Εκτύπωση

του Χρήστου Ρέππα,

Μέσα στη βαθιά κρίση της πανδημίας και την επίθεση που επιχειρεί στη Δημόσια Εκπαίδευση, το Υπουργείο Παιδείας θεώρησε ότι μεγάλο θέμα της κοινωνίας και των σχολείων είναι να θυμηθούμε και να γιορτάσουμε την επέτειο της συμπλήρωσης 40 χρόνων από την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Από τον γιορτασμό της νέας Μεγάλης Ιδέας του Έθνους που πραγματώθηκε το 1981, με την υπογραφή της συμφωνίας ένταξης στο Ζάππειο Μέγαρο, ασφαλώς δεν θα μπορούσε να λείπει η εκπαίδευση λόγω του μεγάλου ιδεολογικού βάρους που έχει για την προβολή και την εξασφάλιση συναίνεσης για στρατηγικά ζητήματα του ελληνικού αστισμού. Έτσι με την εγκύκλιό του ζητά από τα σχολεία να συμμετέχουν στην προβολή προς τους μαθητές της μεγάλης … επετείου.

Όπως ακριβώς αναφέρει η εγκύκλιος: «Με αφορμή την επέτειο της συμπλήρωσης των 40 ετών ευρωπαϊκής πορείας της Ελλάδας, το υπουργείο Παιδείας, καλεί τις  σχολικές μονάδες της χώρας να αφιερώσουν χρόνο, (δύο ή περισσότερες διδακτικές ώρες με απόφαση του Συλλόγου Διδασκόντων/ουσών), από τη Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2021 μέχρι και την Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2021, προκειμένου να ενημερωθούν οι μαθητές/τριες για τη σημασία της επετείου, μέσω δράσεων-συζητήσεων- εκδηλώσεων (π.χ. βιβλιοπαρουσιάσεις, προβολές ταινιών, εικαστικά εργαστήρια, διαδραστικές ομιλίες κ.α.).»

Ως εκπαιδευτικοί, επομένως, καλούμαστε από την πολιτική ηγεσία του ΥΠΑΙΘ να διδάξουμε και να πείσουμε για την αξία και τη σημασία της ένταξης της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Προφανώς για την ηγεσία του ΥΠΑΙΘ αυτό δεν θα γίνει μ’ έναν κριτικό τρόπο που θα περιλαμβάνει την ανάλυση της ιστορικής πορείας της συμμετοχής σ’ αυτό τον οικονομικό και πολιτικό μηχανισμό, στα αίτια της ένταξης και στη σημερινή πολιτική του. Το Υπουργείο δεν ενδιαφέρεται για κάτι τέτοιο, αλλά επιδιώκει μια συστηματική προπαγάνδα που σκοπό έχει να παρουσιάσει εξ ορισμού την επιλογή της συμμετοχής της χώρας ως κάτι το θετικό, αγνοώντας και αποσιωπώντας την πραγματικότητα. Η ίδια η εγκύκλιος δίνει την κατεύθυνση της διδασκαλίας για το διδασκόμενο θέμα προς τους μαθητές:

«Σήμερα, 40 χρόνια μετά, η Ελλάδα, ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι απόλυτα εναρμονισμένη με τα ευρωπαϊκά δεδομένα και έχει ενεργό ρόλο στη χάραξη και εφαρμογή της ευρωπαϊκής πολιτικής στρατηγικής. Αλληλεγγύη, συνεργασία και κοινό αξιακό σύστημα συνθέτουν το ευρωπαϊκό κεκτημένο και οδηγούν με αισιοδοξία στο μέλλον.»

To πρώτο σκέλος της παραπάνω παραγράφου κάνει μια συγκεκριμένη εκτίμηση για τη θέση της Ελλάδας στον ιμπεριαλιστικό αυτό μηχανισμό που λειτουργεί και ως κατεύθυνση για το πώς θα παρουσιαστεί το θέμα προς τους μαθητές. Το δεύτερο σκέλος προσπαθεί να παρουσιάσει τις «κοινές» ευρωπαϊκές αξίες πάνω στις οποίες υποτίθεται ότι θεμελιώνεται η ένταξη και η συμμετοχή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Γίνεται έτσι μια αόριστη αναφορά σε «Αλληλεγγύη», «συνεργασία» και «κοινό αξιακό σύστημα», χωρίς κανένα παραπέρα συγκεκριμένο προσδιορισμό ποιες ακριβώς είναι αυτές οι αξίες και σε τι ακριβώς στηρίζεται η ευρωπαϊκή «αλληλεγγύη», στις οποίες αναφέρονται οι συντάκτες της εγκυκλίου. Κάθε συγκεκριμενοποίηση αυτών των εννοιών θα ερχόταν σε ξεκάθαρη αντίθεση με την πραγματικότητα της ευρωπαϊκής πολιτικής, δηλαδή με τη νεοφιλελεύθερη / καπιταλιστική βαρβαρότητα που τη διαπερνά στο σύνολό της. Ο καθένας, λοιπόν, ας καταλάβει ό,τι θέλει για τον χαρακτήρα της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης και για το κοινό πλαίσιο αξιών, που προφανώς συνδέει τις αστικές τάξεις των διαφόρων χωρών που συμμετέχουν στην ΕΕ, αλλά όχι τους λαούς.

Το γεγονός ότι το σχολείο λειτουργεί ως μηχανισμός επιβολής της κυρίαρχης ιδεολογίας και πολιτικής είναι μια πολύ συγκεκριμένη αλήθεια που επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο των αναλυτικών προγραμμάτων, των σχολικών βιβλίων και των στόχων που κάθε φορά διατυπώνονται για τον ρόλο του. Στην περίπτωση της συγκεκριμένης εγκυκλίου του ΥΠΑΙΘ αυτό γίνεται με τον πλέον απροκάλυπτο τρόπο και καλούμαστε να εξασφαλίσουμε την αποδοχή της ΕΕ και των πολιτικών της στις συνειδήσεις των μαθητών μας. Το πρόβλημα βέβαια δεν βρίσκεται στο τι ζητά από τα σχολεία για τη μεγάλη … επέτειο, αλλά κυρίως στο περιεχόμενο των γνώσεων που προσφέρουν τα σχολικά βιβλία στο θέμα αυτό.

Στα 40 χρόνια που η Ελλάδα συμμετέχει στον μηχανισμό αυτό δεν είχε κανένα πραγματικό ρόλο στη χάραξη της πολιτικής και της στρατηγικής του, η δε εναρμόνισή της με τα ευρωπαϊκά δεδομένα δεν είναι παρά μια διαδικασία ανατροπής ιστορικών κατακτήσεων και δικαιωμάτων των εργαζομένων, έξαρσης της ανεργίας, της φτώχειας, της ελαστικής εργασίας, της εμπορευματοποίησης δημόσιων αγαθών, όπως η υγεία και η παιδεία.

Η εγκύκλιος του ΥΠΑΙΘ, όσο και αν επιδιώκει να διαμορφώσει μια θετική εικόνα για τον ιστορικό και πολιτικό ρόλο της ΕΕ, δεν μπορεί ν’ αποφύγει την εφιαλτική πραγματικότητα που διαμορφώνει για τους ίδιους τους λαούς της αλλά και για την ανικανότητά της ν’ αντιμετωπίσει την κρίση του καπιταλιστικού συστήματος, που η ίδια εκφράζει και στηρίζει την αναπαραγωγή του. Δεν μπορεί ν’ αποκρύψει ότι:

Στην περίοδο 2010-17, σε συνεργασία με την εγχώρια αστική τάξη, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το ΔΝΤ εφάρμοσαν εναντίον του ελληνικού λαού μια πολιτική κοινωνικής γενοκτονίας, με όπλο το χρέος. Μια πολιτική που οδήγησε στην απώλεια του 25% του ΑΕΠ,μια μείωση που θα μπορούσε να προσομοιάζει σε συνθήκες πολέμου. Η πολιτική αυτή οδήγησε στην εκτόξευση της ανεργίας στο 27%, την ανεργία των νέων σε ποσοστά υπερδιπλάσια από το προηγούμενο νούμερο, στην εκποίηση της δημόσιας περιουσίας (αεροδρόμια, λιμάνια), στη διάλυση του ασφαλιστικού συστήματος και στη συνταξιοδότηση στα 67 χρόνια, στους χιλιάδες πλειστηριασμούς σπιτιών, στην τρομακτική αύξηση της φορολογίας και στη θεσμοθέτηση νέων, ληστρικών φόρων (ΕΝΦΙΑ), στη διαμόρφωση καθεστώτος επιτροπείας πάνω στη χώρα.

Η αλληλεγγύη που επικαλείται η εγκύκλιος είναι μια κούφια και υποκριτική ιδέα. Απόδειξη γι’ αυτό είναι η στάση της ΕΕ απέναντι στο προσφυγικό ζήτημα. Οι προσφυγικοί πληθυσμοί δαιμονοποιήθηκαν, αντιμετωπίστηκαν με φράχτες, τη FRONTEX και το κλείσιμο των συνόρων. Η πολιτική της Ευρώπης-φρούριο αφενός έστειλε πρόσφυγες να πνιγούν στα παγωμένα νερά του Αιγαίου και της Μεσογείου και αφετέρου διαμόρφωσε το κατάλληλο πολιτικά και ιδεολογικά έδαφος για την ανάπτυξη ρατσιστικών ιδεών και φασιστικών ρευμάτων στον χώρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Συστηματικά τα δημόσια συστήματα υγείας και παιδείας θεωρούνται βάρος και ιστορικός αναχρονισμός, με τον οποίο η ΕΕ προσπαθεί να τελειώσει οριστικά. Η ιδιωτικοποίηση – εμπορευματοποίηση είναι βασική στρατηγική επιλογή που προωθείται με διάφορους τρόπους και επιλογές από τη δεκαετία του ’90 και μετά. Η εναρμόνιση της γνώσης με τα συμφέροντα και τις επιλογές των μεγάλων καπιταλιστικών επιχειρήσεων είναι επίσης στρατηγικός στόχος. Οι προτροπές για τη μείωση των δαπανών στα δημόσια συστήματα υγείας ήταν πολλές και συνεχείς από την πλευρά της ΕΕ. Σε όλη την περίοδο της πανδημίας η ΕΕ ήταν εξαφανισμένη και απείχε από κάθε ενέργεια στήριξης των εθνικών συστημάτων υγείας.

Αν είναι να μιλήσουμε για το γεγονός της ένταξης, ασφαλώς δεν θα μιλήσουμε με τους όρους που μας προτείνει το Υπουργείο Παιδείας.

Σκίτσο: Μιχάλης Κουντούρης

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here