Εκτύπωση

των Κώστα Καλαϊτζή και Αλέξανδρου Μηνακάκη*

Οι αναδιαρθρώσεις στην παιδεία που προωθεί σήμερα η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και η Υπουργός Παιδείας Ν. Κεραμέως, πιο συγκεκριμένα η λογική της Τράπεζας Θεμάτων, της μορφωτικής λοβοτόμησης και του σχολείου-εξεταστικού κάτεργου, στο οποίο δεν θα χωράνε τα μη προνομιούχα κομμάτια της κοινωνίας δεν ήρθε σαν κεραυνός εν αιθρία. Ήδη από το 2014 η κυβέρνηση της ΝΔ και ο τότε Υπουργός Παιδείας Κ. Αρβανιτόπουλος είχαν περάσει νομοσχέδιο που θέσπιζε το Νέο Λύκειο της τράπεζας θεμάτων και της μαθητείας. Χαρακτηριστική ήταν η εντατικοποίηση της αξιολόγησης των μαθητών στα ΓΕΛ και στα ΕΠΑΛ και στις τρειςτάξεις. Σύμφωνα με τον ν. 4186/2013 του Κ. Αρβανιτόπουλου το 50% των θεμάτων θα προέκυπτε από την τράπεζα θεμάτων και το υπόλοιπο 50% θα οριζόταν από τους διδάσκοντες. Ο στόχος των αναδιαρθρώσεων ήταν ξεκάθαρος. Ένα μικρό μόνο κομμάτι των μαθητών θα συνέχιζε πλέον στο Γενικό Λύκειο, όπου θα αντιμετώπιζε ένα σχολείο-εξεταστικό λαβύρινθο, πλήρως υποβαθμισμένο και υποχρηματοδοτημένο, με λίγους και κακοπληρωμένους εκπαιδευτικούς και που θα έπρεπε να αναζητά συνεχώς χορηγούς για να καλύψει τα έξοδά του.

Η μεγάλη πλειοψηφία, όμως, των μαθητών και κατά βάση τα λιγότερο προνομιούχα κομμάτια που δεν θα είχαν λεφτά για να πληρώνουν φροντιστήρια, θα ωθούνταν στην συνεχώς υποβαθμιζόμενη επαγγελματική εκπαίδευση στα ΕΠΑΛ με τη “μαθητεία”, δηλαδή την απλήρωτη και χωρίς δικαιώματα εργασία, και στην κατάρτιση στις ΣΕΚ, τα ΙΕΚ και άλλους φορείς μη τυπικής εκπαίδευσης. Μέσα από εκεί θα αποφοιτούσαν ως υπερεξειδικευμένοι “εργαζόμενοι βίδας”, πλήρως αναλώσιμοι και προσαρμοσμένοι στις ανάγκες των επιχειρήσεων, που δεν θα είχαν σταθερή δουλειά και θα πληρώνονταν με ψίχουλα.

Η πρώτη χρονιά εφαρμογής της τράπεζας θεμάτων, το 2014, είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Η παραπαιδεία ενισχύθηκε σημαντικά, καθώς οι μαθητές πλέον ξεκινούσαν τα φροντιστήρια από την Α’ Λυκείου για έναν μεγάλο αριθμό μαθημάτων, πολλοί μαθητές έμειναν στην ίδια τάξη ενώ πολλοί οδηγήθηκαν στην τεχνική εκπαίδευση και τα ΕΠΑΛ, φτάνοντας έτσι πιο κοντά στην πολυπόθητη για την κυβέρνηση αναλογία 30% των μαθητών στη Γενική εκπαίδευση και 70% στην τεχνική, που αποτελεί και βασική επιταγή και της ΕΕ και του ΟΟΣΑ.

Το “χρονικό” του Μαθητικού κινήματος του 2014

Τα τραγικά αποτελέσματα που έφερε η εφαρμογή της τράπεζας θεμάτων, σε συνδυασμό με τα συνεχώς οξυνόμενα προβλήματα που αντιμετώπιζαν τα σχολεία -υποχρηματοδότηση, ελλείψεις καθηγητών, προβλήματα υποδομών, κατάργηση ειδικοτήτων στα ΕΠΑΛ κ.λπ., οδήγησαν τη μαθητιώσα νεολαία σε ένα αυθόρμητο, αγωνιστικό ξέσπασμα από την αρχή της χρονιάς, με μια σειρά σχολείων να κάνουν Γενικές Συνελεύσεις και να τελούν υπό κατάληψη ήδη από το άνοιγμά τους, και πολλές κατά τόπους πορείες, καθ΄ όλη τη διάρκεια του Σεπτέμβρη. Το αυθόρμητο αυτό ξέσπασμα κλιμακώθηκε αρχικά με τη μεγάλη Πανελλαδική κινητοποίηση στη 1 Οκτώβρη, όπου εκατοντάδες σχολεία έκαναν κατάληψη εκείνη την εβδομάδα, και χιλιάδες μαθητές κατέβηκαν στον δρόμο τόσο στην Αθήνα όσο και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας, ενάντια στην τράπεζα θεμάτων αλλά και το σύνολο της αντι-εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης.

Προοδευτικά, το μαθητικό κίνημα άρχισε να δημιουργεί μορφές συντονισμού και οργάνωσης του αγώνα, που ξεπερνούσαν τα όρια της συνέλευσης ενός σχολείου. Σε διάφορες περιοχές δημιουργήθηκαν τοπικά συντονιστικά σχολείων (Ανατολική Αθήνα, Περιστέρι, Νέα Φιλαδέλφεια). Τα συντονιστικά αυτά συνέβαλαν στο να αποκτήσει το μαθητικό κίνημα καλύτερη οργάνωση, ενιαία και πιο εμβαθυμένη αιτηματολογία, και τελικά να γίνει πιο μαζικό και πιο επικίνδυνο. Μάλιστα τον Νοέμβρη πραγματοποιήθηκε και Παναττικό συντονιστικό σχολείων με συμμετοχή των τοπικών συντονιστικών.

Ταυτόχρονα, το μαθητικό κίνημα άρχισε να συνδέεται ποιοτικά και με το φοιτητικό αλλά και με τους εκπαιδευτικούς (πανεκπαιδευτικό συντονιστικό που έγινε με συμμετοχή συντονιστικών σχολείων, φοιτητικών συλλόγων και εκπαιδευτικών σωματείων). Οι ανώτερες δομές συντονισμού, τόσο σε μαθητικό, όσο και σε πανεκπαιδευτικό επίπεδο, έδωσαν καύσιμα στο κίνημα οδηγώντας σε μια σειρά επιτυχημένων πανελλαδικών και πανεκπαιδευτικών κινητοποιήσεων ενάντια στην αναδιάρθρωση (17 Οκτώβρη στο Υπουργείο Παιδείας, 23 Οκτώβρη, 3 Νοέμβρη, 17 Νοέμβρη, 6 Δεκέμβρη).

Αξιοσημείωτη μάλιστα ήταν στάση της ΚΝΕ καθ’ όλη τη διάρκεια ανάπτυξης του κινήματος. Προέταξε μια “μίνιμουμ” ανάλυση  και αιτηματολογία, που περιορίστηκε στην κατάργηση της τράπεζας θεμάτων, ενώ υποτίμησε το κομμάτι της συνολικής εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης αλλά και της αναδιάρθρωσης στην επαγγελματική εκπαίδευση -χαρακτηριστικά μάλιστα, δεν πήρε ξεκάθαρη θέση, και μέχρι και σήμερα δεν έχει πάρει, για την κατάργηση της μαθητείας). Αρνήθηκε να συμμετάσχει σε τοπικά αλλά και κεντρικά συντονιστικά σχολείων (αλλά και πανεκπαιδευτικά), επιλέγοντας να δημιουργήσει δικούς της συντονισμούς, τους οποίους καθόριζε πλήρως, και στους οποίους συμμετείχαν κατά βάση σχολεία με αποφάσεις από 5μελή και 15μελή. Ταυτόχρονα, ακολούθησε μια πρακτική απομονωτισμού, είτε μη συμμετέχοντας σε μαθητικές και πανεκπαιδευτικές πορείες, είτε συμμετέχοντας σε αυτές, αλλά μόνο ως αυτοτελές μπλοκ. Τέλος, υιοθέτησε μια λογική και πρακτική ηττοπάθειας, αρνούμενη να κλιμακώσει τον αγώνα, τόσο σε επίπεδο αιτηματολογίας, όσο και σε επίπεδο πιο συχνών αλλά και πιο δυναμικών κινητοποιήσεων (βλ. κινητοποίηση Υπουργείου παιδείας) και ανώτερου συντονισμού του πανεκπαιδευτικού κινηματος, μη συμβάλλοντας έτσι ουσιαστικά στην αναβάθμιση του.

Παρ’ όλη τη μαζικότητα και τη διάρκεια που παρουσίασε το μαθητικό κίνημα (με 2 μήνες ουσιαστικά συνεχών κινητοποιήσεων και καταλήψεων) αλλά και τα βήματα που μέτρησε από άποψη συντονισμού και σύνδεσης με το ευρύτερο πανεκπαιδευτικό κίνημα, δεν κατάφερε να αποκτήσει έναν πιο αναβαθμισμένο και μόνιμο χαρακτήρα, με αποτέλεσμα από τις 6 Δεκέμβρη και έπειτα, να αρχίσει να φθίνει. Η βασικότερη αδυναμία του μαθητικού κινήματος που οδήγησε και σε αυτό το αποτέλεσμα ήταν η μονοστοχία του. Δεν κατάφερε να έρθει ουσιαστικά σε αντιπαράθεση με το σύνολο του “Νέου Λυκείου” και της αντιεκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης, αντιπαλεύοντας τη λογική της κυβέρνησης-ΕΕ-ΟΟΣΑ για ένα σχολείο της επιχειρηματικότητας και των χορηγών, των ταξικών φραγμών, της μορφωτικής λοβοτόμησης, της μαθητείας και της υπερεξειδίκευσης. Αντίθετα οι διεκδικήσεις του περιορίστηκαν μόνο στην κατάργηση της τράπεζας θεμάτων (και στα ζητήματα των ελλείψεων που αντιμετώπιζε κάθε σχολείο), ένα αίτημα που μόνο του, όπως φάνηκε, ήταν ενσωματώσιμο (βλ. εξαγγελίες της τότε αντιπολίτευσης ΣΥΡΙΖΑ περί κατάργησης τράπεζας θεμάτων). Την ίδια στιγμή, δεν κατάφερε να προτάξει και ένα θετικό αντιπρόταγμα για το σχολείο που θέλουμε, τον απελευθερωτικό πυρήνα της γνώσης και γενικότερα την παιδεία των αναγκών μας.

Ταυτόχρονα, παρά τα βήματα που έγιναν σε επίπεδο δημιουργίας ανώτερων μορφών οργάνωσης του μαθητικού κινήματος, τα συντονιστικά που συγκροτήθηκαν έμεναν συνήθως μόνο στο επίπεδο οργάνωσης μιας κοινής δράσης των σχολείων, δεν ανατροφοδοτούσαν και δεν εμβάθυναν την κουβέντα στις Γενικές Συνελεύσεις και τελικά δεν απέκτησαν ποτέ έναν μόνιμο χαρακτήρα, με αποτέλεσμα προοδευτικά να αδρανήσουν. Η μονοστοχία στα αιτήματα, η έλλειψη αντιπροτάγματος και η αδυναμία εμβάθυνσης και δημιουργίας μόνιμων συντονιστικών, στέρησε από το μαθητικό κίνημα τη δυνατότητα να συνδεθεί πιο ουσιαστικά και πιο οργανικά με το φοιτητικό κίνημα και τους εκπαιδευτικούς, δημιουργώντας ένα ενιαίο πανεκπαιδευτικό κίνημα.

Ο ρόλος και η δράση του Ανυπότακτου Μαθητή

Ο Ανυπόταχτος Μαθητής συμμετείχε και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην οργάνωση και τον συντονισμό του μαθητικού κινήματος το 2014 καθώς και στη σύνδεση με το ευρύτερο πανεκπαιδευτικό κίνημα. Ταυτόχρονα, προσπάθησε να συμβάλει στην πραγματική ανασυγκρότηση των μαθητικών συλλόγων και των Γενικών Συνελεύσεων των σχολείων, με αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες και ανεξάρτητα από τα 5μελή και τα 15μελή, στην εμβάθυνση της αιτηματολογίας, της ανάλυσης και των διεκδικήσεων του μαθητικού κινήματος για ένα πραγματικά ενιαίο δωδεκάχρονο, δημόσιο και δωρεάν σχολείο. Επιχείρησε επίσης να συμβάλει στην ενοποίηση του μαθητικού κινήματος και τον καλύτερο και πιο μόνιμο συντονισμό μεταξύ των σχολείων, στην οργανικότερη σύνδεσή του με το πανεκπαιδευτικό και το ευρύτερο νεολαιΐστικο κίνημα.

Αν και το ‘14 ο Ανυπόταχτος Μαθητής δεν κατάφερε στον βαθμό που ήταν αναγκαίο να πετύχει το ξεπέρασμα αυτών των αγκυλώσεων-παθογενειών του μαθητικού κινήματος, μια τέτοια λογική πρέπει και μπορεί να προτάξει και στο σήμερα, παίζοντας πρωταγωνιστικό ρόλο στην ουσιαστική αναβάθμιση και εμβάθυνση του μαθητικού κινήματος, στην ανώτερη στην ενεργότερη συμμετοχή του στο αντιφασιστικό κίνημα και στο κίνημα της γειτονιάς. Για να μπορέσει εν τέλει το μαθητικό κίνημα να αποτελέσει κομμάτι ενός πανεκπαιδευτικού κινήματος που θα παλεύει για μόρφωση και ζωή στο ύψος των αναγκών μας καθώς και για να γίνει η παιδεία ο σπασμένος κρίκος της επίθεσης.

Γιατί έρχεται να εφαρμοστεί ξανά στο σήμερα η τράπεζα θεμάτων;

Μόλις όμως 1 χρόνο μετά την εφαρμογή της, είδαμε την κατάργηση της τράπεζας θεμάτων με την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση το 2015. Αυτό προφανώς δεν έχει να κάνει με κάποια σκληρή προγραμματική αντιπαράθεση που είχε με τα υπόλοιπα κόμματα για τα ζητήματα της παιδείας προεκλογικά -γιατί δεν είχε, αλλά ήρθε ως αποτέλεσμα των πολύ δυναμικών κινητοποιήσεων του πανεκπαιδευτικού κινήματος τότε. Ο ΣΥΡΙΖΑ απλώς στήριξε επικοινωνιακά το αίτημα της κατάργησης της τράπεζας θεμάτων. Στην πραγματικότητα όμως η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και οι Υπουργοί Παιδείας του ήρθαν να βαθύνουν την επίθεση στα μορφωτικά δικαιώματα και να οξύνουν τις ταξικές αντιθέσεις των μαθητών.

Η σημερινή κυβέρνηση της ΝΔ παίρνοντας τη σκυτάλη από την προηγουμένη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, από την αρχή της διακυβέρνησής της εντείνει την επίθεση στην εκπαίδευση, από το νηπιαγωγείο μέχρι και το πανεπιστήμιο. Βασικό στοιχείο των αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων είναι και το Νέο Λύκειο με την τράπεζα θεμάτων.

Η Υπουργός δήλωσε ότι η τράπεζα θεμάτων θα ξεκινήσει από την Α’ Λυκείου, αλλά εάν η πλατφόρμα είναι έτοιμη σε γρήγορο χρονικό διάστημα και για τις άλλες δυο τάξεις του Λυκείου, δεν αποκλείεται να δώσουν όλοι οι μαθητές εξετάσεις με αυτόν τον τρόπο. Όσον αφορά την οργάνωση της τράπεζας θεμάτων, το υπουργείο θα καλέσει του εκπαιδευτικούς να υποβάλουν θέματα διαβαθμισμένης δυσκολίας σε ηλεκτρονική πλατφόρμα. Τα θέματα θα αξιολογηθούν από ειδικές επιτροπές και εφόσον κριθούν κατάλληλα θα συμπεριληφθούν στην τράπεζα. Με το νέο νομοσχέδιο η κυβέρνηση κάνει ταυτόχρονα, ανοιχτά πλέον, λόγο για κάμερες στα σχολεία, αξιολόγηση και εντείνει την πολιτική διάλυσης της παιδείας σε όλες τις βαθμίδες.

Για τους νέους πανεκπαιδευτικούς αγώνες στο σήμερα!

Ο μαθητικός ξεσηκωμός του ‘14 υπήρξε ενδεικτικός για τις δυνατότητες του μαθητικού κινήματος, για το πώς μπορεί αυτό να αναπτύσσεται, να αποκτά διάρκεια, να γίνεται πιο ριζοσπαστικό. Έφερε στο προσκήνιο νέες, ανώτερες μορφές και δομές οργάνωσής του, που κατάφεραν να το κάνουν πιο μαζικό, πιο οργανωμένο, πιο ενιαίο και πιο επικίνδυνο. Ανέδειξε, όμως, και το πιθανά όριά του, αν αυτό τοποθετηθεί μονάχα ενάντια σε μια πτυχή ενός νομοσχεδίου, και δεν παλέψει συνολικά για την παιδεία των αναγκών και των δικαιωμάτων μας. Το πιο βασικό όμως, είναι ότι ανέδειξε τον κρίσιμο ρόλο που έχει να παίξει στο σήμερα το μαθητικό κίνημα, και τη σύνδεση και την αλληλοτροφοδότηση που πρέπει να έχει και με το φοιτητικό κίνημα και με το κίνημα των εκπαιδευτικών για τη δημιουργία ενός πανεκπαιδευτικού κινήματος-πυροδότη κοινωνικών αναταραχών και αγώνων.

Στο σήμερα, η κυβέρνηση της ΝΔ και το Υπουργείο Παιδείας εντείνουν την αντιεκπαιδευτική τους πολιτική με ενιαίο τρόπο σε όλες τις βαθμίδες. Το νέο νομοσχέδιο που ψηφίστηκε κάνει ακόμα πιο επιτακτική την ανάγκη το μαθητικό κίνημα να βγει ξανά στο προσκήνιο, και να συνδεθεί με ένα ευρύτερο, μαζικό πανεκπαιδευτικό κίνημα, που δεν θα αντιπαρατεθεί μόνο με ένα νομοσχέδιο, η μία πτυχή του, αλλά με το σύνολο των αναδιαρθρώσεων και της αστικής πολιτικής στην παιδεία. Ένα πανεκπαιδευτικό κίνημα που θα αντιτάσσεται στη διάλυση της δημόσιας παιδείας, στις ελλείψεις και την υποχρηματοδότηση, στην επιχειρηματικοποίηση των σχολείων και των πανεπιστημίων, στους ταξικούς φραγμούς και τη μορφωτική λοβοτόμηση. Ένα πανεκπαιδευτικό κίνημα που δεν θα συσπειρώνεται μόνο σε ένα “Αντί-”, αλλά θα βάζει ένα θετικό αντιπρόταγμα για την παιδεία και τη ζωή των αναγκών μας.

Για μια παιδεία χειραφετητική, που θα απελευθερώνει από την άγνοια, την ημιμάθεια, τα δεσμά του σκοταδισμού και του αγνωστικισμού που εξαπλώνονται με αφορμή την επιδημία. Για μια παιδεία καθολική, δημόσια και δωρεάν, μακριά από τις επιταγές του κεφαλαίου και των υπερεθνικών οργανισμών. Για μια παιδεία πραγματικά δημόσια και δωρεάν για όλους, χωρίς ταξικούς φραγμούς, ανισότητες, διακρίσεις και αποκλεισμούς. Σε μία κοινωνία που ο πλούτος που παράγουν οι εργαζόμενοι θα είναι δικός τους.

*Ο Κώστας Καλαϊτζής είναι μέλος της ΕΑΑΚ στο ΤΕΙ Κρήτης. Ο Αλέξανδρος Μηνακάκης είναι μέλος της ΕΑΑΚ στην Ιατρική Κρήτης.

Πηγή εικόνας εξωφύλλου: https://dab-aldb.blogspot.com/2014/11/blog-post_89.html

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here