Εκτύπωση
της Ευγενίας Π. (μαθήτρια Α’ Λυκείου)

Είναι περίεργο συναίσθημα… να γνωρίζεις πως θα πεθάνεις. Είναι σαν να ελπίζεις πως αυτό που αισθάνεσαι εκείνη τη στιγμή, αυτή την αδρεναλίνη, τον φόβο, τον πόνο… πως θα τα θυμάσαι για πάντα. Γνωρίζοντας όμως, πως δεν θα θυμάσαι τίποτα για πολύ ακόμα. Περίμενα πως αυτό το συναίσθημα θα το ένιωθα στα 90, στα 80… άντε στα 70. Στην πραγματικότητα δεν είχα κλείσει καν τα 16.
Η επέτειος του Πολυτεχνείου έκλεινε τα 10…12… 12 χρόνια, την νύχτα που εγώ, συμμαθητές μου, φίλοι μου, συνάνθρωποι μου τέλος πάντων… βγήκαμε στους δρόμους για να φωνάξουμε κατά της χούντας. Να θυμίσουμε ποια ήταν εκείνα τα παιδιά πάνω στα κάγκελα που πέθαναν για τα αυτονόητα. Να υπενθυμίσουμε τι είχε συμβεί στον λαό της Ελλάδας τόσα λίγα χρόνια πριν. Το βράδυ εκείνο θα πέθαινα προς το τέλος αυτής της πορείας. Όποιον ρωτήσετε θα σας πει κάτι διαφορετικό. Ο Μαρκ Τουέιν νομίζω ήταν αυτός που είπε “οι φήμες για τον θάνατο μου είναι εξαιρετικά υπερβολικές.” Όλες οι ιστορίες όμως αρχίζουν με τον ίδιο τρόπο.
’17 Νοέμβρη 1985. Η πορεία προς την αμερικανική πρεσβεία ολοκληρώθηκε με μοναδική απώλεια την τζαμαρία του εστιατορίου “Βυζαντινόν” του Χίλτον. Τα επεισόδια δεν θεωρούνται σοβαρά και η ηγεσία της αστυνομίας θριαμβολογεί. Μόνο μια κλούβα με άντρες της αστυνομίας παραμένει στην οδό Στουρνάρη, στην πύλη του Πολυτεχνείου.’
Στην πλατεία Εξαρχείων εκείνη την νύχτα 5 αστυνομικοί βγαίνουν από το όχημα. Βγαίνουν αργά, με τα όπλα τους έξω. Δύο πάνε στο ζαχαροπλαστείο και οι άλλοι τρεις για σουβλάκια στην πλατεία. Να τους βλέπατε έπρεπε να τρώνε τον γύρο χοιρινό με τα χέρια στη ζώνη σαν καουμπόιδες. Η αλήθεια είναι, πως τέτοια νύχτα, τέτοια ώρα, σε τέτοια πλατεία μετά από τέτοια πορεία… Ε… ήταν μόνο κανονικό να αρχίζουν κάποιοι να φωνάζουν συνθήματα. Ένας αστυφυλαξ πάει και αρχίζει να ζητάει ταυτότητες. Εκεί άρχισαν και οι πρώτες εντάσεις. Οι πιο ψύχραιμοι ανάμεσα μας σταμάτησαν τις σπίθες πριν γίνουν φλόγες. Δεν πέρασε πολύ ώρα πριν να αρχίσουν να ακούγονται προσβολές και από τους αστυνομικούς. Μαζεύτηκαν και αλλά περιπολικά λένε κάποιοι…όπως και όντως μαζεύτηκαν πολλοί νέοι. Στην αρχή πετάξαμε πέτρες στο όχημα, το λέω. Εδώ είναι όμως που αρχίζει να διαστρεβλώνεται σιγά-σιγά η ιστορία. Μέσα στην ένταση… ένας από εμάς πετάει μια μολότοφ. Τα πράγματα χλωμιάζουν. Κάποιοι θα πουν πως ήμουν ανάμεσα τους, σε αυτούς που έριξαν τη μολότοφ… άλλοι θα πουν πως υπήρχαν και άλλες βομβες… κάποιοι θα πουν πως εγώ ο ίδιος έριξα την μολότοφ, άλλοι πως δεν ήμουν καν στην δράση. Το σημαντικό όμως είναι πως ένας αστυνομικός θα βγει από τη κλούβα και θα απασφαλίσει το όπλο του. Οι συνάδελφοι του, θα πουν πως έριξε στον ουρανό για να μας φοβίσει. Άλλοι, πολλοί περισσότεροι από 4, θα πουν πως γονάτισε και στόχευσε. Μαγικό το όπλο πάντως… στον ουρανό εστόχευσε και στο σβέρκο με βρήκε. Στο κρανίο τέλος πάντων. Όλα αυτά καθώς τρέχαμε προς την πλατεία μετά τον πρώτο πυροβολισμό. Απόσταση, πείτε 20 μέτρα.

Ο Μελίστας, δεν έκανε ούτε μέρα στενή. Καταδικάστηκε για 2.5 χρόνια με αναστολή σε δεύτερο βαθμό όμως αθωώθηκε τον Γενάρη του ’90.
Είναι λίγο αστείο αν το σκεφθεί κάνεις… πήγαμε εκείνο το βράδυ να εναντιωθούμε στη
δολοφονία των νέων παιδιών στους δρόμους της Αθήνας… και κατέληξα σαν έναν από αυτούς.
Αν σκεφτεί κανείς τη μεταθάνατο ζωή, κάπως σαν το ποίημα του Δάντη, ένα πυκνό σκοτεινό δάσος … τους βρήκα όλους εκεί. Ανάμεσα στα βρύα, πλεγμένοι ανάμεσα στο γρασίδι, στην ομίχλη. Νέα παιδιά που είχαν φύγει από το όπλο του νόμου. Τον Γιώργο, τον Στέλιο, τον Διομήδη (μικρή διαφορά είχαμε) αλλά και αυτούς που είχαν έρθει πιο μετά… τη Σταματίνα, τον Ιάκωβο. Το δάσος εκείνο μεγάλωνε και μεγαλώνει με τις φωνές σας. Τις δικές σας, το ποτίζει το αίμα μας, το αίμα τους. Πηγαίνετε και κοιτάξτε στο δρόμο που ακούμπησε το κεφάλι μου τελευταία φορά. Θα το δείτε. Μια κόκκινη κουκίδα, που θα βάφει για πάντα το πεζούλι εκείνο.
Ένα δάσος ανθίζει ανάμεσα στην τσιμεντένια Αθήνα… ένα δάσος ψυχών…
Και εδώ… μπορεί να τελειώνε η ιστορία μου για σήμερα. Να σας έλεγα αντίο και να
ξαναβρισκόμασταν στον χαμό του πλήθους σήμερα το μεσημέρι. Έτσι θα ήταν. Αν δεν είχε συμβεί ένα πολύ περίεργο περιστατικό πριν από λίγες εβδομάδες. Ακούστε εδώ.
Ακούμε όλοι μια φωνή από την άκρη του δάσους. Ένας αλλαλαγμος. Πηγαίνω στην άκρη …ξεχωρίζω μια φιγούρα. Είναι μια κοπέλα. Στέκεται ζαλισμενη στα όρια του δάσους.
‘Να βοηθήσω; φαίνεσαι χαμένη…’
Την ρωτάω πως τη λένε, μου απαντάει.”
Άλεξ.: “Βασιλική.”
Εύγ.: “Είναι μικρή. Βλέπω τότε τα τραύματα στο πρόσωπο της… τα μαλλιά της έχουν βαφτεί κόκκινα. Η καρδιά μου χτυπά. ‘Μαζι μας είσαι;’ τρέμει η φωνή μου. Είχαμε καιρό να δούμε κάποιον τόσο νέο από αυτή τη πλευρά του δάσους.
Άλεξ.: “Ποιοι είστε εσείς;”
Εύγ.: Με ρωτάει. Βλέπω ότι μπορεί να με αναγνωρίζει. Φοβάται. ‘Έρχεσαι;’ και της απλώνω το χέρι. Το σκέφτεται. Διστάζει.
Άλεξ.: “… Όχι ακόμα.”
Εύγ.: …και με χαρά τη βλέπω να χάνεται πίσω από τα δέντρα. Ακούμε φωνές. ΜΠΑΜ. Ακούμε συνθήματα… Ξυπνάει ο Νοέμβρης ΜΠΑΜ φωνές ακούγονται ΜΠΑΜ τραγούδια ΜΠΑΜ Για αυτούς που χάθηκαν ΜΠΑΜ Για αυτούς που θα χαθούν ΜΠΑΜ Τυχαία ΜΠΑΜ αλλά όχι και τόσο..
ΜΠΑΜ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here