Εκτύπωση
του Χρήστου Επαμ. Κυργιάκη,

 

Ήταν 30 Νοεμβρίου του 1962.

Ξημέρωνε η γιορτή του Αγίου Αντρέα.
«Αν είναι αγόρι θα ήταν καλό να το πούμε Αντρέα», σκέφτηκε η νεαρή μέλλουσα μάνα.
Βρισκόταν μόνη της μέσα στο δωμάτιο της κλινικής.
Ο άντρας της την έφερε από το περασμένο απόγευμα με το μηχανάκι και μετά δεν ξαναφάνηκε.
Δεκαεννέα χρονών εκείνος, είκοσι αυτή.
Στο δωμάτιο έκανε κρύο. Έξω ο καιρός ήταν έτοιμος για χιόνι.
Την έπιασαν πόνοι δυνατοί. Ήρθε η νοσοκόμα και την πήρε. Την περίμενε η μαμή σε ένα άλλο δωμάτιο στο τέλος του διαδρόμου για να την ξεγεννήσει.
«Μικρούλα είσαι. Βιάστηκες κορίτσι μου, δεν είναι αστεία τα παιδιά», της είπε η μαμή αλλά εκείνη δεν άκουγε τα λόγια της. Το μόνο που ήθελε ήταν να βγει γερό το μωρό της.
«Παιδί θα είναι. Αν ήταν κορίτσι θα είχες στρογγυλή κοιλιά», της είπε η μαμή.
«Παιδιά» ονομάτιζαν τα αγόρια εκείνη την εποχή.
Ας ήταν ότι ήθελε. Αγόρι ή κορίτσι δεν την ένοιαζε, αρκεί να ήταν γερό. Ίσως ο άντρας της να στεναχωριόταν αν έβγαινε κορίτσι. Είχε πιο πολλά έξοδα. Ήταν και η προίκα που έπρεπε να έχει για το γάμο.
Ταλαιπωρήθηκε κάμποσο μέχρι να γεννήσει.
«Άντε, παιδί είναι», της είπε χαρούμενη η μαμή όταν έβγαλε το μωρό.
Ανακουφίστηκε η μανούλα και πήρε το αγοράκι της στην αγκαλιά της.
«Καλώς τον ήλιο μου», του ψιθύρισε βουρκωμένη.
«Είσαι όμορφος, και σαν μεγαλώσεις θα γίνεις καλός. Και θα έχεις φωνή γλυκιά για να τραγουδάς. Να τραγουδάς τα τραγούδια που στερήθηκα εγώ. Να μου τραγουδάς και να χαίρομαι. Σε λίγες μέρες θα έρθει και ο Άη Βασίλης, και θα σου φέρει δώρα πολλά. Σε μένα δεν ήρθε ποτέ. Κανένα δώρο δεν πήρα από κείνον. Ο Νίκος ο θείος σου μου έλεγε πως δεν υπάρχει και πως πρέπει να πάψω να πιστεύω ότι φέρνει δώρα στα καλά παιδιά. Σε σένα όμως θα έρθει και θα σου φέρει ήλιε μου όλα τα δώρα του κόσμου. Θα έρθει, είμαι σίγουρη…», ήταν τα τελευταία λόγια πριν την πάρει ο ύπνος από την κούραση και την ταλαιπωρία της γέννας, αγκαλιά με τον «ήλιο» της.
Κατά το μεσημέρι ήρθε και ο άντρας της. Μπήκε στο δωμάτιο και πλησίασε στο κρεβάτι.
«Παιδί ή κορίτσι;», τη ρώτησε με αγωνία.
«Κορίτσι», του απάντησε εκείνη και είδε το πρόσωπό του να συννεφιάζει.
«Κορίτσι ε!»
«Και τι πειράζει;»
«Τίποτα. Δεν είπα εγώ ότι πειράζει.»
«Άντε, μη στενοχωριέσαι. Παιδί είναι και λέω να το πούμε Αντρέα. Δεν θα ευχηθείς να μας ζήσει;»
«Άντε, να μας ζήσει…αλλά, δεν γίνεται να το πούμε Αντρέα. Πρέπει να πάρει το όνομα του πατέρα μου.»
Σε τρεις μέρες η λεχώνα με το μωρό, επέστρεψαν στο σπίτι του άντρα της, στο χωριό. Πλίθινο το σπίτι με δυο δωμάτια και μια κουζίνα μικρή, με μία μαντεμένια ξυλόσομπα στο καθιστικό και την αυτοσχέδια τουαλέτα έξω από το σπίτι, καμιά τριανταριά μέτρα μακριά, στην άκρη του οικοπέδου.
«Πέρνα νύφη, με το δεξί, με το δεξί για να πάνε όλα δεξιά», την υποδέχτηκε η πεθερά της.
«Κάνει κρύο μάνα, να ανάψουμε τη σόμπα».
Μάτωσε η ψυχή της πεθεράς της…
«Δεν έχουμε ξύλα νυφούλα μου. Τώρα θα έρθει όμως ο πεθερός σου και θα πάει να κόψει. Έτσι είπε πριν φύγει για το καφενείο. Θα πήγαινε να βρει τον ξάδερφό του να του γυρέψει λίγα χρήματα. Βλέπεις, την άλλη Κυριακή γυρνάει και το παιδί στο στρατό. Τελειώνει η άδεια. Πώς θα πάει χωρίς παράδες;»
Συμμάζεψε η μικρομάνα τα κομμάτια της, πήρε και το μωρό και πήγαν στο μέσα δωμάτιο να το θηλάσει. Πού να το βρει όμως το γάλα νηστική καθώς ήταν;
«Σου έφτιαξα σούπα για να φας να έχεις γάλα. Μου την έδωσε η γειτόνισσα», της είπε η πεθερά της.
Αφού θήλασε και τακτοποίησε το μωρό, βγήκε η λεχώνα έξω στο κρύο. Πήγε στην αποθήκη και πήρε το τσεκούρι.
«Πού πας νυφούλα μου;»
«Πάω εδώ δίπλα στο χωράφι να κόψω ξύλα μάνα.»
«Μην πας κόρη μου. Θα σε δει η γειτονιά και θα σε ματιάσουν.»
«Κάνει κρύο. Θα πουντιάσει το μωρό.»
«Κάτσε, θα πάω εγώ», της είπε η πεθερά της γκρινιάζοντας ψιθυριστά για τον άντρα της που της υποσχέθηκε ότι θα φέρει ξύλα.
Πέρασε ένας μήνας και ήρθε η παραμονή της πρωτοχρονιάς.
Μόνη της η νύφη με την πεθερά της και το μωρό της. Ο πεθερός της έλειπε στο καφενείο. Ο άντρας της δεν πήρε άδεια από το στρατό. Μπορεί και να μην ζήτησε. Πού να βρεθούν τα χρήματα για τα εισιτήρια;
«Έλα νύφη να κάτσουμε. Φέρε και το παιδί να αλλάξουμε το χρόνο», της είπε η πεθερά της.
«Λες να έρθει Άη Βασίλης μάνα και να φέρει δώρο και στο μπέμπη; Λες να υπάρχει;»
«Δεν ξέρω κόρη μου. Δεν τον είδα ποτέ.»
Πήρε η μάνα αγκαλιά το μωρό της και το έδωσε στην πεθερά της. Πήγε μέσα στο δωμάτιο και έφερε ένα μικρό δέμα. Δεν το είχε δείξει σε κανέναν. Ήταν ένα μικρό κόκκινο πλεχτό σκουφάκι. Το έπλεκε σιγά-σιγά από τη μέρα που επέστρεψε στο σπίτι.
Πήρε αγκαλιά το μωρό της και του έδειξε το σκουφί.
«Στο είπα ήλιε μου, στο είπα ηλιάκο μου πως θα έρθει ο Άη Βασίλης. Θα έρθει και θα σου φέρει δώρα».

Οι τελευταίες λέξεις χάθηκαν μέσα στο κλάμα και τα αναφιλητά…

Εξήντα τρία χρόνια αργότερα, παραμονή πρωτοχρονιάς…

Σε ένα αυτοσχέδιο νοσοκομείο που βομβαρδίζεται, μια νεαρή κοπέλα, χριστιανή στο θρήσκευμα, μόλις έφερε στον κόσμο το γιο της. Τον κρατάει στην αγκαλιά της και τρέμει από το φόβο της μα πιο πολύ τη νοιάζει να μην τρομάξει ο «ήλιος» της.
«لا تخافي فلن اترك احدا يمسك ابدا.»
«Λα ταχάφι, φαλάν άτρουκα αχαδάν γιαμάσσουκι αμπαντάν»
«Μη φοβάσαι ήλιε μου. Δεν θα αφήσω κανέναν να σε πειράξει».
«سوف يزورك نيكولاس المقدس يا شمسي.»

«Σάουφα γιαζούρουκι Νικολάους Αλμουκάντας για σιάμσι»
«Θα έρθει και για σένα ο Άη Βασίλης ήλιε μου».
Αυτά ήταν και τα τελευταία λόγια της μικρομάνας. Ο Άη Βασίλης ήρθε καβάλα σε όλμους και βλήματα κι έφερε το χαμό και για τη μάνα και για τον «ήλιο» της. Την ίδια χρονιά, παραμονή Χριστουγέννων, κάπου εδώ γύρω…

Έξω από μία κάβα, παρκάρει το αυτοκίνητο της τοπικής Ιεράς Μητρόπολης. Στο πίσω κάθισμα, στολισμένος όπως αρμόζει στη μέρα, κάθεται ο Μητροπολίτης. Κατεβαίνει ο οδηγός και μπαίνει μέσα στην κάβα στην οποία βρισκόταν και ένας συνταξιούχος που ήρθε να πάρει κρασί για να περάσει το βράδυ των Χριστουγέννων, παρέα με τη γυναίκα του και κάτι φίλους.
Βλέποντας ο Παντελής, ο μαγαζάτορας, τον οδηγό του Μητροπολίτη σταματάει να εξυπηρετεί το γέροντα, πάει τρέχοντας στο ταμείο πίσω από το παραβάν και βγαίνει με ένα μεγάλο καλάθι γεμάτο με κρασιά.
«Τι οφείλω;», ρωτάει ο οδηγός.
«Σε παρακαλώ πολύ! Αυτά είναι δώρο από μένα για τον Παναγιότατο», απάντησε ο Παντελής.
«Θα κατέβαινε και ο Μητροπολίτης αλλά φοράει τα άμφια και…».
«Καταλαβαίνω, καταλαβαίνω. Χρόνια πολλά να του πεις.»
«Εννοείται.»Τσατίστηκε ο γέροντας, αλλά κρατήθηκε και δεν είπε τίποτα.
«Ο Μητροπολίτης ήταν. Θα κατέβαινε αλλά ήταν ντυμένος επίσημα για τη λειτουργία. Είναι πολύ καλός άνθρωπος», είπε χαμογελώντας ο Παντελής.
«Μπα! Άμα είναι καλός άνθρωπος γιατί δεν μοιράζει την περιουσία της Μητρόπολης στους φτωχούς;», τον ρωτάει ο γέροντας.
«Δίνει! Βοηθάει! Ξέρεις πόσους βοηθάει;»
«Από την τσέπη του τα βάζει; Μαζεύει εκατό από τον κόσμο και δίνει τα δέκα.»
«Ναι, εντάξει. Οι άλλοι δεν δίνουν τίποτα. Τα κρατάνε όλα.»
«Α ρε μπαγάσα Παντελή. Έτσι τους έχεις εσύ τους καλούς ε! Και δε μου λες; Εγώ δεν είμαι καλός;»
«Καλός είσαι μπάρμπα-Νίκο. Ο καλύτερος!»
«Τότε εμένα γιατί δεν μου κάνεις δώρο το κρασί;», ρώτησε ο γέροντας αφήνοντας πάνω στον πάγκο τα χρήματα.
«Άστο, δεν περιμένω απάντηση. Καλά Χριστούγεννα», είπε φεύγοντας ο μπάρμπα-Νίκος.
Βγαίνοντας έξω από την κάβα στο απέναντι μαγαζί ηλεκτρικών ειδών, η μεγάλη οθόνη έδειχνε έναν ευτραφή γενειοφόρο γέροντα, ντυμένο στα πράσινα να πίνει ένα σκούρο ζουμί που έμοιαζε με καραμελόζουμο.
Κι αναρωτήθηκε ο μπάρμπα-Νίκος, τι να διαφημίζει άραγε ο ευτραφής γενειοφόρος; Την ανθρωπιά ή το καραμελόζουμο;

Το αν οι ιστορίες είναι αληθινές ή φανταστικές, ας το αποφασίσει ο αναγνώστης.
Ας αποφασίσει ακόμη το αν εμφανίζουν ομοιότητες με τη σημερινή πραγματικότητα.
Ας επιλέξει το αν θέλει ή όχι να ζει σε έναν παράλληλο σύμπαν.

Πάντως τα «δώρα» που μας στέρησαν εδώ και δεκατρία χρόνια δεν θα μας τα φέρει ο Άη Βασίλης.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here