Εκτύπωση

του Γιώργου Καλημερίδη,

Η καταδίκη της Χρυσής Αυγής ως εγκληματικής οργάνωσης αποτελεί έναν σημαντικό σταθμό στην πάλη του λαϊκού και εργατικού κινήματος του τόπου μας. Η Χρυσή Αυγή δεν αποτελεί μια τυπική εκδοχή της γενικής ανόδου της ακροδεξιάς στην Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική, αλλά ένα ανοικτά ναζιστικό και φασιστικό μόρφωμα, με οργανωμένα τάγματα εφόδου και συγκροτημένη πολιτική στόχευση να τσακίσει τον μαχόμενο κόσμο της εργασίας αλλά και κάθε ριζοσπαστική φωνή. Με προφανείς ιδεολογικές και πολιτικές αναφορές στον μεσοπολεμικό φασισμό αλλά και ως συνέχεια των ποικίλων ελληνικών εκδοχών παρακρατικών δεξιών πολιτικών ομάδων, αποτέλεσε την ακραία απάντηση του συστήματος σε μια περίοδο βαθύτατης καπιταλιστικής κρίσης, ανεργίας, φτώχειας αλλά και ριζοσπαστικοποίησης των λαϊκών στρωμάτων.

Για αυτό η καταδίκη της αποτελεί νίκη του κόσμου της εργασίας και ορόσημο στους αγώνες του λαού μας, καθώς η Χρυσή Αυγή δεν γεννήθηκε από τον υποτιθέμενο λαϊκισμό της τελευταίας δεκαετίας. Δεν ηττήθηκε η “πάνω πλατεία” των αγανακτισμένων και των λαϊκιστών απέναντι στον μονόδρομο των μνημονίων, όπως με προκλητικό τρόπο ισχυρίζεται το δημοσιογραφικό πλυντήριο των ναζιστών. Η Χ.Α. ήταν γέννημα των σχέσεων εξουσίας και εκμετάλλευσης του καπιταλιστικού συστήματος στην Ελλάδα, σε μια περίοδο βαθύτατης κρίσης και πτωχοποίησης των λαϊκών στρωμάτων, όπου το βασικό διακύβευμα ήταν και είναι η υπέρβαση της κρίσης προς όφελος του κεφαλαίου. Η καταδικαστική απόφαση, από αυτή την άποψη, δεν αποτελεί νίκη της δημοκρατίας γενικά, αλλά νίκη όλων εκείνων που πάλεψαν και παλεύουν για τη δημοκρατία και την κοινωνική χειραφέτηση των κυριαρχούμενων κοινωνικών ομάδων.

Η παρουσία της Χρυσής Αυγής έδειξε τα ίδια τα όρια και τους ταξικούς περιορισμούς της λεγόμενης “μεταπολιτευτικής δημοκρατίας”. Για αυτή τη δημοκρατία, όταν απειλούνται οι ταξικές προϋποθέσεις της και δεν είναι δεδομένη η συναίνεση των λαϊκών στρωμάτων για το σύστημα εξουσίας, η πυγμή, η καταστολή, ο κοινωνικός αυτοματισμός και ο ρατσισμός είναι η μόνη απάντηση που μπορεί να υπάρξει. Η Χρυσή Αυγή αποτέλεσε συνεπώς τον καθρέφτη και το αποκρουστικό προσωπείο της σύγχρονης αστικής “δημοκρατίας” και του κομματικού της συστήματος. Στον βαθμό που αμφισβητούνται τα δόγματα του αστισμού (καπιταλιστικό κέρδος, υποταγή των λαϊκών στρωμάτων, ευρωενωσιακός προσανατολισμός, νατοϊκός σχεδιασμός) δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα να ανοίξουν οι πολιτικοί υπόνομοι και να έρθουν στο προσκήνιο οι μαχαιροβγάλτες. Ο υποκριτικός κρατικός αντιφασισμός που νομιμοποιείται με βάση τη θεωρία των δύο άκρων και τη μάχη ενάντια στον “λαϊκισμό” των από κάτω, απλά καταδεικνύει ποιες κοινωνικές και πολιτικές εξουσίες και αναγκαιότητες κατέστησαν εφικτό το νεοναζιστικό σχέδιο.

Είναι γνωστές οι σχέσεις της Χ.Α. με τους κυρίαρχους πολιτικούς και ιδεολογικούς μηχανισμούς του ελληνικού καπιταλισμού· έχουν τεκμηριωθεί πολύ αναλυτικά. Από την ανάγκη μιας “σοβαρής Χ.Α.” μέχρι το ξέπλυμα των ναζιστών από τα ποικίλα ΜΜΕ. Υπάρχει όμως μια εικόνα με μεγάλο πολιτικό συμβολισμό την Τετάρτη που μας πέρασε. Εκεί αποκαλύπτεται όχι μόνο η υποκρισία του πολιτικού συστήματος αλλά και το πόσο επικίνδυνος μπορεί να είναι για τη δημοκρατία, ο κρατικός αντιφασισμός των μνημονίων, των δημοσιονομικών περιορισμών και του ταξικού μίσους απέναντι σε κάθε λαϊκό σκίρτημα. Την ώρα της ανακοίνωσης της απόφασης, έξω από τα δικαστήρια, χιλιάδες κόσμος χειροκροτά με μεγάλη συγκίνηση και εκείνη ακριβώς την στιγμή η αστυνομία, χωρίς καμιά πρόφαση, αποφασίζει να χτυπήσει τους διαδηλωτές. Είναι μια αποκαλυπτική στιγμή και εικόνα από δύο απόψεις: πρώτον το σύστημα φοβάται και μισεί τον κόσμο που μαχητικά διαδηλώνει. Προτιμά, ενδόμυχα, σε τελική ανάλυση, τη νύχτα και τις δολοφονικές επιθέσεις των ναζιστών απέναντι σε πτωχοποιημένα στρώματα ή σε ριζοσπάστες ανθρώπους. Δεύτερον, στέλνει το μήνυμα και υπογραμμίζει ότι δεν μπορεί να υπάρχει και δεν πρέπει να υπάρξει, μετά τη Χρυσή Αυγή καμιά συλλογική ανάταση, καμιά λαϊκή διεκδίκηση. Η ζωή δεν μπορεί, σε καμιά περίπτωση, να διεκδικεί τίποτα από τη νεκροφιλία του συστήματος. Η δημοκρατία τους με ή χωρίς δηλωμένους φασίστες θα είναι, σε κάθε περίπτωση, σιδερόφραχτη. Ακόμη και τη στιγμή της νίκης της πραγματικής δημοκρατίας, οριοθετούν, προληπτικά, τον πολύ περιοριστικό χαρακτήρα που μπορεί να έχει η τελευταία.

Δεν νίκησε, από αυτή την άποψη, καμιά δικαιοσύνη γενικά. Νίκησε η δικαιοσύνη της αποφασιστικότητας του κόσμου του αγώνα, οι μικρές και μεγάλες μάχες του ενάντια στον ρατσισμό και τον εθνικισμό. Η αταλάντευτη στάση της οικογένειας του Παύλου και του Σαχζάτ Λουκμάν, των αυτόπτων μαρτύρων, που συμπυκνώθηκαν στην άφοβη παρουσία της μητέρας όλων μας πια, της Μάγδας Φύσσα, μιας γυναίκας που ζωντάνευε κάθε στιγμή στο πρόσωπό της την ανάγκη για ζωή με δικαιώματα απέναντι στον θάνατο που εκφράζει ο φασισμός. Δεν χαρίζουμε συνεπώς τίποτα σε κανέναν μηχανισμό. Η θέληση του λαού μας και η μαχητικότητα μιας εργάτριας (ναι, λαϊκών ταξικών καταβολών, ας μην εκπλήσσονται οι γελοίοι κήνσορες της αστικής εξουσίας) μας δίνουν μαθήματα πολιτισμού και ναι, διαμορφώνουν τους όρους μιας δημόσιας παιδαγωγικής πρακτικής, χρήσιμης και διδακτικής και για εμάς τους εκπαιδευτικούς αλλά και για τη νέα γενιά.

Περισσότερα έχουμε να μάθουμε παιδαγωγικά και μορφωτικά από τη Μάγδα Φύσσα, παρά από την υπουργό Παιδείας που πέρσι τέτοιο καιρό με αφορμή την 28η Οκτωβρίου απέφευγε να μιλήσει για τον φασισμό και αναφερόταν γενικά και αόριστα  στον λαϊκισμό, λειαίνοντας, ιδεολογικά, το έδαφος του φασιστικού λόγου και του ιστορικού αναθεωρητισμού που τον συνοδεύει. Η νίκη μας, ναι, διαμορφώνει μια δημόσια παιδαγωγική, ένα ανοικτό κοινωνικό σχολείο ουσιαστικής δημοκρατίας, ανθρώπινης αξιοπρέπειας, αγωνιστικότητας και συλλογικής αυταπάρνησης. Μόρφωση δεν είναι ένα άθροισμα αξιολογήσεων, “ήπιων δεξιοτήτων” και μετρήσεων, αλλά η δυνατότητα να ανοίγονται οι δρόμοι για μια κοινωνία ανθρωπιάς, κοινωνικής δικαιοσύνης και αλληλεγγύης.

Για όλους τους παραπάνω λόγους, η συγκεκριμένη απόφαση ήταν μια μεγάλη νίκη και του κόσμου της μαχόμενης εκπαίδευσης, ήταν μια νίκη συνολικά της εκπαίδευσης. Ο πρώτος λόγος είναι προφανής: εκπαίδευση και ναζισμός είναι εξ ορισμού σε αντιπαράθεση. Η εκπαίδευση και οι εκπαιδευτικοί δεν μπορούν να κάνουν διακρίσεις με βάση το φύλο, την εθνικότητα, τα βιολογικά χαρακτηριστικά και την ταξική προέλευση. Η προσπάθεια υπέρβασης των ταξικών, εθνικών και βιολογικών διακρίσεων αποτελεί το σκληρό DNA του δημόσιου σχολείου και ορίζει κάποιον/α ως εκπαιδευτικό, παιδαγωγό και κριτικό διανοούμενο ταυτόχρονα. Η εκπαίδευση και ο εκπαιδευτικός ορίζονται από τον βαθμό στον οποίο υπηρετούν τα συλλογικά μορφωτικά και κοινωνικά δικαιώματα των μαθητών τους στην κατεύθυνση της κριτικής συνειδητοποίησης και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Σχολείο στην υπηρεσία του κοινωνικού δαρβινισμού και του μίσους για τον άνθρωπο της άλλης ράτσας, απλά ακυρώνει την εκπαίδευση και τον εκπαιδευτικό ως έννοιες.

Δεύτερον, η μαχόμενη εκπαίδευση όλη αυτή την δεκαετία ήταν στο στόχαστρο των ναζιστών και των πολιτικών τους πατρώνων. Οι σκηνές αυτού του δραματικού έργου είναι πολλές. Πολύ φωτογραφικά: η προσπάθεια χειραγώγησης των σχολικών γιορτών και φίμωσης του παιδαγωγικού λόγου των εκπαιδευτικών, οι άπειρες στοχοποιήσεις, απειλές και διώξεις εκπαιδευτικών από τους “αγανακτισμένους γονείς”, τη ΧΑ και άλλες φασιστικές οργανώσεις του ακροδεξιού μίσους, όπως στην απόπειρα εθνικιστικών καταλήψεων στα σχολεία το 2018, η αντίσταση απέναντι στη στοχοποίηση μαθητών διαφορετικής εθνικής προέλευσης, η μάχη για την εκπαίδευση των προσφυγόπουλων και την παρουσία τους στο δημόσιο σχολείο, η μάχη να μην εξαφανιστούν τα παιδιά των σχολείων μας και να μην καταλήξουν σε κάποιο σύγχρονο στρατόπεδο συγκέντρωσης, η μαχητική αλληλεγγύη σε κάθε παιδί που βίωνε και βιώνει τη φρίκη των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων και ασφαλώς το καθημερινό πολιτικό και παιδαγωγικό ανάστημα απέναντι σε κάθε φωνή μίσους και μισαλλοδοξίας.

Ναι, για όλους αυτούς τους λόγους είναι και μια νίκη όλων εκείνων των εκπαιδευτικών που κράτησαν και κρατούν στα πόδια της μια δημοκρατική δημόσια σφαίρα πολιτισμού, μόρφωσης και δημοκρατίας στα σχολεία μας, ενάντια σε ένα σύστημα κυνικό και κανιβαλικό ταυτόχρονα. Ναι, η καταδίκη της Χ.Α. δικαιώνει το ίδιο το περιεχόμενο και τον προσανατολισμό που παλεύουν οι εκπαιδευτικοί στο δημόσιο σχολείο.

Ασφαλώς και δεν τελειώσαμε με τον κρατικό αυταρχισμό, την νεοσυντηρητική αναδιαμόρφωση των παιδαγωγικών πρακτικών και τον εκφασισμό της κοινωνίας μας, με ή χωρίς Χ.Α. Η ύπαρξη άλλων ναζιστικών μορφωμάτων που προσπαθούν να παρέμβουν στα σχολεία, όπως η ΕΣΑ του Περίανδρου (που έκανε την απόπειρα δολοφονίας εναντίον του Δημήτρη Κουσουρή στο κίνημα του 1998), αλλά και οι αγανακτισμένοι πολίτες στα Καμμένα Βούρλα, η προσπάθεια πειθάρχησης της νεολαίας στις εντολές του υπουργείου και η απίστευτη καταστολή των μαθητικών κινητοποιήσεων δύο μέρες μόλις μετά την υποτιθέμενη νίκη της δημοκρατίας είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα του μεγάλου δρόμου που έχει μπροστά του ο κόσμος που αγωνίζεται για το συλλογικό δικαίωμα στη μόρφωση. Δεν μπορεί να υπάρξει καμιά αυταπάτη εθνικής συναίνεσης και “αντιφασιστικής σύγκλισης” όλου του έθνους. Ο Χορκχάιμερ είχε δίκιο, δεν μπορείς να μιλάς για φασισμό, αν δεν μιλήσεις για τον καπιταλισμό.

Μόνο που τώρα νιώθουμε πιο σίγουροι/ες, πιο αισιόδοξοι/ες , αν και με αυξημένα καθήκοντα και στο δρόμο του αγώνα και στον αγώνα της καθημερινής παιδαγωγικής πρακτικής. Από αυτή την άποψη, Παύλο, όλοι εμείς οι εκπαιδευτικοί, σε ευχαριστούμε, γιατί με τίμημα τη ζωή σου, μας έκανες πιο συνειδητούς/ες. Θα συνεχίσουμε…

Υ.Γ. Σε τι θα αναφέρεται, άραγε, το φετινό διάγγελμα της υπουργού Παιδείας για τον εορτασμό της μεγάλης αντιφασιστικής νίκης των λαών;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here