Εκτύπωση

της Συντακτικής Επιτροπής

Η κυβέρνηση με την απαγόρευση κάθε συνάθροισης άνω των τριών, επιχείρησε να νομιμοποιήσει ένα καθεστώς έκτακτης ανάγκης, «καθ’ άπασαν την επικράτειαν». Με δικαιολογία την πανδημία και το φόβητρο των προστίμων και της καταδίωξης. Κι έσπασε τα μούτρα της! Το γόητρο και την αλαζονεία της έσπασαν πολλοί που βγήκαν στον δρόμο! Και κυρίως η νέα γενιά, που η κυβέρνηση και τα παπαγαλάκια της φοβούνται πιο πολύ απ’ όλους, και δεν χάνουν ευκαιρία να τη λοιδορούν και να την κατακρίνουν.

Ήταν μια απαγόρευση με αφορμή το Πολυτεχνείο που αρνείται πεισματικά 47 Νοέμβρηδες τώρα να μπει σε μουσεία και να βολευτεί σε εγκωμιαστικούς επικήδειους, αλλά επιμένει να περιδιαβαίνει τους δρόμους πάνω στους ώμους των ανθρώπων και να πυρπολεί τη μνήμη και την ιστορία. Αλλά η απαγόρευση δεν ήρθε μόνο για αυτή του την αναίδεια προς κάθε εξουσία. Το αστικό επιτελείο, με την ψοφοδεή αντίδραση και την ένοχη ανοχή της αντιπολίτευσης, θέλησε όχι απλά να σκεπάσει το παρελθόν, το οποίο και αμφισβητεί, αλλά να εξασφαλίσει τα σκυμμένα κεφάλια που θα του επιτρέψουν να βαδίσει σήμερα ανεμπόδιστα πάνω στις ζωές μας. Γιατί έχει την αποκλειστική ευθύνη για έναν – έναν από τους νεκρούς της πανδημίας που στα λογιστικά του βιβλία τις θεωρεί παράπλευρες απώλειες. Γιατί το σύνθημα Ψωμί, Παιδεία, Υγεία δεν μπορεί να διεκδικηθεί χωρίς ελευθερία. Μένει ευχή μετέωρη και ανεκπλήρωτη, από αυτές που το κράτος ανέχεται αν δεν θα του επιβληθεί με τη μαζική, λαϊκή κινητοποίηση. Ήταν το όνειρο του κάθε Χρυσοχουντίδη, να είναι το Πολυτεχνείο μια συνηθισμένη ημέρα, με τον κόσμο στις δουλειές του και ανοικτούς δρόμους, χωρίς καμιά διαδήλωση μνήμης και σύγχρονης διεκδίκησης.

Αλλά ήταν και απαγόρευση για το ίδιο το Πολυτεχνείο. Για το τι είναι, τι εκπέμπει, τι κινητοποιεί από τον νου, τις θύμησες και την καρδιά των ανθρώπων. Ελευθερία και αξιοπρέπεια. Να σταθείς ορθός και να αγωνίζεσαι. Να πάλλεται η καρδιά σου μαζί με συντρόφους. Να μοιράζεσαι συναισθήματα και αγωνία. Να ερωτεύεσαι ιδέες και να αγαπάς τους ανθρώπους. Να «μεγαλώνει το μπόι, το βήμα και η παλάμη του ανθρώπου». «Να μην φυλακίζουμε τον νου και τη ματιά μας στην εικόνα των ανυπέρβλητων, αξεπέραστων δυσκολιών του παρόντος, γιατί υπάρχουν πράγματα που ωριμάζουν στις καταδυναστευόμενες κοινωνίες, δεν φαίνονται από την αρχή και ξαφνικά πυροδοτούν την έκρηξη των χρωμάτων» όπως μας ιστορεί ο καλός μας δάσκαλος ο Θοδωρής, όταν μοιράζεται μαζί μας στις σχολικές γιορτές εκείνα τα γεγονότα που έζησε.

Η εγκληματική κλιμάκωση της τρομοκρατίας, της βίας και της καταστολής από την πλευρά της κυβέρνησης μετά το χθεσινό σπάσιμο της απαγόρευσης φαντάζει περισσότερο αδυναμία παρά δύναμη. Μόνο τα τανκς έλειπαν από τους δρόμους, από την αντίστοιχη ιστορική μέρα του Νοέμβρη του 1973. Σιδερόφρακτες στρατιές ΜΑΤ, δακρυγόνα, κρότου λάμψης, εκτόξευση νερού από αύρες, καλογυαλισμένα ρόμποκοπ των ΔΙΑΣ σε όλους τους δρόμους και τα στενά, κυνηγούσαν τον φόβο τους. Ανάμεσα σε διαδηλωτές που αψήφησαν την τρομοκρατία και απόδιωξαν τον φόβο δίπλα από την οργή τους. Ανάμεσα σε νέα παιδιά που πήραν από το χέρι το όνειρο ενός καλύτερου κόσμου και ήρθαν να σεργιανίσουν την ελευθερία σε μια κοινωνία που τα όνειρα είναι εκτός νόμου. Άναψαν οι «μικρές φωτιές» σε πολλές γωνιές της Ελλάδας, σε πολλές γειτονιές της Αθήνας, σε δεκάδες μικρές και μεγάλες πρωτοβουλίες όλου του αγωνιζόμενου κόσμου. Σε κοινή θέα κι όχι κάπου στα κρυφά να γλύφουμε την ανημπόρια μας. Και παρατάχθηκαν πάλι αυτόματα απέναντι σε αυτούς τους ανθρώπους όλοι οι ευυπόληπτοι συνταγματολόγοι που χρόνια τώρα κόβουν τα κομμάτια των δικαιωμάτων σε παραγράφους και τα πουλούν σιγά – σιγά στο παζάρι της αγοράς. Προβεβλημένοι δημοσιογράφοι που πληροφορούν κατ’ εντολή και στρατευμένοι λοιμωξιολόγοι που θεραπεύουν τις πολιτικές επιλογές των κυρίαρχων κι όχι την επιστήμη τους και τον λαό.

Τι περίεργα που είναι τα πράγματα στην πραγματική ζωή! Μπορούν να είναι χαμογελαστοί όλοι αυτοί που χτες κυνηγήθηκαν, καταβρέχτηκαν, ξυλοκοπήθηκαν, προσάχθηκαν και συνελήφθησαν, τους κόπηκαν πρόστιμα και δάκρυσαν από δακρυγόνα γιατί δεν επέτρεψαν στην εξουσία να υπογράψει το διάταγμα της κοινωνικής σιωπής. Κι όχι οι πάνοπλοι διώκτες τους και οι φρουρούμενοι κυβερνητικοί εκπρόσωποι, που σκύλιασαν από το κακό τους κι έφτασαν να ξυλοκοπούν και να συλλαμβάνουν στις εισόδους των σπιτιών, να τους κουβαλούν σιδηροδέσμιους στα δικαστήρια.

Χαμογελούν, γιατί βιώνουν την ελευθερία τους. Γιατί δεν υποχώρησαν. Γιατί τους χειροκρότησε ο κόσμος στις γειτονιές όταν περνούσαν κι ας ήταν και χιλιόμετρα μακριά από την αμερικάνικη πρεσβεία. Γιατί ο Μιχάλης, η Όλγα, ο Πάνος, η Μάχη, που ήταν ανάμεσά τους, είναι μαχόμενοι γιατροί στην πρώτη γραμμή της μάχης με την πανδημία και τιμούν την ανθρώπινη ζωή. Γιατί ο Ορέστης, η Λυδία, ο Νικόλας, πλήθος παιδιά οργισμένα, δεν φοβούνται τη σύλληψη περισσότερο από ένα μέλλον χωρίς μέλλον κι ένα παρόν υποταγής που το προετοιμάζει. Και πασχίζουν με συνείδηση και επιμονή να φτιάξουν έναν καλύτερο κόσμο, απελευθερωμένο από τα δεσμά της εκμετάλλευσης, στα μέτρα του ανθρώπου κι όχι της αγοράς. Κι ας τους κυνηγούν στα πάρκα και τα στενά όσοι φοβούνται πως θα «κάψουν την πόλη με τον ήλιο που κρύβουν». Γιατί ο καλός μας ο Ηλίας, και ο Μάνθος και … συνεχίζουν να φέρονται ως δάσκαλοι, προτιμώντας να φλογίζουν το μυαλό των μαθητών τους με τις πράξεις τους από το να εξασφαλίζουν τον φόβο τους με την τήρηση των άνωθεν εντολών και τα λογύδρια των καλολογικών στοιχείων που φτιασιδώνουν μια ανύπαρκτη ουσία.

Οι μαχόμενοι εκπαιδευτικοί οφείλουμε να θυμόμαστε αυτή τη μάχη. Και να τη θυμίζουμε ιστορώντας τη στα νέα παιδιά. Είναι χρέος στον Νοέμβρη και όρκος στη ζωή. Είναι χρέος στο σήμερα και στο αύριο, που δεν θα έρθει «έτσι νέτο σκέτο από μονάχο του αν δεν κάνουμε κάτι κι εμείς». Γιατί μόνο ελεύθεροι άνθρωποι μπορούν να αντισταθούν στον καπιταλιστικό ζόφο και να γευτούν την ομορφιά της ζωής που κερδίζουν.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here