Εκτύπωση

της Σοφίας Χατζοπούλου,

Μια ταινία με ήρωα την κούκλα Barbie το 2023; Θα πίστευε κανείς ότι θα πάει άπατη, έχοντας διανύσει 40 χρόνια από τη μόδα της κούκλας των τέλειων αναλογιών, ρούχων και αξεσουάρ.

Από τότε που θυμάμαι τον μικρό μου εαυτό να περιμένω το τέλος του μήνα για να αγοράσω κάποιο καινούργιο ρούχο της, άλλαξαν πολλά. Η Barbie προσπάθησε να προσαρμοστεί στις μόδες και στις κοινωνικές αλλαγές του ‘90 και του 2000. Προστέθηκαν νέες ιδιότητες στην εμφάνισή της, έγινε πιλότος και χειρουργός, συμπεριέλαβε άλλες φυλές πέρα της λευκής και άλλα μεγέθη πέρα από το extra small. Η εταιρεία παραγωγής της, η Mattel , προσπάθησε να ανταποκριθεί σε αυτές τις αλλαγές για να διατηρήσει και να επεκτείνει το αγοραστικό της κοινό. Παρόλα αυτά, το επιχειρηματικό εγχείρημα Barbie στο σύνολό του είχε προοδευτικά πτωτική τάση και έφτασε να γίνει ταυτόσημο με το πατριαρχικό, καταναλωτικό σύστημα που ταλαιπωρεί τις γυναίκες με αδιανόητα πρότυπα ομορφιάς και επιτυχίας τόσα χρόνια.

Άρα προς τι μια ταινία για αυτό το αρνητικό σύμβολο, και μάλιστα μια ταινία με συμπαραγωγή της Mattel και της Warner Bros; Και γιατί οι αίθουσες είναι γεμάτες με έφηβα κορίτσια και η ταινία σπάει ήδη τα ταμεία στην Αμερική; Ποιον διαβολικό τρόπο βρήκε πάλι η αγορά για να επαναφέρει στον πυρήνα των προτιμήσεων ένα ξεχασμένο και αναθεματισμένο παιχνίδι;

Μα φυσικά μέσα από την έβδομη τέχνη, με μια ταινία με θέμα τις έμφυλες ταυτότητες, τον φεμινισμό και τη γνωστή μάχη των φύλων. Η Barbie σε νέες περιπέτειες λοιπόν, να προσπαθεί να επιβιώσει μέσα στη woke εποχή, απολογητική μα και μαχητική, να φτάνει σε μια νέα συνειδητοποίηση για την ίδια και τον κόσμο της.

Και ναι, ως ένα βαθμό τα καταφέρνει. Η ταινία εκτός από μια πανδαισία χρωμάτων, έξυπνων και ευρηματικών διαλόγων κι ένα πραγματικά εντυπωσιακό κάστ, κάνει μια πληθώρα κοινωνικών σχολίων που σαφώς σε βάζουν σε σκέψεις. Μέσα από το σκηνοθετικό τέχνασμα – όχι και τόσο πρωτότυπο βέβαια – της ύπαρξης δύο κόσμων, του πραγματικού και του κόσμου της Barbie, αναδεικνύει αντιθέσεις και αντιφάσεις. Δεδομένου, όμως, ότι ο ένας κόσμος είναι το αντίθετο του άλλου, κινούμαστε σε δύο ακραίες, αναπόφευκτα στερεοτυπικές απεικονίσεις της κοινωνίας, η μια μητριαρχική και η άλλη πατριαρχική, οι οποίες βασίζονται σε μεγάλο βαθμό σε γενικεύσεις και χοντροκομμένους αφορισμούς για τα δύο φύλα. Και αν αυτό είναι αναγκαίο σε στιγμές για να προκαλέσει το απαραίτητο γέλιο σε μια κωμωδία, σίγουρα δεν δικαιώνει κανένα από τα δύο φύλα, όταν για παράδειγμα οι Κεν – αδιαφοροποίητοι άνδρες στην υπηρεσία των ποικίλων, εξειδικευμένων Barbie – προσπαθούν να “ρίξουν” τις Barbie και να αποκτήσουν το ‘πάνω χέρι’ τραγουδώντας τους για 4 ώρες γλυκανάλατα τραγουδάκια, ενώ οι Barbie προσπαθούν να σπάσουν τη συμμαχία των Κεν και να κερδίσουν πάλι τον έλεγχο του κόσμου, κάνοντας αυτό που ξέρουν καλύτερα τα ‘θηλυκά’, φλερτάροντας δηλαδή με άλλους κάνοντας τους να ζηλέψουν.

Εγκλωβισμένη στο σχέδιο των δύο καθρεφτικών κόσμων, η δημιουργός της ταινίας μεταφέρει την χοντροκομμένη απεικόνιση και στον πραγματικό κόσμο, όπου οι άνδρες παρουσιάζονται – όλοι τους, χωρίς εξαιρέσεις -υπερφίαλοι, σεξιστές, νάρκισσοι και αλαζόνες. Κατ’ επαγωγή μπορεί ο θεατής να συμπεράνει ότι σε αυτόν, τον πραγματικό κόσμο οι γυναίκες είναι σαν τους αδιαφοροποίητους Κεν χωρίς την ιδανική μορφή της Barbie. Δεν υπάρχουν ή τουλάχιστον δεν προλαβαίνουν να παρουσιαστούν άλλοι παράγοντες που καθορίζουν τις έμφυλες σχέσεις, όπως οικονομικοί, κοινωνικοί ή πολιτισμικοί. Η περιγραφή του πραγματικού είναι σύντομη και προσχηματική για να βασίσει ουσιαστικά την πλοκή που πρόκειται να ακολουθήσει στον πλαστικό κόσμο των πρακτικά άφυλων κούκλων.

Σε αυτόν τον κόσμο, λοιπόν, που δημιούργησε η Mattel, μια εταιρεία στην οποία ηγούνται άντρες οι οποίοι έχουν αναλάβει το έργο να δίνουν στη γυναίκα όλα αυτά που δεν έχει στην πραγματική ζωή, όπως οι ίδιοι παραδέχονται στην ταινία, ο στόχος είναι οι Barbie να μπορέσουν να επανακτήσουν τον έλεγχο μετά από την πετυχημένη απόπειρα ιδεολογικής ηγεμονίας της πατριαρχίας από τους Κεν στον κόσμο της Barbie. Κάποια ενδιαφέροντα στοιχεία παρουσιάζονται ακροθιγώς σε αυτό το σημείο όσον αφορά ζητήματα ηγεμονίας και ψευδούς συνείδησης, όταν για παράδειγμα οι Barbie εκχωρούν μέρη της ανεξαρτησίας τους στους Κεν για να έχουν ασφάλεια και προστασία από αυτούς. Παρόλα αυτά, όταν μετά από ‘χαριτωμένα’ τεχνάσματα καταφέρουν να πάρουν πίσω την εξουσία του κόσμου τους, η στερεοτυπική ξανθιά Barbie, εκφωνεί έναν μονόλογο περί της ανάγκης αυτοπροσδιορισμού των Κεν και της ανάγκης εύρεσης και διαφύλαξης του εαυτού τους, ενώ η πρόεδρος της Barbieland, η μαύρη Barbie, τους παραχωρεί κάποιο δευτερεύον, κατώτερο όργανο στη διοίκηση του κόσμου, ακυρώνοντας στην ουσία κάθε ουσιαστική παρέμβασή των Κεν σε αυτόν. Και θα μπορούσε κάποιος να πει ότι εδώ κρύβεται ένα σχόλιο για τον πραγματικό κόσμο, ότι δηλαδή έχει δοθεί αντίστοιχα στις γυναίκες μια θέση στην πατριαρχική κοινωνία προσχηματική, ίσα ίσα για να “συνεργάζονται” πιο εύκολα με τις αντρικές δομές εξουσίας. Μια τέτοια ερμηνεία θα ήταν πιθανή και θα έδινε μια μεγαλύτερη αξία στην προσπάθεια της δημιουργού, αν δεν υπήρχε αμέσως μετά η τελική σκηνή που έρχεται να ακυρώσει ότι έχει υπαινιχθεί προηγουμένως.

Μετά την επίλυση της πολιτικής κρίσης στην Barbieland, η ηρωίδα μας, η στερεοτυπική Barbie, αποφασίζει ότι θέλει να πάει πίσω στον πραγματικό κόσμο ως γυναίκα. Στον διάλογο που έχει με την γηραιά πια σχεδιάστριά της, η τελευταία της λέει ότι δεν μπορεί να την αφήσει να κάνει κάτι τέτοιο χωρίς να ξέρει πως είναι η ζωή εκεί. Ακολουθεί ένα βίντεο κλιπ από εικόνες γυναικών με μωρά στην αγκαλιά, με παιδιά και εγγόνια, με φίλες και με γέλια, εικόνες απόλυτα συνδεδεμένες με μια ιδεατή Αμερικάνική Ημέρα των Ευχαριστιών και μπόλικη Κόκα Κόλα. Πουθενά δεν δείχνει εικόνες από την πραγματική ζωή των γυναικών, γυναίκες στην εργασία, γυναίκες στη διαδήλωση, γυναίκες στο περιθώριο, γυναίκες με βραβεία στα χέρια μα και γυναίκες με μώλωπες στο πρόσωπο.

Η ταινία κλείνει παρουσιάζοντας μια τρυφερή, feel good, μονοδιάστατη εικόνα της πραγματικής γυναίκας, η οποία τελικά καταφέρνει μόνο να ακυρώσει την εναρκτήρια περιγραφή της Χέλεν Μίρεν όπου παρουσιάζεται με ευρηματικό τρόπο το πως η Barbie πρωτοεμφανίστηκε στην αγορά των παιχνιδιών για κορίτσια, θέλοντας να σπάσει το στερεότυπο της γυναίκας-μαμάς που καλλιεργούσαν οι κούκλες ως τότε. Εδώ λοιπόν, έχουμε μια παλινδρόμηση στο μητρικό στερεότυπο, μια back to basics προσέγγιση όπως θα έλεγε και η Μάργκαρετ, μια άλλη ισχυρή γυναίκα, που έχει μείνει στην ιστορία, καθόλου κολακευτικά, με το μικρό της όνομα.

Μετά από όλα αυτά και βλέποντας τους τίτλους τέλους ο θεατής παραμένει κάπως μετέωρος ως προς αυτό που είδε. Ναι, ήταν διασκεδαστικό και κεφάτο, ίσως κάπως νοσταλγικό, αφού είδαμε τις κούκλες των παιδικών μας χρόνων να παρελαύνουν. Ναι, ήταν κωμικό και έξυπνο σε κάποια σημεία, αλλά τι ήθελε να πει, αν ήθελε να πει κάτι τελικά; Και σε ποιους απευθυνόταν;

Προσωπικά, θα μπορούσα να βρω κάποια ενδιαφέροντα σημεία όπως στη συνομιλία των δύο γενεών, της απογοητευμένης, εξαπατημένης από τη ροζ γενιά της Barbie, μάνας με την οργισμένη, κυνική, ντυμένη στα μαύρα κόρη της, η οποία τελικά καταλήγει στην συμφιλίωση και στη μεταστροφή της κόρης στο ροζ χρώμα σε μια νέα επαναοικειοποίηση και αποενοχοποίηση του ροζ, που αποτελεί τελικά και το μότο της ταινίας.

Το ροζ είναι εδώ και δυνατό’ και μέσα σε δυο ώρες η Barbie από “φασιστικό” σύμβολο καταπίεσης των γυναικών κατά τα λεγόμενα της κόρης στην ταινία, γίνεται μια παθιασμένη επαναστάτρια με λίγο όμως θολωμένη στόχευση. Τυχαίο; Προφανώς όχι, αφού το κινηματογραφικό προϊόν πρέπει να απευθυνθεί σε όσο γίνεται ευρύτερο κοινό. Και στη μητέρα που θα αγοράσει την κούκλα και στο κορίτσι που θα παίξει με αυτή και στην έφηβη που θα παίξει με το άβαταρ της στον υπολογιστή. Άρα η ταινία αποτελεί επίτηδες ένα αμάλγαμα από social justice και woke στοιχεία, πασπαλισμένα με στερεοτυπικές, γραφικές ακρότητες προς τον αντρικό πληθυσμό προς στιγμιαία τέρψη των καταπιεσμένων μαμάδων και των θυμωμένων κοριτσιών της γενιάς Ζ, και με σαφείς αναφορές σε βασικές αμερικάνικες αξίες, έτσι για να μην ξεχνιόμαστε και σκεφτούμε να βγούμε πραγματικά από το κουτί. Για του λόγου το αληθές, δεν έχει περάσει ούτε μια βδομάδα καλά καλά από την πρώτη προβολή της ταινίας στους κινηματογράφους και ήδη έχουν βγει οι νέες κούκλες με αλλαγή του προσώπου να μοιάζει με αυτό της πρωταγωνίστριας και με το χαρακτηριστικό καρό, ροζ φουστανάκι. Η επαναστάτρια κούκλα που αφού βοήθησε τις Barbie να πάρουν ξανά την εξουσία στη χώρα τους, αποφάσισε ότι η ίδια δεν θέλει πια να ζει εκεί, αλλά θέλει να γίνει γυναίκα στον πραγματικό κόσμο, να αποκτήσει κόλπο και να κάνει μωρά!

Έτσι λοιπόν έχουμε μια ταινία που λειτουργεί ως ένα έξυπνο διαφημιστικό διάρκειας 2 ωρών για την προώθηση της νέας εκδοχής ενός παλιού προϊόντος, από την στερεοτυπική Barbie στην μεταφεμινιστρία Μπάρμπι, με την υπογραφή της εταιρίας παραγωγής της ταινίας και του παιχνιδιού, της Mattel, η οποία με πολύ έξυπνο τρόπο αυτοσαρκάζεται σε όλη τη διάρκεια της ταινίας και προσεταιρίζεται τον θεατή τάχα στα μυστικά του μάρκετινγκ, μόνο και μόνο για να αποκρύψει τη μεγάλη εικόνα που εκτυλίσσεται μπροστά του.

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here