονίας, οι οποίες είναι αληθινά και διαρκή στοιχεία της πραγματικότητας». (Willliams R. 1994)

Ανιχνεύοντας τις νεανικές κουλτούρες, όπως μουσική, γκράφιτι, αθλητικοί σύλλογοι, νέες μορφές κοινωνικότητας και συνύπαρξης διαπιστώνουμε την προφανή απόκλιση από τον αριστερό ριζοσπαστισμό και την πολιτικοποίηση των προηγούμενων δεκαετιών, τις πιέσεις του «ηγεμονεύοντος στοιχείου» σύμφωνα με τον Γουίλιαμς, καθώς και τις πιθανότητες ενσωμάτωσης και ουδετεροποίησης των αντιστάσεων που ενυπάρχουν. Δεν μπορούμε όμως να αρνηθούμε τη συμβολή τους στη διαμόρφωση μορφών αντίστασης ή στον εμπλουτισμό του κοινωνικού φαντασιακού. Αυτή είναι η βάση για μια παιδαγωγική προσέγγιση που εμπνέεται από την οπτική του Γκράμσι ότι το βασικό ζητούμενο δεν είναι να εισάγουμε απλά ex novo μια επιστήμη ή πολιτική οπτική στην ατομική ζωή όλων, αλλά «να ανανεώσουμε και να καταστήσουμε κριτική μια ήδη υπάρχουσα δραστηριότητα» (Γκράμσι Α. 1973)

Το εκκρεμές «υποταγή-χειραφέτηση», επομένως, πρέπει να βρίσκεται στον πυρήνα κάθε σχεδίου μορφωτικής και κοινωνικής χειραφέτησης, ένα πρόγραμμα που συγκροτείται στο δύσκολο πεδίο της κριτικής ανάλυσης και πρακτικής και όχι στις εύκολες ιδεαλιστικές βεβαιότητες λανθασμένων εξαρχής υποθέσεων ή στη μελαγχολία μιας αυτοεκπληρούμενης ήττας.

Η νεολαία στον σύγχρονο καπιταλισμό

Ο καπιταλισμός αντιμετωπίζει τη νέα γενιά πρώτα και κύρια ως μελλοντική εργατική δύναμη που πρέπει να ανταποκριθεί στις μεταβαλλόμενες απαιτήσεις της αγοράς εργασίας. Η νεοκλασική οικονομική θεωρία του ανθρώπινου κεφαλαίου και η ανάγκη διαρκούς καταρτισιμότητας της νεολαίας αποτελούν σαφείς πολιτικές υπογραμμίσεις στον τρόπο με τον οποίο το κεφάλαιο και το αστικό κράτος βλέπουν τους νέους ανθρώπους. Στη βάση αυτών των αναγκαιοτήτων διαμορφώνεται μια κουλτούρα “διαρκούς ανεπάρκειας” των νέων μέσα στο πλαίσιο των ρευστών εργασιακών σχέσεων του σύγχρονου καπιταλισμού και της αντίστοιχης ανάγκης οι νέοι να μπορούν να “σκηνοθετούν” διαρκώς την υποκειμενικότητά τους και το βιογραφικό τους, προκειμένου να επιβιώσουν οικονομικά και κοινωνικά. 

Στη θέση των στέρεων επαγγελματικών ταυτοτήτων του παρελθόντος και τη σχετικά ομαλή μετάβαση από την εκπαίδευση στην εργασία αντικαθιστά η σημερινή πραγματικότητα που χαρακτηρίζεται από την ασάφεια των ρόλων, από τη διαρκή μετάβαση από την εκπαίδευση στην επισφαλή εργασία και πάλι στην επιστροφή στο ατέρμονο πεδίο των σύντομων καταρτίσεων, των εμπορευματοποιημένων ψηφιακών ακαδημαϊκών προγραμμάτων και των διαρκών πιστοποιήσεων. Δεν είναι απλά μια παράταση της νεανικότητας, όπου η πλειοψηφία των νέων συνεχίζει να μένει μαζί με την οικογένειά της, αλλά και μια διαρκής αναβολή συλλογικών ταυτίσεων και αντίστοιχης συλλογικής πολιτικής και κοινωνικής ταυτότητας και συλλογικών διεκδικήσεων στα πεδία της εργασίας, της εκπαίδευσης και των πολιτισμικών πρακτικών.

Θα αναφέρουμε, λίγο περιοριστικά, την περίπτωση του προσοντολογίου του κ. Γαβρόγλου για τους νέους εκπαιδευτικούς και τους απόφοιτους του πανεπιστημίου που σχετίζονται με σχολές που οδηγούν θεωρητικά στη δημόσια εκπαίδευση. Νομίζουμε ότι είναι μια διάσταση που ενισχύει την προηγούμενη θέση, δηλαδή την αναβολή συλλογικών ταυτίσεων και συλλογικών ταυτοτήτων. Η ανάγκη συλλογής καταρτίσεων, μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών και επιμορφώσεων αποτελούν πλέον τη φυσιολογική και ασφαλή συνθήκη για την εργασία στο δημόσιο σχολείο. Οι νέοι πρέπει να αποδεχτούν τη διαρκή αξιολόγησή τους, να αποδεχτούν μια κουλτούρα αξιολόγησης ως προϋπόθεση για μια έστω και  επισφαλή θέση εργασίας. Με αυτό τον τρόπο, η κουλτούρα αξιολόγησης γίνεται τρόπος αυτοπροσδιορισμού τους, νοηματοδότησης της επαγγελματικής τους ταυτότητας, διαστάσεις που είναι εξ’ ορισμού εξατομικευμένες και ανταγωνιστικές ως προς τους εν δυνάμει συναδέλφους που μετατρέπονται σε απλούς ανταγωνιστές  Με αυτό τον τρόπο, η νέα γενιά μοναδοποιείται, εμποδίζεται να ενταχθεί ομαλά σε ένα συλλογικό εργασιακό εμείς και βλέπει την κοινωνική και εργασιακή πραγματικότητα μέσα από ένα εξατομικευμένο πρίσμα.

Ο σύγχρονος καπιταλισμός διαμορφώνει ή επιδιώκει να διαμορφώσει ότι μπορούμε να ονομάσουμε “νεοφιλελεύθερα υποκείμενα”. Οι νέοι θα πρέπει να αποδεχθούν να αντιμετωπίσουν κάθε πτυχή της ζωής τους ως μια αναζήτηση αυτο-μεγιστοποίησης στο πεδίο της αγοράς και συναφούς πειθάρχησης στις αναγκαιότητές της. Όπως σωστά έχει επισημανθεί από την Π. Γούναρη, «το “νεοφιλελεύθερο υποκείμενο” εκπαιδεύεται και κοινωνικοποιείται, ώστε να αντιλαμβάνεται τη γνώση ως εμπόρευμα, ως κάτι εξωτερικό από το ίδιο, και να εκτιμά μόνο τις “χρήσιμες” γνώσεις. Έχει έναν περιορισμένο ορίζοντα αντίληψης που συνήθως είναι ανιστορικός και στερείται ενός ευρύτερου κοινωνικού, πολιτικού και πολιτισμικού πλαισίου» ( Γούναρη Π 2021).

Αντίστοιχα, η Dianne Reary επισημαίνει ότι σήμερα οι νέοι κατηχούνται με την πεποίθηση πως μπορούν να μεταμορφώσουν τις ζωές τους εάν είναι αρκετά πειθαρχημένοι ακολουθούν όλους τους κανόνες και μοχθούν καθημερινά πολλές ώρες. Η υπευθυνοποίηση των ατόμων, η μετατόπιση δηλαδή της ευθύνης από την κρατική πολιτική στον κάθε νέο ξεχωριστά, έχει αντικαταστήσει ευρύτερες κοινωνικές και οικονομικές απόπειρες και σύστοιχους συλλογικούς αγώνες αμφισβήτησης και επανόρθωσης της εξαιρετικά άνισης κατανομής πόρων – οικονομικών, πολιτισμικών και κοινωνικών – μεταξύ διαφορετικών τάξεων (RearyD 2020). Οι δομικές συνθήκες μιας βαθιάς κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής κρίσης που δημιούργησε ο σύγχρονος καπιταλισμός μεταφράζονται ως πρόβλημα ατομικών συμπεριφορών, γεγονός που δημιουργεί συγκεκριμένες πολιτισμικές ταυτότητες, πρακτικές και βιώματα για τη νέα γενιά.

Σε μεγάλο βαθμό αυτή είναι και η υλική βάση για τον ψηφιακό κόσμο στον οποίο εισέρχεται η νεολαία. Τα παιχνίδια επιβίωσης, τα πλασματικά προφίλ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και η προσωπική αυτοέκθεση στο δημόσιο χώρο αποτελούν ιδεολογικό συμπλήρωμα και αποκούμπι στον αγώνα για την εκπαιδευτική και εργασιακή επιβίωση. Προεκτείνουν έμμεσα ιδεολογικά και πολιτισμικά τις διατακτικές προστακτικές του συστήματος της αγοράς και την ανάγκη διαμόρφωσης πειθαρχημένων μελλοντικών εργαζομένων, πρόθυμων καταναλωτών και απογυμνωμένων ατόμων, απογυμνωμένων από κάθε ενοχλητική συλλογική αναφορά.

Την ίδια στιγμή, πρέπει να επισημάνουμε ότι η νεολαία απειλείται διαρκώς από την φτωχοποίηση και την ανεργία, με την Ελλάδα να κατέχει τις πρώτες θέσεις στην Ε.Ε ( Ιωαννίδου Γ. 2023).   Η διάλυση του κοινωνικού κράτους και η επιχειρηματοποίηση του σχολείου είναι συνυφασμένες με τη ραγδαία αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων και την εμπέδωση του συλλογικού φόβου, καθώς γίνεται κατανοητό από τη νέα γενιά ότι θα ζήσει πολύ χειρότερα από τις προηγούμενες. Ειδικά για την Ελλάδα, σύμφωνα με έρευνα του Κέντρου Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΚΑΝΕΠ) της ΓΣΕΕ το 16,9% των νέων έως 24 ετών δε βρίσκεται ούτε στην απασχόληση, ούτε στην εκπαίδευση ή κατάρτιση. H Ελλάδα τοποθετείται στις πρώτες θέσεις εντός της «ΕΕ των 28» αναφορικά με τους NEETs (young people not in education, employment or training), όπου με τον όρο NEETs, περιγράφεται ο νεανικός πληθυσμός μίας χώρας, ηλικίας 15 έως 24 ετών, που απέχει από κάθε διαδικασία εκπαίδευσης, κατάρτισης και απασχόλησης, δηλαδή είναι «απών» από κάθε μείζονα θεσμική μέριμνα του κοινωνικού κράτους. Η ελληνική νεολαία βιώνει συνεπώς τον καιάδα του μορφωτικού και εργασιακού αποκλεισμού (Καλημερίδης Γ. 2013).

Εδώ ασφαλώς προκύπτει μια μεγάλη αντίφαση ανάμεσα στη φτωχοποίηση ως υπαρκτή αντικειμενική πραγματικότητα και στον λαμπερό ιδεολογικό κόσμο των δικτύων όπου ο εύκολος πλουτισμός και οι ελκυστικές ανέσεις ενός μυθικού κόσμου αποτελούν τις βασικές περιγραφές. Σε αυτή την προφανή κοινωνική και πολιτισμική αντίφαση όλα είναι πιθανά: αναχωρητισμός, αισθήματα προσωπικής αποτυχίας, αντιδραστικές εκδοχές κοινωνικού θυμού και συλλογικότητας, μιλάω, ειδικότερα, για ακροδεξιές ομάδες και αντίστοιχες ιδεολογικές ομάδες που κρύβονται μέσα σε φαινομενικά αθώους αθλητικούς συλλόγους, αλλά και κριτική συνειδητοποίηση και αναζήτηση συλλογικοτήτων που να δίνουν ουσιαστικό νόημα στην ύπαρξη και στην κοινωνική συσχέτιση με τους συνομήλικους.

Οι προαναφερόμενες αντικειμενικότητες παίζουν επομένως καθοριστικό ρόλο στις σύγχρονες μορφές πολιτικοποίησης της νέας γενιάς, καθώς η ανάγκη αυτοεπιβεβαίωσης της ατομικότητας ή η αναζήτηση ασφαλούς πολιτικού καταφύγιου σε αυταρχικές εκδοχές συλλογικότητας αλληλοτροφοδοτούν τις τάσεις αποπολιτικοποίησης, πολιτικού κυνισμού και συχνά και ποικίλες νεοφασιστικές πολιτικές ταυτότητες. Αυτή είναι μια αποφαστική πλευρά που δεν πρέπει να υποτιμούμε ως εκπαιδευτικοί.

Γενικά, η νέα γενιά της Webex, της τηλεζωής και της καραντίνας επιδιώχθηκε να οριστεί ως γενιά απόσυρσης από τη δημόσια αντιπαράθεση σε ένα ατομισμό διαδικτύου και ανταγωνισμού. Η αναζήτηση και η συγκρουσιακή διάθεση αυτού του δυναμικού, ωστόσο, συνέχισε να τροφοδοτείται από τις υλικές συνθήκες και να προκαλεί ρήγματα στην καθημερινή πραγματικότητα με μαζικά, μαχητικά γεγονότα με εξεγερσιακά πολλές φορές χαρακτηριστικά (Ιωαννίδου Γ. 2023).

Πιο συγκεκριμένα, νέες μορφές πολιτικοποίησης διαμορφώθηκαν και διαμορφώνονται μέσα από νεολαϊστικά κοινωνικά κινήματα που αναζητούν συλλογικές δημοκρατικές και ανθρώπινες απαντήσεις στις ολοκληρωτικές τάσεις του συστήματος. Ο αντιρατσισμός-αντιφασισμός, η ριζική αμφισβήτηση των στερεότυπων για τις σεξουαλικές προτιμήσεις, οι πρωτότυπες μορφές εργατικής οργάνωσης πάνω στο έδαφος των ελαστικών σχέσεων εργασίας, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τους νέους που εργάζονται στο τομέα διανομής τροφίμων,  η ιδεολογική αντίθεση στον μισογυνισμό/ σεξισμό, αλλά και η υπεράσπιση των δημόσιων αγαθών αποτελούν πραγματικότητες και υπαρκτά κοινωνικοπολιτικά ρήγματα που διαπερνούν τις καπιταλιστικές αναγκαιότητες και τις θέτουν υπό ριζική αμφισβήτηση.

 Πιθανά, δεν είναι η κλασική πολιτικοποίηση της νεολαίας των δεκαετιών του 1960-80, αλλά ανοίγουν δημιουργικούς ορίζοντες και θέτουν επί τάπητος την ανάγκη της δημιουργικής ανασύνθεσης των επιμέρους αντιστάσεων μέσα από την οπτική μιας συνολικότερης πολιτικής αφήγησης ρήξης και πάντα με την προϋπόθεση ότι το συνολικό εμπλουτίζεται από το επιμέρους και διαμορφώνει το σύγχρονο νεανικό ριζοσπαστισμό του 21ου αιώνα. Η συμμετοχή χιλιάδων νέων στις αντιφασιστικές συγκεντρώσεις για τον Παύλο Φύσσα, η πάλη για τη ζωή και τα δημόσια αγαθά με αφορμή το έγκλημα στα Τέμπη ή την επιβολή της αστυνομίας στα πανεπιστήμια, οι απρόσμενες μορφές συλλογικής αλληλεγγύης που ξεπηδούν με αφορμή τον κρατικό αυταρχισμό (π.χ. τα γεγονότα στη Ν.Σμύρνη), η ταξική μαχητικότητα της νέας εργατικής βάρδιας αποδεικνύουν περίτρανα ότι υπάρχουν ρυάκια αναζήτησης μιας συλλογικής ελπίδας απέναντι στη δυστοπία του κρατικού πειθαρχικού ελέγχου και του νεοδαρβινισμού της αγοράς ή στην άλλη όψη του ίδιου νομίσματος στην καταφυγή στην ανοικτή βία του φασισμού.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, ο καπιταλισμός βλέπει τη νεολαία ως καταναλωτή και ως πεδίο μεγιστοποίησης κερδών, διαχέοντας ναρκισσιστικές κουλτούρες που βασίζονται σε πολιτισμικές παραδοχές που παραπέμπουν σε τάσεις που ήδη έχουμε περιγράψει: εξατομίκευση, σεξισμός, ατομική ευθύνη και προσπάθεια αυτοεπιβεβαίωσης και ατομικής κοινωνικής ανόδου πάνω στο εξαρχής ναρκοθετημένο πεδίο των κοινωνικών ανισοτήτων. Η “ψηφιοποίηση” των ανθρώπινων σχέσεων, η μετατροπή της φιλίας από ανθρώπινη ανάγκη και ηθική αξία σε ψηφιακό “like”, η διαρκής προβολή ανταγωνιστικών παιχνιδιών απόλυτης υπεροχής του ενός ή της μιας και η απόλυτη εκμηδένιση των πολλών καθώς και η έκθεση σε πολιτισμικά προϊόντα που βασίζονται στη πολιτισμική φτήνια της μαζικής καπιταλιστικής πολιτιστικής βιομηχανίας είναι αναμφισβήτητες πραγματικότητες.

Η στόχευση είναι αφενός η εύκολη μεγιστοποίηση κερδών, αλλά και η πολιτική αδρανοποίηση της νεανικής συνείδησης. Επιμένουμε όμως και εδώ ότι δεν πρέπει να μας διαφεύγει η νεανική αναζήτηση νέων μορφών πολιτισμικής έκφρασης, η επαναφορά με νέους όρους (από την άποψη μουσικών ήχων και στιχουργικής) του πολιτικού τραγουδιού και η διαμόρφωση νέων μορφών συλλογικής συνύπαρξης στις πλατείες και στους δημόσιους χώρους. Γενικά, η νέα γενιά αναζητεί και διεκδικεί τον δημόσιο χώρο, ως χώρο αυτόνομο από τις δυναμικές της εμπορευματοποίησης και της αστυνομικής βίας, με την τελευταία να βλέπει κάθε νεανική δημόσια συνάθροιση ως εν γένει ανατρεπτική και απειλητική. Η αναζήτηση συλλογικής νεανικής αυτονομίας και δημόσιων χώρων χωρίς εμπορευματοποιημένα χαρακτηριστικά είναι μια πραγματικότητα που αποτυπώθηκε ειδικά την περίοδο της πανδημίας, αφήνοντας, ωστόσο, ένα ευρύτερο πολιτισμικό στίγμα για τους νέους ανθρώπους, απλά διατυπωμένο : «μπορούμε και στα πάρκα, τελικά, να συζητήσουμε ότι μας προβληματίζει, να φλερτάρουμε, να βιώσουμε τη νεανικότητά μας, να διαμορφώσουμε ποικίλες μορφές συλλογικής ταυτότητας, χωρίς, απαραίτητα, τη διαμεσολάβηση του επιχειρηματικού τομέα». Δεν είναι μια τυπική πολιτικοποίηση και συλλογική συστράτευση σε ένα συγκεκριμένο πολιτικό πρόταγμα, αλλά δεν μπορούμε να την αγνοούμε ως εργαζόμενοι που καθημερινά ερχόμαστε σε επαφή με νέους ανθρώπους.

Διαφορετικά διατυπωμένο, έχει μια πολιτική αξία, χωρίς να αποτελεί ένα ολοκληρωμένο και συνεκτικό πολιτικό σχέδιο, η διεκδίκηση του δημόσιου, σε μια εποχή περιφράξεων των δημόσιων χώρων της πόλης και των έντονων ενδοαστικών ανισοτήτων, με τη γκετοποίηση πολλών περιοχών των μεγάλων αστικών κέντρων. Η διεκδίκηση νέων δυνατοτήτων για τη δημιουργία κοινών στη ζωή της πόλης και ειδικά των νέων ανθρώπων έχει μια διακριτή πολιτική σημασία. (Ζαϊμάκης Γ. 2023)

Last but not least, ο καπιταλισμός αμφισβητεί το ίδιο το δικαίωμα στη ζωή για χιλιάδες νέους ανθρώπους, υπονομεύει το δικαίωμα στη μόρφωση ακόμη και στην ίδια τη νεότητα, αναπαράγοντας πίσω από τους λαμπερούς “μοντέρνους καιρούς” των διεθνοποιημένων αγορών τη νεκρόφιλη κουλτούρα των εγκλεισμών και των δολοφονιών νέων ανθρώπων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της κουλτούρας αποτελούν τα ναυάγια και οι πνιγμένοι μετανάστες στη Μεσόγειο, η διαβίωση σε στρατόπεδα συγκέντρωσης για χιλιάδες νέους ανθρώπους που το μοναδικό τους έγκλημα είναι ότι η χώρα τους έγινε επίκεντρο ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων και σύστοιχων πολιτικών διευθετήσεων, ο περιορισμός της εκπαίδευσης πολλών παιδιών σε στρατόπεδα συγκέντρωσης ή η ανοικτή δολοφονία των νέων με βάση την εθνική καταγωγή τους και το θρήσκευμα, όπως αποδεινύει η βία του ανοικτά ρατσιστικού γαλλικού κράτους, έστω και αν το τελευταίο όπως και η ΕΕ αυτοβαυκαλίζονται με τα “ευρωπαϊκά” ιδεώδη της δημοκρατίας και των ατομικών δικαιωμάτων.

Τέλος, οφείλουμε να το πούμε,  ότι η  Παλαιστίνη αποδεικνύει με τον πλέον δραματικό τρόπο αυτή την πραγματικότητα. Εδώ δεν υπάρχει παιδικότητα ή νεολαία, παρά μόνο μια βίαιη ενηλικίωση σε ένα καθεστώς τρόμου και θανάτου, χωρίς δικαιώματα. Τη δεκαετία του 60, με αρκετή πολιτική και θεωρητική αφέλεια, ένας Γάλλος κοινωνιολόγος ο Φιλίπ Άριες, έγραφε ότι η παιδική ηλικία είναι μια επινόηση των νεότερων χρόνων, διάσταση που οδήγησε, κατά τη γνώμη του,  στην ανάπτυξη ποικίλων μηχανισμών ελέγχου των νέων ανθρώπων. Δεν θα κρίνω τα συμπεράσματά του εδώ. Σήμερα βιώνουμε, ωστόσο, κάτι αντίστροφο,  την κατάργηση της παιδικότητας-νεανικότητας με τις εκατόμβες πολλών χιλιάδων νεκρών παιδιών και νέων. Η νεότητα και η παιδική ηλικία είναι απαγορευμένη από την Παλαιστίνη, στη Μόρια της Λέσβου και στα σύνορα ΗΠΑ και Μεξικού. Αν θέλαμε να μιλήσουμε για κουλτούρα εδώ, θα μιλούσαμε, αποκλειστικά, για την κουλτούρα του θανάτου που επιβάλλεται στη νεότητα.

Ο σύγχρονος καπιταλισμός αναπαράγει και πάλι τις πιο σκοτεινές όψεις του 20ου αιώνα μετατρέποντας τη ζωή πολλών παιδιών και νέων ανθρώπων σε ένα μεγάλο στρατόπεδο συγκέντρωσης ή σε πολυπληθή περιθωριοποιημένα γκέτο και εργατικά προάστια, επαναφέροντας στο προσκήνιο, τις παλιές ιδεολογίες και πολιτικές “ευαισθησίες” της ριζοσπαστικής Δεξιάς για τις φυλές ή τις κοινωνικές τάξεις που αδυνατούν να προσαρμοστούν στο “δυτικό κεκτημένο”.  Ένα σύγχρονο ριζοσπαστικό μορφωτικό πρόγραμμα δεν μπορεί να αγνοεί τα τείχη, την περίκλειστη ζωή και το θάνατο, τελικά, που επιβάλλει σε πολλούς νέους ανθρώπους, ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός, αποτελεί αντίθετα κομβικό μορφωτικό διακύβευμα στην πάλη για την κοινωνική χειραφέτηση.

Κλείνω με τις αρχικές θεωρητικές προϋποθέσεις της παρούσας εισήγησης. Ο σύγχρονος καπιταλισμός έχει διαμορφώσει μια ευρεία «δημόσια παιδαγωγική» που διαπερνά το σχολείο, τις μορφές κοινωνικότητας των νέων, τον τρόπο ψυχαγωγίας της και των διαπροσωπικών της σχέσεων. Είναι μια ολοκληρωτική πραγματικότητα που διαπερνά κάθε πλευρά της ζωής των νέων ανθρώπων.  Είναι μια συνεκτική και ταυτόχρονα αντιφατική ηγεμονική αφήγηση. Συνεκτική γιατί επεκτείνεται σε κάθε πλευρά της ζωής των νέων και του τρόπου, με τον οποίο  αυτοπροσδιορίζεται η νέα γενιά με την κοινωνική της ύπαρξη και επιχειρεί να συσχετιστεί το εγώ με το εμείς. Αντιφατική διότι συνδυάζει ένα αμάλγαμα αντιφατικών ιδεολογικών και πολιτισμικών στοιχείων, συμβατών ωστόσο με τον σύγχρονο καπιταλισμό,  με ζεύγη όπως πειθαρχία – φαινομενική ελευθεριότητα και ναρκισσισμός- καταναγκασμοί της αγοράς – φαινομενικά ελεύθερη επιλογή.

Σε κάθε περίπτωση στη «δημόσια παιδαγωγική του νεοφιλελευθερισμού» εντείνονται το σύνολο των πολιτισμικών, οικονομικών, εθνικών και έμφυλων ανισοτήτων . Πιο συγκεκριμένα, οι ταξικές ανισότητες, όπου τα παιδιά της εργατικής τάξης βιώνουν, με τον πιο έντονο τρόπο τον αποκλεισμό τους από αναγκαία μορφωτικά και οικονομικά δικαιώματα και το δικαίωμα σε μια εργασία σταθερή και με νόημα. Τις φυλετικές και εθνικές ανισότητες, με τις περιφράξεις και τους περιορισμούς των νέων διαφορετικής εθνικότητας είτε στο εσωτερικό των μεγάλων αστικών κέντρων της Ευρώπης και της Αμερικής, με τη γκετοποίηση, ακόμη και την αμφισβήτηση της ίδιας της ζωής τους να αποτελούν τον κανόνα ή με την εξαθλίωση των παιδιών που είναι θύματα του ιμπεριαλισμού και συναθροίζονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης – πιθανά είμαστε σε μια εποχή που ζουν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης περισσότερα παιδιά από οποιαδήποτε άλλη ιστορική περίοδο.  Και τέλος τις έμφυλες διακρίσεις, όπου παρά τον φαινομενικό « διαπροσωπικό φιλελευθερισμό», πατριαρχικές και σεξιστικές πρακτικές αποτελούν μέρος της κυρίαρχης κουλτούρας για τις σχέσεις των δύο φύλων και για τη νέα γενιά. Η αποθέωση του ατομικισμού, η ευθυνοποίηση, η αγορά και η προβολή του λαμπερού  ψηφιακού κόσμου ως τα μόνα μέσα για τη διαμόρφωση της πολιτισμικής ταυτότητας της νέας γενιάς δεν μπορούν να αποκρύψουν μια κοινωνική δομή που διαπερνάται από πολυποίκιλες διακρίσεις, ανισότητες και καταναγκασμούς, εις βάρος των νέων ανθρώπων. Τα παιδιά με τα σκυμμένα κεφάλια όπως ονομάστηκε απαξιωτικά η γενιά που ασχολείται πολλές ώρες με το τάμπλετ της (Καραλή. Α 2023) δεν είναι ένα ηθικολογικό ζήτημα απαξίωσης των νέων ανθρώπων, με βάση τα κριτήρια των ενηλίκων, αλλά η επιδιωκόμενη πραγματικότητα από το κεφάλαιο και η αναγκαία συνθήκη για τη διευρυμένη αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και εκμετάλλευσης. 

Αυτό που μένει ανολοκλήρωτο και επείγει είναι η αντιηγεμονική δημόσια παιδαγωγική, σε ποιο βαθμό δηλαδή, αναπτύσσεται μια δημόσια παιδαγωγική στον αντίποδα των πολιτιστικών και μορφωτικών προσταγών του κεφαλαίου. Μια συνολική μορφωτική πρόταση, επομένως, που δεν μπορεί να περιορίζεται απλά στο περιεχόμενο της σχολικής γνώσης και τις αντίστοιχες διδακτικές πρακτικές, αλλά θα πρέπει να οριοθετεί ένα ευρύ πολιτισμικό σύμπαν με διαφορετικές αξιακές και ηθικές δεσμεύσεις, ένα πρόγραμμα στη βάση των αρχών της δικαιοσύνης, της δημοκρατίας και της συλλογικότητας. Ένα πρόγραμμα που θα προσδιορίζει νέες ψυχαγωγικές πρακτικές, πολιτισμικές προτιμήσεις, νέες κοινωνικότητες. Για να μην παρεξηγηθούμε δεν μιλάμε για έναν πολιτισμικό διδακτισμό, των μεγάλων προς τους μικρούς, αλλά για την κριτική επεξεργασία και πολιτικοποίηση τάσεων που ήδη προσπαθήσαμε να αναδείξουμε, όχι με καταφυγή στο παρελθόν, αλλά στη βάση ενός πρωτότυπου σύγχρονου νεολαϊστικου πολιτισμού.  Ένα τέτοιο μορφωτικό πρόταγμα δεν μπορεί να βρίσκεται σε ένα πολιτικό εκκρεμές, αλλά οφείλει να αποτελεί επιμέρους- αν και κρίσιμη διάσταση- της συνολικής αντικαπιταλιστικής πάλης, της προοπτικής της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και της κομμουνιστικής χειραφέτησης. Να πολιτικοποιεί το επιμέρους στη βάση ενός συνολικού προγράμματος κοινωνικής, πολιτισμικής, πολιτικής και οικονομικής χειραφέτησης των νέων εργαζομένων, των μεταναστών και των προσφύγων.

Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας.

Ευχ. 18-19

Βιβλιογραφικές σημειώσεις

 Αλτουσέρ Λ. (1994), «Θέσεις». Αθήνα : εκδ. Θεμέλιο.

Γκράμσι Α. (1973), « Ο ιστορικός υλισμός». Αθήνα : εκδ. Οδυσσέας.

Williams Raymond (1994), « Κουλτούρα και Ιστορία» Αθήνα: εκδ. Γνώσεις.

Willis P. ( 2012) « Μαθαίνοντας να δουλεύεις». Αθήνα : εκδ. Gunteberg. 

Γούναρη Π. (2021), «Αυταρχισμός, Τραμπισμός και Εκπαίδευση. Διδάσκοντας σε σκοτεινούς καιρούς». Περ.  Σελιδοδείκτης για την εκπαίδευση και την κοινωνία, τευχ. 11-12.

Ζαϊμάκης Γ. (2023), «Νεανικές κουλτούρες, δημιουργικές αντιστάσεις και πρακτικές του DIY στο αστικό τοπίο» . Περιοδικό Σελιδοδείκτης για την εκπαίδευση και την κοινωνία τευχ. 18-9

Giroux, H. (2004), “Public education and the politics of neoliberalism: making the political  padagogical’’. Policy futures in education vol. 2 num. 3 & 4.

Iωαννίδου Π. (2023) « Σκέψεις πάνω στα ιδεολογικά και πολιτικά χαρακτηριστικά των νέων» . Περ. Σελιδοδείκτης για την εκπαίδευση και την κοινωνία τευχ. 18-9 .

Καλημερίδης Γ. (2013), « Γιατί δεν θέλουν τη νεολαία στο σχολείο». Ιστοσελίδα aristeroblog.

Καραλή Α. (2023), «Μεταμορφώσεις του χορού της νιότης» Περ. Σελιδοδείκτης για την εκπαίδευση και την κοινωνία τευχ. 18-9 .

Mertanen, K. & Brunila, K. (2022), «Fragile utopias and dystopias? Governing the future(s) in the OECD youth education policies». Globalization, Societies and Education.

Μπύσι Γκλυκσμάν, Κ. (1984), «Ο Γκράμσι και το κράτος». Αθήνα: Θεμέλιο.

Πεχτελίδης Γ. (2012) Εισαγωγή στο « Paul Willis, Μαθαίνοντας να δουλεύεις» Αθήνα : εκδ. Gunteberg.

Reary D. (2020), « Νεοφιλελευθερισμός και υποεκπαίδευση ( miseducation) της εργατικής τάξης στη Βρετανία». Περ. Σελιδοδείκτης για την εκπαίδευση και την κοινωνία τευχ. 10.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here