Εκτύπωση

του Γιάννη Λαθήρα,

Ο Μήτσος έπινε αμίλητος τον καφέ του.
Πρέπει να ήταν ο τρίτος ή ο τέταρτος (;) της μέρας. Έπινε πολλούς ο Μήτσος. Λες και ήταν ο συνδετικός του κρίκος με τους ανθρώπους.
-Πάμε για έναν καφέ, να τα πούμε, σου ‘λεγε, με ένα χαμόγελο γεμάτο υποσχέσεις. Άλλοι βλέπανε το φλιτζάνι με τον καφέ, αυτός διάβαζε την ψυχή σου. Ξομολογητής, αδελφός, φίλος, Σύντροφος για όλους και όλες. Όσο μεγάλωνε γινότανε πιο γλυκός, πιο μεστός, πιο γεμάτος σαν κόκκινο κρασί απ’ τα χωριά του εκεί στις πανέμορφες παραλίες της Λάρισας.
Μεσημέρι, ζέστα διαολεμένη, τέλη Ιούνη του ’90. Καθόμασταν όπως πάντα στην κουζίνα με τις μεγάλες τζαμαρίες και τις μεγάλες ατέλειωτες κουβέντες. Μέχρι να τελειώσουν τα αποθέματα καφέ. Πολλές φορές οι κουβέντες κρατούσανε μέχρι το πρωί. Πηγαίναμε φορτωμένοι μ’ αυτές κατευθείαν για μάθημα με κατακόκκινα μάτια και καρδιά. Για το «κόμμα» στην αρχή, για το σχολειό, τη φιλοσοφία, τους έρωτες, τα μελλοντικά μας ταξίδια. Στήναμε σχέδια στο άψε σβήσε. Μικρά και μεγάλα…
-Ίσως αξίζει μόνο που τολμήσαμε… του άρεσε να επαναλαμβάνει μετά από κάθε ματαιωμένο ή αποτυχημένο σχέδιο. Χωρίς ανάσα με παρότρυνε, να ξεδιπλώσουμε το επόμενο.
Μ’ άκουγε να μιλάω αλαφιασμένος για τη Μεγάλη Απεργία, που φαινόταν να ξεφουσκώνει.
-Ο κόσμος στα σχολεία κουράστηκε, φοβάται. Παρατείνουν τη χρονιά μέσα στον Ιούλη. Θα κάνουνε περικοπές στον μισθό. Στέλνουνε «ατομικές προσκλήσεις» για να πάνε οι συνάδελφοι στις εξετάσεις. Επιστράτευση!
-Κανένα σωματείο δεν μπαίνει στον Αγώνα. Του «δίνουνε ανοχή» λένε. Ο Μητσοτάκης κάνει ό,τι θέλει. Θα τα σαρώσει όλα!
-Όλα τα κόμματα εναντίον μας, ακόμα κι οι δικοί μας. Άκουσες τι λένε ο Φαράκος, ο Κύρκος, ακόμη κι Φλωράκης; Μας πουλάνε ακόμη μια φορά! Του διάβασα τι γράφουνε στην Αυγή και στον Ριζοσπάστη… Ο πιο άθλιος θεσμός της ταξικής εκπαίδευσης είναι ιερός γι’ αυτούς. Το είδαμε και το ’88. Ακόμη κι αν απολύσουν συναδέλφους, αυτοί δεν θα αλλάξουν γνώμη.
Ο Μήτσος ήπιε με θόρυβο την τελευταία γουλιά. Το κατακάθι τού έβαψε το μουστάκι. Χάλασε το σοβαρό του ύφος.
-Θα κάνουμε οι δυο μας Απεργία Πείνας! Έβγαλε την ετυμηγορία.
-Μπας και ζωντανέψει το πράγμα… Έμαθα ότι ο Παύλος, ο Θανάσης ξεκίνησαν στην Αθήνα.
-Πότε; ψιθύρισα με αγωνία.
Κόντευε μεσημέρι κι η μυρωδιά από τα γεμιστά, που έψηνε η Ελένη στον φούρνο, είχε γεμίσει όλο μου το σώμα.
Τώρα! Αύριο θα είναι αργά! μιμήθηκε τον Λένιν.
-Ας φάμε πρώτα και βλέπουμε, ικέτευσα απελπισμένος. Θυμήθηκα πόσα σχέδια αφήσαμε στη μέση.
-Παράτα μας με το φαΐ σου! δεν έχεις τίποτα άλλο στο μυαλό σου;
Δεν κατάλαβε ποτέ, ότι για την οικογένειά μας το φαΐ ήταν ιερό. Αυτός τρεφότανε με καφέ και τσιγάρο. Πώς πήρε τόσο μπόι; αναρωτιόμουνα. Ώρες-ώρες με αυτά που έκανε, με αυτά που έλεγε, ψήλωνε ακόμη πιο πολύ…
-Φάε αγόρι μου, όλο αυτό μπόι θα γίνει! με καθησύχαζε η μάνα μου η Φρόσω. Είχα φτάσει τα 34 κι ακόμη να εκπληρωθεί η υπόσχεση της. Πάγωσα όταν την σκέφτηκα. Αν μάθει πως «ο Γιαννάκης δεν τρώει», θα πεθάνει απ’ τον καημό της. Δεν χρειάζεται να μάθει τίποτα, αποφάσισα.
-Μην κάθεσαι, τρέχα να φέρεις τη σκηνή, με επανέφερε ο Μήτσος. Ένοιωσα ότι το σχέδιο προχωρούσε αυτή τη φορά. Φίλησα τα παιδιά στο σπίτι. “Μπορεί να μην τα ξαναδώ”, έφτιαξα το δράμα μου και γύρισα τρέχοντας να προλάβω την Ιστορία.
-Πού θα τη στήσουμε;
-Δεν ξέρω, κάπου στο κέντρο. Μια αχτίδα ελπίδας άναψε μέσα μου, ξαναβρήκα την όσφρησή μου. Τα γεμιστά ήταν έτοιμα.
Έγινε σύσκεψη με τα κορίτσια… Βγάλαμε τους χάρτες της πόλης. Εξετάσθηκαν όλες οι περιπτώσεις. «Συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης».
-Εδώ τους είπα τσατισμένος που αργούσαμε, ο νους μου ξαναπήγε στο φαΐ.
-Εδώ στο πάρκο της Αχειροποίητου προς τη μεριά της Εγνατία. Έχει δέντρα, σκιά, κεντρικό μέρος. Ένα σημείο της πόλης χωρίς προηγούμενο ιστορικό γεγονός. Αυτό το τελευταίο φαίνεται πως τους έπεισε. Αποχαιρέτησα συγκινημένος τα γεμιστά, πήραμε τα σχετικά: κουβέρτες, σεντόνια κ.λπ., τα φορτώσαμε στο Lada.
-Με το Lada μού ‘λεγες θα γυρίσουμε τον κόσμο, όχι να φύγουμε απ αυτόν! του γκρίνιαξα. Είδα στον καθρέφτη το γνωστό του χαμόγελο. Φαινόταν περήφανος για το θάρρος του φίλου του.
Στήσαμε στα γρήγορα τη σκηνή, εκπαιδευμένοι γαρ χρόνια στις all inclusive διακοπές στα ελεύθερα camping απανταχού της χώρας και ιδιαιτέρως στον Ρακοπόταμο της Λάρισας.
Νωρίς το απόγευμα βάλαμε τις κουβέρτες στο γρασίδι και… ξαπλώσαμε! Ο κόσμος που περνούσε, μας κοιτούσε απορημένος. Σε κάποια στιγμή τον άφησα μόνο. Κάποιος βλέποντάς τον έτσι ταλαιπωρημένο, αξύριστο -ποτέ δεν νοιαζόταν για την εμφάνισή του- τον πέρασε φαίνεται για άστεγο και έφερε κάτι… φαγώσιμα!
-Μάλλον δεν γίνεται έτσι! φώναξα εκνευρισμένος από την πείνα και την ανταπόκριση του κοινού. Πρέπει να μάθουν τι κάνουμε!
-Γράψε κάτι στα γρήγορα, μου πρότεινε ευγενικά. Εγώ θα πάω απέναντι στον θάλαμο να πάρω μερικά τηλέφωνα. Ως γνωστόν το ’90 δεν είχε αρχίσει ακόμη η εποποιία των κινητών.
Μέχρι να γυρίσει είχα γράψει 2 σελίδες με ωραία, καλλιγραφικά και συγκινητικά γράμματα. Του έριξε μια ματιά.
ΟΧΙ ΣΕ ΟΛΑ ΠΟΥ ΚΟΥΡΕΛΙΑ ΚΑΝΟΥΝ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜΑΣ! ήταν ο τίτλος.
-Κατάλαβα, πάλι άρχισες τα δικά σου. Να το τυπώσουμε τώρα.
-Έτσι χειρόγραφο;
-Έτσι, μια χαρά είναι.
“Προχωρούμε σήμερα σε απεργία πείνας διαμαρτυρόμενοι με αυτή τη μορφή του αγώνα στην αδίστακτη προσπάθεια του υπουργείου παιδείας για την κατατρομοκράτηση και τον εξευτελισμό των καθηγητών…
Εκφράζουμε τη συμπαράστασή μας σε όσους συναδέλφους εξαναγκάζονται ποδηγητεμένοι με βιασμένη απροκάλυπτα τη συνείδηση και τη θέλησή τους να συρθούν στις εξετάσεις της βίας και νοθείας…”
Σε λίγο μαζεύτηκε κόσμος. Συνάδελφοι, συναδέλφισσες, φίλοι και σύντροφοι. Αγκαλιές, φιλιά, γέλια τρανταχτά. -Ρε σεις οι απεργοί πείνας ξαπλώνουν μετά από 10-20 μέρες! Κάποιοι μοίραζαν τις προκηρύξεις με τα… όνειρα.
Σταματούσαν τώρα και μας κοιτούσαν χωρίς απορία. Άλλοι με θαυμασμό κι άλλοι με περιφρόνηση. Γράφτηκε κι ένα πανό ΑΠΕΡΓΙΑ ΠΕΙΝΑΣ και κρεμάστηκε στα δέντρα. Φούσκωσε λίγο το στήθος μου, μα το στομάχι άρχισε τις πρώτες έντονες διαμαρτυρίες.
Το νέο μαθεύτηκε γρήγορα στα σχολεία, στην πόλη, (δεν υπήρχε βλέπετε ακόμη το ΣΚΑΪ). Κόσμος πολύς στριμώχτηκε γύρω από τη σκηνή. Φέρανε καρέκλες, στρωματάκια, γίναμε θέαμα. Άρχισαν να μαζεύουν υπογραφές συμπαράστασης από τους διερχόμενους. Υπέγραφε ο κόσμος. Ένα παιδί, ο Ζήσης, διαλαλούσε με τη ντουντούκα τα… Όνειρα. Κάποιοι προθυμοποιήθηκαν να κάτσουν «περιφρούρηση» όλο το βράδυ.
Αργά ήταν, όταν πέσαμε ηρωικά για ύπνο. Όλη τη νύχτα, αφού «περιποιήθηκα» τα γεμιστά, «έτρωγα» ακατάπαυστα, ό,τι μαγείρεψε η μάνα μου στη ζωή της. Ξύπνησα πρωί–πρωί κι έψαχνα το… μέλι.
-Με τρέλανες στα χάδια τη νύχτα! γελούσε ο Μήτσος.
Έπρεπε να πάμε για κατούρημα. Κοίταξα γύρω μας. Λες κι ήταν στημένα επίτηδες. Εστιατόριο το «Ελβετικόν», πατσατζίδικο «Ο Ηλίας», πατσατζίδικο «Η Κωνσταντινούπολις», τυροπιτάδικα, φούρνος «Γατίδη», ζαχαροπλαστεία, δημιουργούσαν επικίνδυνους αντικατοπτρισμούς… Κατευθύνθηκα στον «Ηλία». Το ήξερα από παλιά. Με πήγαινε ο πατέρας αργά το βράδυ της Κυριακής. Όταν γυρνούσαμε ξεθεωμένοι από το σερβίρισμα στο ακριβό μαγαζί εκεί στο Πανόραμα. Εκεί που έμαθα ότι ο κόσμος δεν είναι ίδιος για όλους και πρέπει να τον αλλάξουμε.
-Είμαστε από απέναντι που κάνουμε απεργία πείνας… κατάφερα να πω. Μπορώ να…;
-Πολύ ευχαρίστως, μου είπε ο μάστορας που στεκότανε ψηλά, πίσω από το μεγάλο καζάνι που άχνιζε. Χτυπούσε ρυθμικά τα μαχαίρια του κόβοντας τον πατσά.
-Παλικάρι μου! μετά να σου βάλω ένα ντουζλαμά; (σούπα με σκεμπέ χοντροκομμένο, για τους μη Θεσσαλονικείς). Ρώτησε με ένα λιπαρό γέλιο και με διέλυσε. Κόντευα να ζαλιστώ μέσα στην τουαλέτα από τους ήχους και τις μυρωδιές. Σειρήνες μαγευτικές με καλούσαν στο παλάτι της Κίρκης. Σκέφτηκα τους συντρόφους στη Μακρόνησο που αρνούνταν να κάνουν δήλωση. Γύρισα περήφανος κι ανακουφισμένος στη σκηνή.
Κοντά στο μεσημέρι χιλιάδες καθηγητές και καθηγήτριες με πανό και θυμό έκλεισαν τον δρόμο στην Εγνατία μπροστά μας.
-Γίναμε το κέντρο του αγώνα! πανηγύριζε ο Μήτσος.
Ξεκίνησε μαχητική πορεία στους δρόμους της πόλης. «Κουφάλες δεν ξοφλήσαμε…» έπαιζε στο τρανζιστοράκι, δώρο μιας συναδέλφισσας. Η ΑΠΕΡΓΊΑ αναζωπυρώθηκε κι ήμασταν εμείς οι εμπρηστές.
-Πιάσε… (σιγά μην θυμάμαι τη συχνότητα) στα FM με παρότρυνε το απόγευμα ένας συνάδελφος. Μέσα από παράσιτα ακούστηκε η γνωστή φωνή του Γιάννη, εξαιρετική «πάστα» συναδέλφου:
-Σας μιλά ο ραδιοφωνικός σταθμός των απεργών καθηγητών!
Από τον 7ο όροφο του εργατικού Κέντρου Θεσσαλονίκης
-Αγωνιζόμαστε για την τιμή και την αξιοπρέπεια του κλάδου.
-Για το σχολείο των οραμάτων μας.
-Όλοι και όλες στο πλευρό των απεργών πείνας του Γιάννη… και του Μήτσου… Είναι οι ήρωες του αγώνα μας!
Με έπιασε πολύ έντονο κατούρημα. Έτρεξα πάλι στο πατσατζίδικο.
-Έλα να σε φιλήσω παλικάρι μου με ξάφνιασε ο… Δρυίδης. Αγκαλιαστήκαμε πάνω από το καζάνι που κόχλαζε. Ανάμεσα στους πατσάδες κυλούσαν τα δάκρυα μου! Ο ζωμός έγινε μαγικός.
Το βράδυ δέχτηκα μια αναπάντεχη επίσκεψη. Ο μοναδικός απεργοσπάστης στο σχολείο μου, τότε στη μεγάλη απεργία πριν 2 χρόνια. Αυτός που όταν έληξε, ήταν ο πρώτος που με ρώτησε: -Πότε θα πάρουμε τα «τρίμηνα» (μισθολογική κατάκτηση της απεργίας). «Πασόκος» γαρ ήρθε τώρα να με «συμπαρασταθεί». Έτσι γινόταν όλα τα χρόνια. Αυτοί που ήταν στην αντιπολίτευση, ήταν πάντα και «στο πλευρό μας», μας χρησιμοποιούσαν. Ο πολύχρωμος, πανέμορφος, ατίθασος κόσμος του αγώνα έγραφε ιστορία, μα στις εκλογές τα παρατούσε. Στην καλύτερη απείχε και στη χειρότερη διάλεγε το «μικρότερο κακό».
Όταν έφυγε ένοιωσα ένα φοβερό ανακάτωμα στο στομάχι, τάση για εμετό, πονοκέφαλο και ζαλάδες. Ξάπλωσα στη σκηνή. Φωνάξανε γιατρό. Ο Γιώργος μέτρησε πιέσεις, θερμοκρασίες, σφυγμούς, έψαξε μάτια, στόμα κ.λπ.
–Δεν είναι από την πείνα, γνωμάτευσε. Μάλλον ψυχολογικό…
-Χαλάρωσε και κοιμήσου!
Έξω ο Μήτσος αγόρευε με χρησμούς και συμβουλές…
Εγώ ταξίδευα σε όλη τη χώρα δοκιμάζοντας τοπικές παραδοσιακές συνταγές.
Την άλλη μέρα είχαμε θερινή σύναξη δημοσιογράφων από εφημερίδες, ραδιόφωνα και κανάλια. Πρέπει να φτάσουμε ως εδώ για να μας ακούσουν, να δώσουν τον λόγο στους «τεμπέληδες», σκέφτηκα θυμωμένος. Ο Μήτσος δεν τους έδωσε καμιά σημασία «Γιουσουρούμ» μουρμούρισε και τους παρέπεμψε σε μένα.
-Το παιδί είναι των δημοσίων σχέσεων, κορόιδεψε…
Τους τα είπα όλα:
“Θέλουμε δημοκρατικά, ζωντανά σχολεία, της χαράς, της δημιουργίας και της ολόπλευρης γνώσης για όλα τα παιδιά. Χωρίς φραγμούς, εξετάσεις, αριστεία, τιμωρία, φόβο, φροντιστήρια, ανελευθερία, υποκρισία. Δεν θέλουμε ετοιμόρροπα, ασφυκτικά σχολεία, γεμάτα σκοταδισμό, συντηρητική μούχλα, στείρα και καταπιεστικά.
Θέλουμε δασκάλους που δεν θα φοβούνται, δεν θα πεινάνε, αξιοπρεπείς, περήφανους, μορφωμένους και απερίσπαστους στο μεγάλο τους έργο.
Θα είμαστε εδώ κόντρα σε απαγορεύσεις, βία, καταστολή, συκοφαντία.
Θα νικήσουμε στο τέλος! κι αν δεν νικήσουμε, δεν θα είναι το τέλος!”
Έτσι τα νέα έφτασαν παντού. Ακόμη και στις Συκιές και στην Άνω πόλη.
Στις Συκιές στελέχη του κόμματος διέδιδαν ότι «πήγανε στο ΠΑΣΟΚ!» δείχνοντας την Αυριανή που είχε κι αυτή το ρεπορτάζ. Στις κομματικές σχολές μάλλον ήταν εκτός ύλης η αλήθεια και η αξιοπρέπεια. Περνούσαν κάποιοι απ’ αυτούς από μπροστά μας εκεί στο πάρκο. Δεξιά και αριστερά μας ήταν τα κεντρικά γραφεία του κόμματος και της νεολαίας, Γραμματείς, επαγγελματικά στελέχη, βουλευτές της «Αριστεράς και της προόδου.» Ούτε ένας, ούτε καν γύρισε να μας κοιτάξει. Σε μια συνέλευση καθηγητών, μας αποκάλυψαν τελείως: «Το κάνουνε κατ’ εντολή του κόμματος» (προφανώς εννοούσαν το ΝΑΡ, που γεννιόταν εκείνη την εποχή γεμάτο ελπἰδες και παιδικές αρρώστιες).
Δεν είχαν κι άδικο. Ο Μήτσος ήταν ένα κόμμα μόνος του.
Θυμηθήκαμε τα παλιά. Διορίστηκα στον Θεσσαλικό κάμπο σε ένα χωριό δίπλα στο ποτάμι, στους πρόποδες του Ολύμπου. Στο σχολείο του φοιτούσαν τα πιο καλά παιδιά του πλανήτη. Τυχερός που ξεκίνησα εκεί, αυτό με καθόρισε στην πορεία. Τα «κουβαλούσα» μαζί μου σε κάθε σχολειό, σε κάθε τάξη, στο εργαστήριο, σε κάθε αγώνα, σε κάθε σκίρτημα για ένα αλλιώτικο σχολειό.
Έμενα τότε κάμποσο καιρό στο σπίτι του Μήτσου. Με κάλεσαν μια μέρα στα γραφεία και μου ζήτησαν επίσημα και σοβαρά να «μην μιλάω μαζί του»! Δεν είχα… μιλήσει πιο πολύ με άνθρωπο. Τον είχαν διαγράψει πριν 2-3 χρόνια «γιατί διαφώνησε με την εισβολή στο Αφγανιστάν» και «είχε επαφές με κάποιον Τεμπονέρα στην Πάτρα».
Στη γειτονιά του Προφήτη Ηλία στην Άνω πόλη, έγινε κάτι πιο φοβερό.
-Φρόσω, είδαμε τον Γιαννάκη στην τηλεόραση! Κάνει λένε απεργία πείνας. Τι ωραία τα έλεγε, αλλά μου φάνηκε αδυνατισμένος… φώναξε η κυρά Πίτσα στη πρωινή αναφορά από το απέναντι μπαλκόνι.
Η μάνα μου παραλίγο να πάθει εγκεφαλικό!
–Αποκλείεται να ήταν ο Γιαννάκης, με αποκήρυξε και έτρεξε να κρυφτεί στην Κουζίνα.
Κατά τη μία το μεσημέρι, δεν ξέρω πώς, ήρθε να μας βρει. Νόμος απαράβατος του σπιτιού ήταν το φαγητό στις δύο. Ο πατέρας δεν άφηνε παρεκτροπές. Καλοντυμένη όπως συνήθιζε, με την αγωνία στο πρόσωπο και μια σακούλα στο χέρι.
-Πέρασα πρώτα από την εκκλησία δίπλα να ανάψω ένα κερί. Σου ‘φερα κάτι να φας, γιατί θα αρρωστήσεις, ξέρεις πόσο αδυνάτισες; Άνοιξε τη σακούλα… Ξεπρόβαλαν πανηγυρικά από ένα τάπερ δεκάδες λαχταριστά κεφτεδάκια!
-Έκανα πολλά να φάει κι ο Μήτσος! συμπλήρωσε με εκείνη τη γλυκιά αφέλεια και καλοσύνη, που την είχανε μπολιάσει.
-Δεν γίνεται μάνα, είναι… αμαρτία! ξεστόμισα με τρεμάμενη φωνή. Την είδα να καταρρέει και την καθησύχασα.
-Καλά, μετά… Με πίστεψε, όπως πάντα. Έφυγε φουριόζα, να πει τα νέα στην κυρα  -Πίτσα!
Τα κεφτεδάκια μοιράστηκαν σαν αντίδωρα στους αλληλέγγυους. Όποιος δοκίμαζε με κοίταζε με μεγαλύτερο θαυμασμό.
Οι μέρες περνούσαν με συζητήσεις, συγκεντρώσεις, πορείες, ΜΑΤ, εισαγγελείς, συλλήψεις έξω από τα εξεταστικά. Πήραν τον Μανώλη και τον Νικόλα! μας ήρθε η είδηση. Η κυβέρνηση είχε μοναδικό αντίπαλο τους καθηγητές και προχωρούσε παρά την αντίστασή μας. Ανέβαλε συνεχώς τις εξετάσεις, καλλιεργούσε τον κοινωνικό αυτοματισμό και έστελνε σε όλους «φύλλα ατομικής πορείας».
Εμείς εκεί! Ξεπεράσαμε σιγά–σιγά την πείνα, αδυνατίζαμε και… ψηλώναμε. Εγώ δηλαδή, γιατί ο Μήτσος ήταν ήδη ψηλός! Πίναμε μόνο νερό και λίγο τσάι, που μας έφερνε κάθε απόγευμα ανελλιπώς η Βαρβάρα, μια φίλη μας συναδέλφισσα, από τις πιο σπάνιες κι ευγενικές μορφές. Είχαμε καθημερινά δίπλα και τον Τάσο, υπεύθυνο εκείνα τα χρόνια της… Σεξουαλικής αγωγής, να μας αποπροσανατολίζει με εντυπωσιακές, επιστημονικές λεπτομέρειες από τον… ιερό σκοπό μας.
Ο Κωστάκης παρών κάθε μέρα εκεί. Άκουγε σιωπηλός. Κοιτούσε με δέος και θαυμασμό τον πατέρα του. Πολύ αργότερα ένιωσα, πιο επώδυνα δεν γίνεται, ότι δεν ήταν τόσο καλό αυτό.
Ο Ραδιοφωνικός σταθμός των απεργών καθηγητών συνέχιζε με λόγια και μουσικές:
-Οι μπροστάρηδες του αγώνα μας, οι απεργοί πείνας συνεχίζουν για 6η μέρα…
«τραβήξανε ψηλά, πολύ ψηλά δύσκολο πια να χαμηλώσουνε…» μας έδινε κουράγιο ο ποιητής.
Ένα βράδυ γίναμε η αιτία μιας απρόσμενης, συγκλονιστικής συναυλίας! Ένας συνάδελφος, Θανάσης το όνομά του, κουβάλησε ολόκληρη κομπανία με μπουζούκια, ούτια, κιθάρες μπαγλαμάδες, τουμπερλέκια. Στήθηκε γλέντι ρεμπέτικο, λεβέντικο απ’ τα λίγα.
Δεν είχανε τελειώσει ακόμα και μπήκα ξεθεωμένος στη σκηνή και ξάπλωσα. Άρχισε να με παίρνει ο ύπνος. Δεν έβλεπα πια νοστιμιές, μόνο καράβια και θάλασσες. Ατέλειωτες θάλασσες και τοπία εξωτικά.
«Τις πιο όμορφες θάλασσες…» τις είχα ταξιδέψει εκείνα τα βράδια.
Ένα χάδι στο χέρι και στο κεφάλι με ξύπνησε. Μια γυναικεία μορφή με μακριά μαλλιά, μόνο αυτό θυμάμαι μέσα στο σκοτάδι, είχε γύρει πάνω μου. Μια άγνωστη, γλυκιά φωνή έκανε τη νύχτα μαγική.
–Σε ευχαριστούμε μέσα απ’ τη ψυχή μας γι’ αυτό που κάνεις για μας, τραγούδησε σχεδόν και με φίλησε στο στόμα! Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, γιγαντώθηκε, κατέλαβε τον χώρο που ήταν παλιά το στομάχι.
-Δεν φταίω εγώ, ο… Μήτσος, ψέλλισα μόνο ο ηλίθιος, αλλά ευτυχώς δεν μ’ άκουσε καθώς γλίστρησε σαν σκιά έξω απ’ τη σκηνή.
Την άλλη μέρα κάποια εφημερίδα της δεξιάς (δεν υπήρχε ακόμη το ΣΚΑΪ) «ενημέρωνε» διεξοδικά και ειρωνικά τους αναγνώστες της:
ΟΙ «ΑΠΕΡΓΟΙ ΠΕΙΝΑΣ» ΕΤΡΩΓΑΝ ΠΙΝΑΝ ΚΑΙ ΓΛΕΝΤΟΥΣΑΝ
Σιγά την είδηση, γέλασα, το φιλί ήταν το γεγονός! Ποτέ δεν έμαθα ποια ήταν, ποιο ήταν το όνομα της. Ο Μήτσος κάτι πήρε χαμπάρι…
-Σήμερα τα χάδια σου ήταν πιο παθιασμένα, με πείραξε.
Δυο μέρες μετά έφτασε η είδηση που όλοι περιμέναμε, αλλά δεν θέλαμε να την ακούσουμε…
-Κλείνουν την απεργία! «Δεν τραβάει άλλο ο κόσμος»… λένε οι «ηγεσίες». Όπως θα λένε πάντα, μέχρι ο κόσμος να τραβήξει τον δρόμο του, να καταργήσει τις ηγεσίες.
Το απόγευμα οι συνελεύσεις ψήφιζαν η μία μετά την άλλη, έστω με μικρές πλειοψηφίες, το σταμάτημα του αγώνα.
Με πήραν τα κλάματα. Ο Μήτσος έψαχνε νευρικά το τρανζιστοράκι. «Έπιασε» το ράδιο ΟΥΤΟΠΙΑ . Καθάρισε το σήμα…
-Πάψε να σκούζεις κι άκου τον Νικόλα:
«Δύσκολο μονοπάτι σε τραβήξαμε σε τραβήξαμε,
ατέλειωτο και δε σε ξεπερνάμε ατέλειωτο,
μας μπόλιασες βουβό μ’ απογοήτευση
κι ίσως ν’ αξίζει μόνο κι ίσως ν’ αξίζει, που τολμάμε».
-Πάμε για άλλα! με επανέφερε.
-Δεν έχει πια νόημα αυτό που κάνετε, μας μάλωσαν γύρω μας όλοι ανήσυχοι απ’ την εικόνα των πρώτων Χριστιανών που παρουσιάζαμε.
-Θα προσέξτε πώς θα ξαναρχίσετε το φαγητό, μας συμβούλεψαν οι σύντροφοι της Ιατρικής. Σούπες στην αρχή και ελαφρά μικρά γεύματα.
Μαζί όμως με τον θυμό και την απογοήτευση, έκανε εντυπωσιακή επανεμφάνιση και η πείνα. Πήγαμε, παρέα ολόκληρη, σε ένα ταβερνάκι λίγο πιο πάνω, στην οδό Αμύντα. Εκεί επαληθέψαμε τον τίτλο της φυλλάδας… Αδειάσαμε το μαγαζί! Κάποια στιγμή εμφανίστηκε η Βαρβάρα με… το τσάι ανά χείρας!
-Σας ψάχνω τόση ώρα! Κι αυτό τι να το κάνω;;;
-Κράτα το ενθύμιο! της πρότεινε ο Μήτσος.
Ήμασταν λιώμα κι ο Μήτσος δεν μπορούσε πια να κρυφτεί. Με αγκάλιασε κι αυτός. Χάρηκα τη σπάνια στιγμή.
-Ψήλωσες μπαγάσα! Διαπίστωσε.
-Αυτή την ιστορία να τη γράψεις κάποτε κουμπαρούλη, να τη μάθουν οι νεώτεροι. Γρήγορα όμως! Πριν πεθάνω.
-Πέθανε εσύ και βλέπουμε… του υποσχέθηκα με εκείνο το σαρκαστικό, παρεξηγήσιμο χιούμορ μου. Άλλωστε ήταν μόνο 36.
Έξι χρόνια αργότερα ο καρκίνος μάς έκλεβε τον φιλόσοφο, τον δάσκαλο, τον επαναστάτη, τον πολύτιμο φίλο, τον πιο αγαπησιάρη άνθρωπο του κόσμου.
Πέρασαν τριάντα και κάτι χρόνια, να τηρήσω εκείνη την υπόσχεση.
Μια μέρα που δεν είχα φάει τίποτα, μόνο ονειρευόμουν…
Ιούνης 2021

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here