Εκτύπωση
του Μιχάλη Αγραφιώτη*

We learned more from a three-minute record, baby
Than we ever learned in school
Bruce Springsteen, No Surrender, 1984

  1. Εισαγωγή στον κινηματογράφο του Jean-Claude Brisseau

Ο Γάλλος σκηνοθέτης Jean-Claude Brisseau (1944-) μπορεί να μην απέκτησε τη φήμη άλλων Γάλλων σκηνοθετών και το όνομά του να μην αποτελεί σημείο αναφοράς για το γαλλικό σινεμά της δεκαετίας του  ’70 κι έπειτα, ωστόσο δημιούργησε ένα στυλιζαρισμένο έργο με προσωπικό ύφος στα πλαίσια των μετα-νεοκυματικών αναζητήσεων. Από δική του επιλογή παρέμεινε ένας outsider, έχοντας τις δικές του εμμονές και θέλοντας να αποτυπώσει το κοινωνικό τοπίο όπως διαμορφώθηκε μετά την εξέγερση του Μάη του ’68. Ο λόγος που ασχολούμαστε με τον Jean-Claude Brisseau (Ζαν-Κλωντ Μπρισώ) σε αυτό το άρθρο είναι η ιδιαίτερη σχέση του με την εκπαίδευση. Ο ίδιος υπήρξε εκπαιδευτικός και συγκεκριμένα φιλόλογος. Σπούδασε στην Ecole Normale και διορίστηκε στη δευτεροβάθμια όπου εργάστηκε για 20 χρόνια με την ειδικότητα του καθηγητή γαλλικών.

Το έργο του χωρίζεται σε δύο χρονικές περιόδους, με εξαιρέσεις. Κατά την  πρώτη περίοδο, στο επίκεντρο των φιλμικών αναζητήσεών του βρίσκεται η εκπαίδευση. Αυτή η περίοδος ξεκινά με την ταινία La Vie Comme-ca (Η Ζωή όπως είναι) του 1978. Ακολουθούν μέχρι το 1989 οι ταινίες Un Jeu Brutal (Ένα Βίαιο Παιχνίδι), De bruit et de Furuer (Βουή και Μανία) και Noce Blanche (Λευκός Γάμος). Επανέρχεται το 2000 στο θέμα της εκπαίδευσης με την ταινία Les Savates du Bon Dieu (Οι Εργάτες του Καλού Θεού). Η δεύτερη περίοδος ξεκινά στις αρχές της δεκαετίας του ’90 οπότε τον απασχολούν θέματα σεξουαλικότητας. Η πρώτη περίοδος, η εκπαιδευτική, συμπίπτει χρονικά με τη θητεία του στην εκπαίδευση.

Το έργο του Brisseau έχει τα τυπικά χαρακτηριστικά του σινεμά ωτέρ (auteur), του κινηματογράφου του δημιουργού. Διέπεται από μια ενιαία αισθητική πρόταση, η οποία πηγάζει από το βλέμμα και τις αισθητικές απόψεις του δημιουργού. Επιπλέον, οργανώνεται σε μοτίβα του σκηνοθέτη, όπως η εμμονή του στο κάδρο 4:3 που συνεπάγεται την απόρριψη του σινεμασκόπ, η προτίμησή του για το ίδιο καστ ηθοποιών και οι σκηνές που επαναλαμβάνονται από ταινία σε ταινία. Σε αυτά συγκαταλέγουμε την εκπαίδευση ως θέμα και αλληγορία με τη μορφή της οργανωμένης δομής ή της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Όλες οι ταινίες βασίζονται σε δικά του σενάρια.

Στο έργο του είναι αξιοπρόσεκτες οι αναπαραστάσεις του σχολείου, της σχολικής ζωής και της εκπαιδευτικής διεργασίας, αλλά και η αλληγορική ανάγνωση ως πεδίο ρύθμισης του υποκειμένου. Όλα αυτά γίνονται μάλιστα σε μια περίοδο που ο χολιγουντιανός κινηματογράφος –και στη συνέχεια ο εμπορικός των εθνικών κινηματογραφιών- στρέφεται στις σχολικές αναπαραστάσεις, επιχειρώντας να δημιουργήσει ένα στερεότυπο της σχολικής ζωής. Το 1978 προβάλλεται η ταινία Grease και την επόμενη χρονιά το Rock and Roll High school. Την επόμενη δεκαετία γυρίζονται εκατοντάδες ταινίες με θέμα τη σχολική ζωή, με έμφαση στη νεανική παραβατικότητα μέσα στο σχολείο. Πρόκειται για ταινίες που δημιουργούν ένα νέο τρόπο πρόσληψης του σχολείου στο κοινό και ένα νέο υποκείμενο, αυτό του ανήσυχου μαθητή, που φέρει χαρακτηριστικά ενηλίκου και ασφυκτιά εντός του δύσκαμπτου και παρωχημένου σχολικού συστήματος. Όπως έχουμε αναφέρει και αλλού [1], ο (χολιγουντιανός) κινηματογράφος προετοιμάζει το κοινό σε ιδεολογικό επίπεδο για κάποια αλλαγή. Καθώς λειτουργεί ως πλαίσιο μέσα στο οποίο κατασκευάζονται επιθυμίες [2], κατευθύνει τον κοινό νου ώστε να αποδεχθεί αυθόρμητα τους όρους για την αλλαγή. Έτσι, οι χολιγουντιανές αναπαραστάσεις του σχολείου έθεσαν τη συμβολική βάση για την άφιξη των μεταμοντέρνων παιδαγωγικών μεθόδων και των (ευέλικτων) νεοφιλελεύθερων εκπαιδευτικών πολιτικών της δεκαετίας του ’80.

Η θεματολογία του Brisseau περιστρέφεται και αυτή γύρω από τη νεανική παραβατικότητα και τη σχολική ζωή, όμως η δική του προσέγγιση είναι τελείως διαφορετική. Η μπρισονική προσέγγιση είναι οντολογική. Δεν είναι μόνο το παιχνίδι ρεαλισμού και συμβολισμού – σε αντιδιαστολή με τα στερεοτυπικά αναμασήματα του Χόλυγουντ – το σχολείο και οι συμμορίες αναμετρώνται μεταξύ τους, αντιπροσωπεύοντας διαφορετικές εγκλίσεις του υποκειμένου. Σε πρώτη ανάγνωση έχουμε από τη μια πλευρά τη δέσμευση στην πειθαρχία του εκπαιδευτικού λόγου και από την άλλη την ελευθερία της φυσικής επιλογής. Ωστόσο, οι ήρωες του Brisseau βρίσκονται σε μια πάλη μεταξύ δύο πόλων: Στην ενσωμάτωση στη διαδικασία συγκρότησης του υποκειμένου που λαμβάνει χώρα στην εκπαίδευση και σε εκείνη την κατάσταση, η οποία αναγνωρίζεται ως «φυσική» και καθορίζεται από τη θέση στον κοινωνικό σχηματισμό. Η περιπέτεια των ηρώων του ξεκινά από τη σύνθλιψή τους ανάμεσα σε δύο αναπαραστάσεις του κόσμου.

  1. Οι ταινίες της εκπαιδευτικής περιόδου

La vie comme-ca (Η Ζωή όπως είναι), 1978

Η ταινία ξεκινάει με ένα δεξιόστροφο περιγραφικό πανοραμίκ που σαρώνει μια σχολική αίθουσα την ώρα του μαθήματος. Οι μαθητές, στα όρια της ενηλικίωσης, συνομιλούν, μαλώνουν ή ασχημονούν, κανείς δεν προσέχει στο μάθημα. Το πανοραμίκ τελειώνει στην καθηγήτρια, η οποία παραδίδει: «…Η κοινωνική εκπαίδευση θα υπάρχει μέχρι να δούμε τις παραγωγικές δυνάμεις να αναπτύσσονται τόσο ώστε να συμπεριλάβουν…».

Βρισκόμαστε σε ένα προάστιο του Παρισιού, κοντά στη βιομηχανική ζώνη, ένα τοπίο με πανύψηλα οικοδομικά μπλοκ, μικροσκοπικά διαμερίσματα, τσιμέντο χωρίς πράσινο. Στο ίδιο τοπίο  ο Brisseau θα επιστρέψει 9 χρόνια αργότερα στην ταινία De bruit et de Fureur(Βουή και Μανία).

Στο La vie comme-ca, ο Brisseau παρουσιάζει μια ακραία ατομικιστική κοινωνία, όπου τα πρόσωπα, οι θεσμοί και οι σχέσεις είναι σε πορεία αποσύνθεσης. Ένας νεκρός βρίσκεται στις πλάκες της εισόδου, έχοντας πηδήξει από ένα ψηλό όροφο. Η αδιαφορία, ο κυνισμός και η απανθρωπιά όσων των περιτριγυρίζουν είναι εξοργιστική.

Μετά την πρώτη σύντομη σκηνή στο σχολείο, η Agnes (την οποία υποδύεται η Maria Luisa Garcia) ανακοινώνει στην μητέρα της ότι εγκαταλείπει το σχολείο. Έχει κουραστεί, δηλώνει, θέλει να κερδίσει τη ζωή της. Αποφασίζει να συγκατοικήσει με τη Florance (Φλοράνς) και να πιάσει δουλειά ως γραμματέας σε μια μεγάλη επιχείρηση. Ξεκινά ένα κρυφό ειδύλλιο με τον πατέρα της  Florance. Στο εργασιακό περιβάλλον συγκρούεται με την εργοδοσία. Αφού έχει εκλεγεί εκπρόσωπος των εργαζομένων της εταιρίας, η διεύθυνση προσπαθεί να την ωθήσει σε παραίτηση, μεταθέτοντάς την σε ένα πόστο χωρίς κανένα αντικείμενο εργασίας (για το οποίο ωστόσο πρέπει να δίνει αναφορά), διαδίδοντας φήμες για την ηθική της και ενημερώνοντας τη συγκάτοικό της για τη σχέση της με τον πατέρα της  με αποτέλεσμα να την εγκαταλείψει. Στο άδειο διαμέρισμα, η Agnes δέχεται επίθεση από δύο τραμπούκους της εταιρίας. Τελικά, μη μπορώντας να αντιμετωπίσει την πίεση, αυτοκτονεί πέφτοντας από τον ψηλό όροφο. Όπως συνέβη με τον αυτόχειρα στην αρχή  της ταινίας, οι περίοικοι δείχνουν παροιμιώδη αδιαφορία για τη νεκρή.

Αν και η ταινία δεν επιστρέφει στο σχολικό περιβάλλον, το σχολείο είναι πάντοτε παρόν. Η Agnes θα είναι η κοπέλα που εγκατέλειψε το σχολείο για να εργαστεί. Αυτή η αντίθεση μεταξύ εκπαίδευσης και «πραγματικής ζωής» βρίσκεται στη βάση της προβληματικής του Brisseau  που θα αναπτυχθεί στις επόμενες ταινίες.

Un Jeu brutal ( Ένα βίαιο παιχνίδι), 1983

Η Isabelle (Ιζαμπέλ) είναι μια έφηβη κοπέλα με κινητικά προβλήματα. Ο πατέρας της (που τον υποδύεται ο Bruno Cremer) τη μεταφέρει από το καθολικό σχολείο, στο οποίο ήταν εσώκλειστη, στην εξοχική κατοικία τους με σκοπό να συνεχίζει τις σπουδές της με ιδιαίτερα μαθήματα. Η Isabelle νιώθει μίσος για τους ανθρώπους- βλέπει τους περαστικούς και τους φαντάζεται νεκρούς. Ο πατέρας της, ένα διακεκριμένος καθηγητής πανεπιστημίου, είναι ένας κατά συρροή δολοφόνος. Το τελευταία στοιχείο τοποθετεί την ταινία στο είδος θρίλερ, υφολογικά έντονα επηρεασμένη από το χιτσκοκικό θρίλερ του Claude Chabrol. Ωστόσο, η εκπαίδευση έχει κεντρικό ρόλο παρόλο που το σχολείο ως τόπος απουσιάζει.

Ο πατέρας της Isabelle αποφασίζει να διαπαιδαγωγηθεί η κόρη του με αυστηρή παιδαγωγική πειθαρχία και επιβάλει στη δασκάλα (Maria Luisa Garcia) να την εφαρμόσει. Ο Brisseau σε συνέντευξή του λέει ότι η πειθαρχία θα οδηγήσει την Isabelle στο να συνειδητοποιήσει ποια είναι [3]. Έτσι, η Isabelle βρίσκεται υπό την κυριαρχία δύο παιδαγωγών και διπλής παιδαγωγικής. Η διαφυγή της κοπέλας από τις εκπαιδευτικές πειθαρχίες είναι ένας απαγορευμένος έρωτας με τον αδερφό της δασκάλας της. Η ηρωίδα βρίσκεται στη μέγγενη δύο πεδίων, του εκπαιδευτικού και του υπαρξιακού. Η συνάντηση των δύο πεδίων γίνεται σε ένα ποίημα του Jacques Prevert. Στο ποίημα «Πλατεία Καρουζέλ» που της διδάσκει η δασκάλα, αναγνωρίζει τον εαυτό της στην εικόνα του πληγωμένου αλόγου.

De bruit et de fureur (Βουή και Μανία), 1988

Ο Brisseau επιστρέφει στη γειτονιά του παρισινού προαστίου που είδαμε στο La vie comme-ca. Ήρωάς μας είναι ο 13χρονος Bruno, ένα συνεσταλμένο παιδί που περνάει όλη την ημέρα μόνος του, αφού η μητέρα του λείπει συνεχώς στη δουλειά. Για συντροφιά έχει το σπουργίτι Σούπερμαν και μια γυναίκα της φαντασίας του, μια οπτασία που εμφανίζεται υπό ένα εκτυφλωτικό λευκό φως σαν μια καλή νεράιδα (την υποδύεται η Maria Luisa Garcia). Σε αυτή την ταινία ο Brisseau εισάγει ένα στοιχείο μαγικού ρεαλισμού με την εικόνα της φανταστικής γυναικείας μορφής, ως προβολή υποσυνείδητων επιθυμιών, που θα επαναλάβει στις επόμενες ταινίες για να γίνει ένα από τα μοτίβα του.

Ακόμη μια φορά ο Brisseau τοποθετεί τον ήρωά του στο μεταίχμιο δύο κόσμων. Όταν ο μικρός Bruno πηγαίνει στο σχολείο γίνεται φίλος με τον Jean-Roger, ο οποίος συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικό της εφηβικής παραβατικότητας. Είναι γιος του Marcel, αρχηγού της μαφιόζικης συμμορίας των προαστίων. Ο Bruno μπαίνει στο σπίτι της οικογένειας και ξεκινά να περνάει τις περισσότερες ώρες του μαζί τους, ζώντας όλες τις καταστάσεις παραλογισμού και παραβατικότητας, ως απλός θεατής όμως. Από την άλλη πλευρά, στον κόσμο του σχολείου, η νεαρή δασκάλα που συμπαθεί τον Bruno, προσπαθεί να τον ενθαρρύνει να μην εγκαταλείψει το σχολείο. Έτσι, μπροστά στον ήρωα αντιμάχονται δύο επιλογές: το σχολείο και η συμμορία, κάθε μία από τις οποίες αντιπροσωπεύεται από ένα πρόσωπο που έλκει τον ήρωα και δίνει νόημα στην ύπαρξή του. Ο Bruno περνά με χαρακτηριστική ευκολία από τη μία επιλογή στην άλλη, χωρίς να συνειδητοποιεί τη διαφορά.

Στο έργο υπάρχει ένας μονόλογος του Marcel προς τον μεγάλο του γιο που αποσαφηνίζει την αξιολογική διαφορά μεταξύ των δύο κόσμων. Ο κοινωνικά αποδεκτός τρόπος ζωής, που εκφράζει το σχολείο, παρουσιάζεται ως μια απατηλή πραγματικότητα, ενώ η παραβατικότητα ως το αρνητικό του πρώτου, ως ένας τόπος ελευθερίας από τη μισθωτή εργασία και την ηθική. Στο φινάλε, η σύγκρουση των δύο κόσμων είναι μια τραγική κατάληξη για τον μικρό Bruno.

Noce blanch (Λευκός Γάμος), 1989

Όπως στην προηγούμενη ταινία, έτσι και σε αυτή ο χώρος είναι τα παρισινά προάστια και επίκεντρο το σχολείο. Η αφήγηση αφορά στην ερωτική σχέση του καθηγητή φιλοσοφίας Francois (Bruno Cremer) και της Mathilde (Ματθίλδης), της 17χρονης μαθήτριάς του που έχει μια ιδιόμορφη σχέση με το σχολείο. Τη Mathilde υποδύεται η Vanessa Paradis και αυτός ήταν ο πρώτος ρόλος της καριέρας της.  

Στην πρώτη σκηνή ο Francois ρωτά τους μαθητές του τι πιστεύουν ότι είναι το υποσυνείδητο. Μια μαθήτρια απαντά ότι είναι κάτι που ελέγχει τη σκέψη, ένας άλλος μαθητής απαντά ότι είναι κάτι σαν κώμα. Εκείνη τη στιγμή μπαίνει η Mathilde, καθυστερημένη στο μάθημα. Παρά τον αρχικό εκνευρισμό του Francois για τη στάση της, στην πορεία ο Francois εντυπωσιάζεται από αυτή την παράξενη μαθήτρια που αδιαφορεί για το σχολείο.

Η αναφορά στο υποσυνείδητο, που επανέρχεται στις παραδόσεις του Francois, δεν είναι τυχαία. Η Mathilde μετατρέπεται στο απαγορευμένο αντικείμενο που γεμίζει το κενό της επιθυμίας του καθηγητή. Είναι αυτό που λείπει, που εμφανίζεται καθυστερημένα στο σχολείο για να πληρώσει το κενό της τάξης και αυτό που προκαλεί την αγωνία του καθηγητή στη θέα της κενής καρέκλας. Το μοτίβο της κατ’  οίκον εκπαίδευσης επανέρχεται, όταν ο Francois αποφασίζει να βοηθήσει τη  Mathilde  να ενταχθεί στο σχολείο. Τότε αναπτύσσεται η προσωπική σχέση μεταξύ εκπαιδευτή και εκπαιδευόμενου, εκτός του οργανωμένου συστήματος. Έτσι παρουσιάζεται, ακόμη μια φορά, η σύγκρουση του εκπαιδευτικού θετικού λόγου και του ανορθολογικού βιταλισμού που εκφράζει η Mathilde. Η αναμέτρηση θα κορυφωθεί με μια ερωτική σκηνή μέσα στο σχολείο και θα έχει τραγικό τέλος.

Les Savates du Bon Dieu (Οι Εργάτες του Καλού Θεού), 2000

Μετά το Noce Blanche o Brisseau εγκαταλείπει την εκπαίδευση για να καταπιαστεί με άλλα θέματα. Όμως το 2000 επιστρέφει για λίγο στο εκπαιδευτικό μοτίβο. Ο Fred είναι ένας ατίθασος νέος που δυσκολεύεται στη γραφή και την ανάγνωση όμως είναι άριστος οδηγός. Αφού τον εγκαταλείπει η γυναίκα του Elodie, κάνει μια ένοπλη ληστεία σε τράπεζα κατά τη διάρκεια της οποίας γνωρίζει τη Sadrine, υπάλληλο της τράπεζας. Ο Fred ξεφεύγει από τη σύλληψη και η Sadrine τον ακολουθεί στην παρανομία. Τη νύχτα βρίσκουν καταφύγιο σε ένα σχολικό κτήριο, στην άδεια σχολική τάξη. Εκεί γνωρίζουν έναν παράξενο χαρακτήρα, τον Maguette, γιο βασιλιά της Αφρικής και μάντη. Οι τρεις τους διαφεύγουν σε μια απομονωμένη κατοικία στο βουνό, όπου η Sadrine κάνει μαθήματα γαλλικών στον Fred, θέλοντας να τον μεταμορφώσει και να τον κατακτήσει.

Όπως συμβαίνει στις προηγούμενες ταινίες και σε αυτή αναμετρώνται η εκπαίδευση και η ζωή, επιδρώντας στην ενότητα του βασικού ήρωα: αρχικά το καταφύγιο που προσφέρει το σχολείο και έπειτα ένα ποίημα του Jacques Prevert που διδάσκει η Sadrine στον Fred, το «Cet Amour» (Αυτή η Αγάπη). Όπως στο Jeu Brutal, ο Prevert θα γίνει η γέφυρα μεταξύ των δύο περιοχών. Ο Brisseau σε μια λυρική σκηνή με αναδρομές και παράλληλο μοντάζ απεικονίζει τη μετασχηματιστική ορμή του ποιήματος πάνω στον ήρωα.

  1. Η αλληγορία της εκπαίδευσης

Εύλογα υποθέτουμε ότι η σχολική προϋπηρεσία του Brisseau αποτέλεσε την έμπνευση και το κίνητρο για να χρησιμοποιήσει την εκπαίδευση στον κινηματογράφο. Όπως δήλωσε σε συνέντευξη  στο περιοδικό Purple, η δική του εμπειρία, αλλά και οι εμπειρίες συναδέλφων του, υπήρξαν τα ερεθίσματά του [4]. Επίσης, σημαντικό ρόλο έπαιξε και η προτροπή του σπουδαίου νεοκυματικού σκηνοθέτη Eric Rohmer, ο οποίος ήταν και αυτός εκπαιδευτικός. Όμως, ο Brisseau ξεπερνά το απλό παιδαγωγικό σχόλιο και συνθέτει  αλληγορίες της ύπαρξης μέσα από το αφηγηματικό σχήμα που έχει επίκεντρο την εκπαίδευση. Η εκπαίδευση αντιπροσωπεύει είτε την εξουσία είτε τον ορθό λόγο του Διαφωτισμού και επίδικο της σύγκρουσης των χαρακτήρων είναι η ένταξη σε αυτό το λόγο.

Οι ήρωες –παιδιά των βιομηχανικών προαστίων- έχουν αρνητική στάση προς το σχολείο, το εγκαταλείπουν, το μισούν ή προσπαθούν να το αποφύγουν. Συχνά αναφέρεται στις ταινίες η υποχρεωτική φοίτηση μέχρι τα 16 ως ο μοναδικός παράγοντας που τους δεσμεύει στο σχολείο. Συγχρόνως εμφανίζουν τυποποιημένη συμπεριφορά με τάση προς το παράλογο. Πιο συγκεκριμένα, τα χαρακτηριστικά που αποδίδει ο Brisseau σε αυτούς τους ήρωες είναι: οι βίαιες αντιδράσεις, ο πρωτόγονος ανταγωνισμός για την κυριαρχία του ισχυρότερου, τάση προς το παράλογο και τη μεταφυσική. Υπάγονται σε δύο κατηγορίες: είτε εκφράζουν ένα επίπεδο ακατέργαστης ζωής νιτσεϊκής έμπνευσης είτε αναπαράγουν τον αλλοτριωμένο αξιακό κώδικα των παιδιών της εργατικής τάξης.

Έχει σημασία να πούμε ότι οι ήρωες του Brisseau σε καμία περίπτωση δεν είναι φορείς κάποιας προοδευτικής ιδέας, αντίθετα είναι ήρωες αντιφατικοί. Αποτυπώνουν τα γνωρίσματα της σχολικής αντικουλτούρας, όπως την περιέγραψε τη δεκαετία του ’70 ο Paul Willis, δηλαδή την αντιπαράθεση με την εξουσία και την απειθαρχία που πηγάζει από την ασυνείδητη αποδοχή του ταξικού πεπρωμένου και εξωτερικεύεται με αντιδραστικές εκδηλώσεις. Ο Willis υποστήριξε ότι η σχολική αντικουλτούρα δεν είναι παρά η προετοιμασία για το εργοστάσιο. Αυτοί οι μαθητές μεταβαίνουν πρόθυμα σε ανειδίκευτα επαγγέλματα επειδή αυτά τους παρέχουν συνθήκες εργασίας που ταιριάζουν στις αξίες και τις αντιλήψεις τους [5]. Με αυτό τον τρόπο διευκολύνεται η πολιτιστική αναπαραγωγή της κουλτούρας του εργοστασίου και η κοινωνική αναπαραγωγή του δυτικού καπιταλισμού.  Το σχολείο, ως συντηρητικός θεσμός, δεν είναι η απάντηση στους ήρωες του Brisseau και οι προσπάθειες των εκπαιδευτικών, παρά τις καλές προθέσεις, είναι απέλπιδες. Βλέποντας τους εκπαιδευτικούς των ταινιών του Brisseau, αναπόφευκτα, θυμόμαστε τα λόγια του Althusser: «Ζητώ συγνώμη από τους δασκάλους εκείνους, που μέσα σε φρικιαστικές συνθήκες, προσπαθούν να στραφούν ενάντια στην ιδεολογία, ενάντια στο σύστημα και τις πρακτικές όπου έχουν παγιδευτεί, με τα λιγοστά όπλα που βρίσκουν στην ιστορία και τη γνώση που ‘διδάσκουν’. Είναι ήρωες» [6].

Παρ΄ όλα αυτά ο Brisseau αναπαριστά ρωγμές στην κοινωνική συνείδηση όταν η εκπαίδευση αποκτά διαπροσωπικό χαρακτήρα, όταν, δηλαδή, ως διαδικασία εκτυλίσσεται εκτός του οργανωμένου εκπαιδευτικού συστήματος και με διαφορετικό σκοπό. Εδώ συναντούμε τις απόψεις της κριτικής παιδαγωγικής: Το σχολείο είναι ένας ιδεολογικός μηχανισμός με αποστολή την αναπαραγωγή του κοινωνικού σχηματισμού [7] και, συνάμα, η εκπαίδευση μπορεί να γίνει ένα εργαλείο κριτικής συνειδητοποίησης και χειραφέτησης [8]. Στις ταινίες του Brisseau παρακολουθούμε τη δραματοποίηση αυτών των προβληματισμών. Στη σχολική αντικουλτούρα και το βιταλισμό των μαθητών της εργατικής τάξης που ενστικτωδώς αντιστέκονται στην εκπαίδευση και αναπαράγουν μια αλλοτριωμένη κουλτούρα, αντιπαραθέτει την απελευθερωτική δύναμη της δι-υποκειμενικής δράσης. Σε αυτή την προοπτική τοποθετεί σε περίοπτη θέση τη λογοτεχνία.

Το κινηματογραφικό έργο του Jean-Claude Brisseau είναι ελάχιστα γνωστό στους έλληνες σινεφίλ, παρόλο που ακολουθεί και δικαιώνει την ισχυρή παράδοση του γαλλικού σινεμά. Ιδιαίτερα, οι εκπαιδευτικοί θα βρουν εξαιρετικά ενδιαφέροντα τα θέματα και τις αλληγορίες της πρώτης περιόδου.

Σημειώσεις

[1]  Αγραφιώτης, Μ. (2015). Η διαχείριση του περιβάλλοντος στο φιλμικό τοπίο ως έκφραση του κυρίαρχου παραδείγματος. Για την Περιβαλλοντική Εκπαίδευση, 10(55) και, Αγραφιώτης, Μ. (2016). Ο μαθητής Χάρι Πότερ στο σύγχρονο σχολείο: δραματοποίηση της νεοφιλελεύθερης εκπαιδευτικής πολιτικής. Θέσεις, 136, 111-131.

[2] Cardullo, R. J. (2013). Cinema as ‘social documentary’: The film theory of André Bazin. Studies in French Cinema, 13:1, 33-46.

[3] Lecons de Cruaute, σκην. Jonas Rosales, Allerton Films, 2006.

[4] http://purple.fr/magazine/fw-2013-issue-20/jean-claude-brisseau/

[5] Willis, P. (1977). Learning to labor. NY: Columbia University Press.

[6] Althusser, L. (1999). Ιδεολογία και ιδεολογικοί μηχανισμοί του Κράτους. Στο, Althusser, L., Θέσεις. Αθήνα: Θεμέλιο, σελ. 95.

[7] ό.π.

[8] Freire, P. (1977). Η Παιδαγωγική του καταπιεζομένου. Αθήνα: Ράππα.

*Ο Μιχάλης Αγραφιώτης είναι σκηνοθέτης και εκπαιδευτικός.

Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύθηκε στο 6ο τεύχος του Σελιδοδείκτη, Χειμώνας 2019.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here