Εκτύπωση

της Έλενας Αρβανίτη*

Τον τελευταίο μήνα οι άνθρωποι του θεάτρου και το κοινό γινόμαστε θεατές ενός έργου που έχει όλα τα στοιχεία μιας εκρηκτικής διαδραστικής παράστασης.

Ενός έργου που είναι ταυτόχρονα ψυχολογικό και παράλογο, κοινωνικό και τραγωδία, αστυνομικό και θρίλερ, ερωτική κωμωδία και σαπουνόπερα, ριάλιτι και γκροτέσκο, αστικό δράμα και επαναστατικό μανιφέστο. 

Ποτέ άλλοτε μέσα σε ένα τόσο σύντομο χρονικό διάστημα δεν φανερώθηκαν τόσες πολλές από τις παθογένειες του θεατρικού κλάδου, που δεν είναι άλλες από τις παθογένειες της ίδιας της ελληνικής κοινωνίας. 

Μιας κοινωνίας όπου λάμπει δια της απουσίας της η ουσιαστική παιδεία και η καλλιέργεια, η αξιοκρατία και ο αλληλοσεβασμός. 

Δυστυχώς, ο ανταγωνισμός, η εξουσιομανία, η κατανάλωση, το εύκολο χρήμα, η χαμηλή αισθητική των μίντια, το λάιφ στάιλ, το κυνήγι της αναγνωρισιμότητας, η θεατρική ελίτ,  η ανακύκλωση των εκλεκτών σε όλα τα πόστα, το άβατο των κρατικών σκηνών, οι τεράστιες ανισότητες στο καλλιτεχνικό τοπίο, ξεχαρβάλωσαν ένα αξιακό σύστημα που φαίνεται να έμπαζε από καιρό.

Οι ηθοποιοί της νεώτερης γενιάς, άρπαξαν την ευκαιρία που έδωσε η εξομολόγηση της Σ. Μπεκατώρου για να μιλήσουν για τους προσωπικούς τους δυνάστες. 

Δεν μου κάνει εντύπωση που το κουβάρι των εργασιακών αυθαιρεσιών, της ψυχολογικής βίας και της κακοποίησης –που συναντάται φυσικά σε όλους τους κλάδους- άρχισε να ξετυλίγεται από τον χώρο του θεάτρου. 

Ως ηθοποιοί, το αρχείο των βιωμάτων μας βρίσκεται πάντα σε ανοιχτή συνδιαλλαγή με την κοινωνική πραγματικότητα. 

Δεν μου κάνει εντύπωση που οι αποκαλύψεις άρχισαν από γυναίκες ηθοποιούς. 

Ήμασταν πάντα περισσότερες στον κλάδο και οικονομικά ασθενέστερες. 

Τα φώτα της σκηνής ήταν σβηστά, η καραντίνα δημιούργησε αποστάσεις ασφαλείας μεταξύ των μεγάλων πρωταγωνιστών – εργοδοτών και των απλών συντελεστών, ήταν η ώρα να πέσουν οι μάσκες. 

Το κλίμα είχε ήδη δημιουργηθεί από την πρώτη καραντίνα, με τη γενική απαξίωση των καλλιτεχνών από ένα αλαζονικό ΥΠΠΟ. 

Τα ελάχιστα μέτρα στήριξης για τους εκλεκτούς, οδήγησαν σε πρωτοφανή συσπείρωση των ηθοποιών μπροστά στην πανδημία και την πολιτική της διαχείριση, που αφάνιζε το επάγγελμα. 

Η δεύτερη καραντίνα έδωσε την ευκαιρία να φανούν οι βαθύτερες, ταξικές ανισότητες του χώρου και να έρθει στο φως μια «θεατρική κληρονομιά» κακομεταχείρισης, επιδειξιομανίας και πρωταγωνιστικοκεντρισμού. 

Γιατί αυτά που παρακολουθούμε τον τελευταίο καιρό συμβαίνουν κυρίως στην κοιλιά του αστικού θεάτρου των μεγάλων πρωταγωνιστών και των ισχυρών του πολιτισμού. 

Δεν συμβαίνουν σε πειραματικές ομάδες όπου το όραμα παραμένει συλλογικό και όλοι συμμετέχουν εξίσου σ’ αυτό. 

Η εξουσία λοιπόν και στο θέατρο ξεχειλίζει εκμετάλλευση και σεξισμό.

Μεγαλώσαμε στις δραματικές σχολές έτοιμοι και έτοιμες να θυσιαστούμε για την υψηλή τέχνη και βγήκαμε σε έναν αδηφάγο καπιταλισμό όπου απλά ψάχναμε για μία δουλειά.

Σε ένα σύστημα όπου δύσκολα θα έβρισκες ξανά το νήμα της καλλιτεχνικής σου ανησυχίας και τον ενθουσιασμό. 

Όπου θα μάθαινες να είσαι ετερόφωτος, κατακερματισμένος και υποτακτικός ενώ η φύση της δουλειάς μας προϋποθέτει ακριβώς το αντίθετο.

Θα μάθαινες να απαξιώνεις οποιαδήποτε συλλογική διεκδίκηση γιατί ο συνδικαλισμός λερώνει, κυρίως τα αφεντικά – συναδέλφους.

Θα έκανες οτιδήποτε για να έρθεις κοντά στους επιτυχημένους, αποδεικνύοντας την αξία σου σε έναν εργασιακό χώρο σφαγείο. 

Μέσα σ’ αυτήν την «επαγγελματική διαστροφή» οι προτεραιότητες αλλάζουν, η ηθική και η αισθητική διευρύνουν τα όριά τους προς τον πάτο.  

Αναρωτιόμαστε αν οι νέοι σπουδαστές/στριες των σχολών, μπορούν να κάνουν κάποιες εννοιολογικές διακρίσεις: 

Τι ορίζει την τέχνη ως αμειβόμενο επάγγελμα και ποια η υπερβατική σχέση μας μαζί της;

Πού τελειώνει η πειθαρχεία και πού ξεκινάει ο αυταρχισμός; 

Πού σταματάει το φλερτ ή οι δημόσιες σχέσεις και πού αρχίζει το σεξουαλικό έγκλημα;

Πού σταματάει η διδασκαλία και πού αρχίζει η χειραγώγηση και η εκμετάλλευση του ασθενέστερου;

Πού τελειώνει η ταπεινότητα και πού αρχίζει η ταπείνωση;

Στο θέατρο θυσιάζουμε τον εαυτό μας μέσα από έναν ρόλο, για να μοιραστούμε με το κοινό μία διαχρονική αλήθεια. 

Νικάμε τον εγωισμό, τον δικό μας και του καθενός, προς όφελος του συνόλου. 

Χωρίς τη σύνδεση της τέχνης με την προσφορά στην κοινότητα, το καλλιτεχνικό έργο θα παρέμενε ένα πουκάμισο αδειανό. 

Σ’ αυτήν την προσπάθειά μας  να διορθώσουμε τα κακώς κείμενα χρειαζόμαστε έναν ισχυρό σύμμαχο βάσης. 

Ένα τολμηρό σχολείο όπου η βιωματική μάθηση, η τέχνη, η ισότητα, η αλληλεγγύη, ο αλληλοσεβασμός, η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση, η ενασχόληση με τα κοινά θα είναι η ραχοκοκκαλιά ενός νέου εκπαιδευτικού μοντέλου, μιας άλλης φιλοσοφίας ζωής. 

Χωρίς διακρίσεις ανάμεσα σε άριστους και άχρηστους, πετυχημένους και αποτυχημένους.

Κακά τα ψέματα, μέσα στον βαθύτερο συντηρητισμό των οικογενειών μας, αναθρέψαμε και τους αλαζόνες πρωταγωνιστές και τους υποταγμένους χειροκροτητές τους. 

Και φυσικά τα θύματα. 

Πού είναι πολλά και από όλους τους εργασιακούς χώρους και τις τάξεις των ανωνύμων. Μακάρι να δικαιωθούν.

Οι χτεσινοί μας εργοδότες, οι μπροστάρηδες της πολιτιστικής παραγωγής, οι δημιουργοί των νέων αισθητικών ρευμάτων, γκρεμίζονται από τα ίδια τους τα έργα στο προσωπικό τους κενό. Κι ο γκρεμός είναι μεγάλος.

Το θέατρο όμως, ως τέχνη, είναι παιδί της δημοκρατίας και του διαλόγου. Αναπνέει μέσα από κάθε αγώνα για δικαιοσύνη και κοινωνική χειραφέτηση. 

Μέσα από την ελευθερία που προσφέρει η διαδρομή από το ατομικό συμφέρον προς το συλλογικό καλό. 

Και μάλλον έχει ένα δικό του, ανεξάρτητο τρόπο αυτοδιάσωσης και τιμωρίας των καταχραστών του, μια δική του αρετή. Αυτήν που υπηρετούν οι απλοί εργάτες του.

Επιτυχία στο θέατρο είναι η αλήθεια. Η συλλογική δουλειά, ο σεβασμός, η αποδοχή, η ομαδικότητα. Όλα τα άλλα είναι ύβρις…

*Η Έλενα Αρβανίτη είναι ηθοποιός.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here