Εκτύπωση

Η δοκιμασία του αγώνα και της ψυχής

του Δημήτρη Βλαχοπάνου,

Για το βιβλίο του Παύλου Μουρουζίδη «Ήττα και περηφάνια», Εκδόσεις Γράφημα, σελ. 182.

Η γραφή του Παύλου Μουρουζίδη μοιάζει με κινούμενη άμμο. Αν και ο ίδιος είναι αμετακίνητος στις επαναστατικές ιδέες του και τις ανατρεπτικές προθέσεις του, η γραφή του φαίνεται απείθαρχη και ανυπάκουη. Δεν είναι μόνο οι κοινωνικές συγκρούσεις και η πάλη των τάξεων που την απορροφά. Είναι και ο έρωτας. Είναι η παιδικότητα και οι αποδράσεις στα καλοκαίρια με τις ατελείωτες περιπλανήσεις στο δάσος και στα μονοπάτια του. Είναι και το τραγούδι του πόνου και του καημού. Είναι και ο αφανής μικρόκοσμος του μηχανουργείου και του σκληρού μεροκάματου. 

Σε ποια πεδία θα φτάσει, πού θα κατασταλάξει η άμμος του και τι τελικά θα χτίσει πάνω της, ούτε κι ο ίδιος μπορεί να το πει με κάποια βεβαιότητα. Μέσα σ’ αυτή τη σύνθεση των ποικίλων, από τη μια, αναγκών που ορθώνει μπροστά μας η αντικειμενική πραγματικότητα και της αναπόδραστης, από την άλλη, συμμόρφωσης και επιλογής ατομικών δράσεων για να είναι το εγώ μας ο μοχλός και το τιμόνι στην πορεία της ζωής, τίποτε δεν είναι βέβαιο για κανέναν. Το μόνο βέβαιο είναι πως ο Παύλος Μουρουζίδης ως συγγραφέας έχει μπροστά του πολύ δρόμο ακόμα. Κι έχει να διανύσει πολλά μίλια με διαδρομές αδέσποτες και ανυπόταχτες.

Γιατί ο Παύλος Μουρουζίδης ζει μέσα σε ανεμοθύελλες. Βρίσκεται σε σταυροδρόμια μιας κοπιαστικής έρευνας και ενός βασανιστικού στοχασμού, με τις κεραίες του μονίμως ανεβασμένες ψηλά και τις αισθήσεις του όλες μονίμως σε επαγρύπνηση και συναγερμό. Έχει το χάρισμα και τη δύναμη να διαβάζει και να μελετά. Κι έτσι βρίσκεται αδιάκοπα εν κινήσει και εν δράσει. Κι αν γράφει, δε γράφει ούτε για να εντυπωσιάσει ούτε για να κερδίσει μια περιώνυμη θέση στην πόλη των ιδεών. Μπορώ να πω πως γράφει γιατί δε γίνεται αλλιώς. Σαν να νιώθει μια βουκέντρα να τον κεντρίζει εντός του και να τον στρώνει μπροστά.

Γιατί διαβάζοντας μπορεί να ταξιδεύει και να ψάχνει τις δικές του διαδρομές, οι οποίες συχνά διασταυρώνονται με τις διαδρομές άλλων που διακονούν το λόγο και άλλων που παράγουν τις ιστορίες, μικρές ή μεγάλες. Ο Μουρουζίδης δεν είναι ο συγγραφέας που του αρκεί ο ανήσυχος στοχασμός και η έμπνευση. Γιατί έχει πλήρη συνείδηση πως χωρίς αυτή τη διαλεκτική ανάγνωσης και γραφής, χωρίς τη διαλεκτική θεωρίας και πράξης δεν μπορείς να προχωρήσεις συνειδητά ούτε ένα βήμα μπροστά κι ούτε, φυσικά, να μπεις στα βαθύτερα νερά των ρεμάτων και των φραγμάτων και να αποφασίσεις πως μπορεί ν’ αλλάξει η φορά τους και με τη συνεισφορά της δικής σου αφύπνισης. 

Ο καταστατικός χάρτης του Μουρουζίδη είναι διάσπαρτος από μορφές που μάχονται για το ψωμί, που μάχονται για τη ζωή, που μάχονται για την εξέγερση και την ανατροπή. Άλλοτε σιωπηλά κι εντός των ορίων κι άλλοτε με ουρλιαχτά κι εκτός των ορίων. Ο οικείος του χώρος είναι αναντίρρητα η εργατική τάξη. Όχι η σημερινή. Η εργατική τάξη μιας άλλης εποχής. Η εργατική τάξη με όλες τις αντιθέσεις της, το μεγαλείο της και την τραγωδία της. Γιατί ενδόμυχα υπάρχει πάντα για το μετά. Και το μετά σπάνια μοιάζει με το πριν. Είναι οι στιγμές που δρώντας και βαδίζοντας για την επανάσταση σε κατακλύζει το εναγώνιο ερώτημα με τη μελωδία των Doors “Where will we be”. 

Τα θέματα και τα πρόσωπα μπορεί να προέρχονται από τα χαμηλά οικονομικά και κοινωνικά στρώματα, μα κουβαλούν μέσα τους μιαν αρχοντιά. Την αρχοντιά της αυθεντικότητας και της ψυχικής καθαρότητας. Είναι οι άνθρωποι της δράσης και της πάλης για τον κόσμο του σοσιαλισμού και για την κομουνιστική κοινωνία. Γι’ αυτό και ο λόγος του χαρακτηρίζεται από ποικίλες διακυμάνσεις και ηχοχρώματα. Αλλού τρυφερός κι αλλού σκληρός, ανάλογα με τις σκηνές και τους πρωταγωνιστές τους. Αλλού ειρωνικός κι αλλού συγκαταβατικός. Κι αλλού ερωτικός κι αλλού επαναστατικός. Δίχως έρωτα δε γίνεται επανάσταση. Και χωρίς επανάσταση δεν φυτρώνει ο έρωτας.

Θα μπορούσα να σταχυολογήσω πολλά χωρία του βιβλίου που αποδίδουν με ποιητικό τρόπο αυτή την ενότητα. Περιορίζομαι στο σημείωμα που ο αφηγητής αφήνει κάτω από την τσάντα της Μαργαρίτας, αφού πρώτα περιγράψει, περιφερόμενος στον γενέθλιο τόπο, μ’ έναν έξοχο νοσταλγικό τρόπο την ομορφιά των λεμονόδεντρων και αναλογιστεί πως φτάνουν δύο λεμονιές, ένα καναρινάκι να σου τιτιβίζει την καινούργια μέρα κι ένα σπιτάκι με βεράντα ή μπαλκονάκι, για να κάνουν όμορφη τη ζωή μας.

Αλλά αυτό είναι η μία πλευρά των πραγμάτων. Είναι η άγκυρα που όλοι μας ονειρευόμαστε να ρίξουμε κάποτε μέσα στις θύελλες, για να τις τιθασεύσουμε μ’ ένα μας νεύμα και να τις γαληνέψουμε με τα θέλω μας μόνο. Και να γαληνέψει μαζί κι η δική μας ψυχή. Μα αυτό είναι κάτι το αδύνατο. Είναι ένα διάλειμμα μέσα στη δίνη της αναγκαιότητας. Είναι ο άλλος κατακλυσμός: ο έρωτας και το πάθος της ερωτικής πράξης.

Γιατί έρχεται μετά το άλλο κύμα που χτυπά στο μυαλό μας και στη ψυχή μας, είναι η άγκυρα που σηκώνουμε για να συνεχίσουμε το ταξίδι μας στα πέρατα των πελάγων, είναι η επανάσταση και το όραμά της:

«Καμιά ευωδιά από μόνη της δε θα μεταμορφώσει τα αγκάθια του κόσμου σε ροδοπέταλα. Δεν ωριμάζουν σα σε γυάλα ούτε τα μπουμπούκια, ούτε το λεπτό τους άρωμα. Αν θέλει κανείς να προφυλάξει το τριαντάφυλλο σ’ έναν κόσμο δηλητηριώδη κι ανταγωνιστικό, πρέπει να τραβήξει το ξίφος από το θηκάρι, αναγκαστικά… Τα λέμε αύριο στο μεσημεριανό που θα μας ετοιμάσω, με κρασί απ’ το χωριό. Σε φιλώ».

Οι άνθρωποι που βρίσκονται στην πρωτοπορία της πάλης και της ζωής, είτε στους δρόμους του έρωτα είτε στους δρόμους της επανάστασης, γνωρίζουν -ή πρέπει να γνωρίζουν- καλά πως σ’ αυτόν τον ασίγαστο πόλεμο το μόνο σίγουρο και δεδομένο είναι οι αλλεπάλληλες δοκιμασίες μέσα στις συμπληγάδες της ήττας και της νίκης. Όμως, όπως και να κυλήσουν κι όπως κι αν γείρουν τα πράγματα, καμιά ήττα δεν πάει χαμένη. Κι όχι μόνο γιατί μένει στο τέλος η περηφάνια. Αλλά γιατί κάθε ήττα, μικρή ή μεγάλη, είναι ένα σκαλοπάτι και μια δρασκελιά στον μακρύ ανήφορο προς τη νίκη.

Προς το παρόν, βέβαια, οι καπιταλιστές μπορούν να κοιμούνται ήσυχοι. Μπορεί να αισθάνονται πως πέρασαν οι μεγάλες μπόρες των εξεγέρσεων και των συνθημάτων για την ανατροπή τους και το ξημέρωμα  μιας άλλης αυγής. Ο καπιταλισμός, ωστόσο, δεν κοιμάται ήσυχος ποτέ, όσο κι αν τα κατάφερε να μεταθέσει στο αβέβαιο μέλλον το ιστορικό γεγονός της ανατροπής του. Οι αντιφάσεις του μπορεί να βολεύονται τώρα. Και η εργατική τάξη, όπως την ήξερε, να έχει πάει στον παράδεισο. Αλλά ποτέ δεν ξέρεις…

Ο Παύλος Μουρουζίδης παραμένει, παρά ταύτα, στο μετερίζι του αγώνα και στέκεται εκεί στις επάλξεις του άγρυπνος και ανυποχώρητος. Παλεύοντας με τα χέρια  του, τη γραφή του, το πνεύμα και την ύπαρξή του ολόκληρη για ν’ αλλάξουν τα ποτάμια το ρέμα τους. Με την αμετακίνητη πεποίθησή του πως θα νικήσουμε. Αν δε νικήσει η δική μας γενιά, θα νικήσει η γενιά των παιδιών μας, θα νικήσει η γενιά των απογόνων μας. Μα είναι βέβαιος πως μέσα στις γενιές του μέλλοντος θα εξακολουθεί να ζει και η δική μας γενιά.

Γιατί χωρίς ήττες δε φτάνεις στην επανάσταση. Η επανάσταση αρχίζει κάποτε, αλλά δεν τελειώνει εκεί. Δεν αρκεί που άρχισε. Το θέμα είναι να παραμένει πάντα ζωντανή στο διηνεκές, να ανανεώνεται και να εμπλουτίζεται βγάζοντας διδάγματα μέσα από την καθημερινή πράξη των δυνάμεων της εργασίας και του πνεύματος. Οι κοινωνικές δυνάμεις των εξεγέρσεων θα δοκιμάσουν πολλές πίκρες και απογοητεύσεις. Θα νιώσουν να κυκλοφορεί γύρω τους και μέσα τους η προδοσία και η διάψευση. Αλλά δε θα το βάλουν κάτω. Γιατί απλά ο αγώνας είναι νομοτέλεια. Δε γίνεται αλλιώς. Ακόμα κι όταν φτάσουμε κάποτε στην κατάργηση της πάλης των τάξεων, είναι βέβαιο πως δε θα φτάσουμε ταυτόχρονα και ως δια μαγείας και στην κατάργηση της πάλης των ιδεών.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here