Εκτύπωση

του Henry A. Giroux*

Στο κείμενο αυτό υποστηρίζεται ότι η κριτική παιδαγωγική πρέπει να εφαρμοστεί μέσα στα πλαίσια μιας πληρέστερης κατανόησης της πολιτικής διάστασης της εκλαϊκευμένης κουλτούρας. Αναλύονται τόσο οι συντηρητικές όσο και οι ριζοσπαστικές προσεγγίσεις της κουλτούρας αυτής και, με επιχειρήματα από τον Gramsci αλλά και τον Foucault, παρατί­θενται προτάσεις για τον επαναπροσδιορισμό της ως πεδίο αγώνα και κυριαρχίας. Το κα­ταληκτικό επιχείρημα είναι ότι ο παιδαγωγός, εάν επιδιώκει μια παιδαγωγική που απαι­τεί κάποια άρθρωση γνώσης και απολαύσεων -αναπόσπαστες στην καθημερινή μαθητική ζωή-, οφείλει να αντιμετωπίζει την εκλαϊκευμένη κουλτούρα και την κοινωνική διαφορά ως το πεδίο στο οποίο καλείται να συναντήσει τους μαθητές του σε μια επικριτική και ενδυ­ναμωτική παιδαγωγική συνάντηση.

Την τελευταία δεκαετία, ριζοσπάστες παιδαγωγοί άρχισαν να παίρνουν στα σοβαρά το θέμα της μαθητικής εμπειρίας ως κεντρικό συστατικό στην ανάπτυ­ξη της θεωρίας της διαπαιδαγώγησης και της πολιτισμικής πολιτικής (για παρά­δειγμα, Shor 1980, Willis 1981, Connell, Ashenden, Kessler & Dowsett 1982, Apple 1982, Giroux 1983, McLaren 1986). Οι τρόποι με τους οποίους η σχολική εμπειρία παράγεται, οργανώνεται και νομιμοποιείται στα σχολεία έχει γίνει ένας αυξανόμε­να σημαντικός θεωρητικός παράγοντας για την κατανόηση του πώς λειτουργούν τα σχολεία για να παραγάγουν και να εξουσιοδοτήσουν συγκεκριμένες μορφές νο­ήματος και να εφαρμόσουν διδακτικές πρακτικές σύμφωνες με τις ιδεολογικές αρ­χές της κυρίαρχης κοινωνίας. Αντί να εστιάσουν αποκλειστικά στο πώς τα σχολεία αναπαράγουν την κυρίαρχη κοινωνική τάξη μέσω μορφών κοινωνικής και πολι­τισμικής αναπαραγωγής ή στο πώς οι μαθητές αμφισβητούν την κυρίαρχη λογική μέσω διάφορων μορφών αντίστασης, οι ριζοσπάστες παιδαγωγοί επιχείρησαν πιο πρόσφατα να αναλύσουν την περιοχή της διαπαιδαγώγησης ως έναν αγώνα με­ταξύ συγκεκριμένων τρόπων ζωής. Από αυτή την άποψη η διαδικασία διαπαιδα­γώγησης δεν μπορεί να γίνει πλήρως αντιληπτή εντός των περιοριστικών παραμέ­τρων του μοντέλου αναπαραγωγής/αντίστασης. Αντιθέτως, αναλύεται ως μέρος ενός πολύπλοκου και συχνά αντιφατικού συνόλου ιδεολογικών και υλικών διαδι­κασιών μέσω των οποίων επιτελείται ο μετασχηματισμός της εμπειρίας. Εν συντο­μία, η διαπαιδαγώγηση είναι αντιληπτή ως μέρος της παραγωγής και νομιμοποί­ησης των κοινωνικών μορφών και υποκειμενικοτήτων, όπως αυτές οργανώνονται εντός σχέσεων ισχύος και νοήματος που είτε ενδυναμώνουν είτε περιορίζουν τις ανθρώπινες ικανότητες για ατομική και κοινωνική χειραφέτηση.1

Ενώ η θεωρητική βοήθεια που παρέχει αυτή η θέση δεν μπορεί να υπερτονιστεί, οι ριζοσπάστες θεωρητικοί της παιδαγωγικής έχουν παρόλα αυτά σχεδόν αγνοή­σει τη σημασία της εκλαϊκευμένης κουλτούρας [popular culture] τόσο για την ανά­πτυξη μιας πιο κριτικής αντίληψης της μαθητικής εμπειρίας όσο και για να θέσουν το πρόβλημα της παιδαγωγικής με έναν κριτικό τρόπο που να δίνει συνάμα και τη δυνατότητα για διαφορετικές θεωρητικές προεκτάσεις. Η ειρωνεία αυτής της θέσης είναι ότι, ενώ οι ριζοσπάστες παιδαγωγοί υποστηρίζουν τη σημασία της μαθητι­κής εμπειρίας ως κεντρικό συστατικό για την ανάπτυξη μιας κριτικής παιδαγωγι­κής, απέτυχαν γενικώς να αναλογιστούν πώς αυτή η εμπειρία διαμορφώνεται από το περιβάλλον της εκλαϊκευμένης κουλτούρας. Παρομοίως, ήταν διατακτικοί στο να εγείρουν το ερώτημα γιατί η εκλαϊκευμένη κουλτούρα δεν αποτέλεσε αντικείμε­νο σοβαρής μελέτης είτε στη σχολική διδακτέα ύλη είτε στις μεταρρυθμίσεις της δι­δακτέας ύλης που διατυπώθηκαν από κριτικά σκεπτόμενους φιλελεύθερους παιδα­γωγούς. Το χάσμα αυτό μπορεί να επεξηγηθεί μερικώς από το γεγονός ότι οι ριζο­σπάστες παιδαγωγοί συχνά νομιμοποιούν στο έργο τους μια θεωρία της παιδαγω­γικής στην οποία η ιδεολογική ορθότητα της πολιτικής θέσης κάποιου φαίνεται να είναι ο πρωταρχικός καθοριστικός παράγοντας για την εκτίμηση της παραγωγής της γνώσης και της ανταλλαγής που διαδραματίζεται ανάμεσα σε δασκάλους και μαθητές. Οδηγούμενοι από την ανησυχία για την παραγωγή γνώσης που είναι ιδεολογικώς ορθή, οι ριζοσπάστες θεωρητικοί επέδειξαν ελάχιστη ή καθόλου κατανό­ηση του πώς ένας δάσκαλος μπορεί να είναι ταυτόχρονα πολιτικά ορθός και παι­δαγωγικά λανθασμένος. Ούτε μπορούν να εντοπιστούν συντονισμένες προσπάθει­ες των ριζοσπαστών θεωρητικών να αναλύσουν πώς οι σχέσεις παιδαγωγικής και οι σχέσεις ισχύος είναι άρρηκτα δεμένες όχι μόνο με το τι γνωρίζουν οι άνθρωποι αλλά με το πώς καταλήγουν να γνωρίζουν με συγκεκριμένο τρόπο εντός των περι­ορισμών συγκεκριμένων κοινωνικών μορφών.

Σε αυτό το κεφάλαιο θέλουμε να υποστηρίξουμε ότι η έλλειψη μιας επαρκούς αντίληψης της κριτικής παιδαγωγικής πρακτικής ευθύνεται εν μέρει για την απου­σία μιας επαρκούς πολιτικής της εκλαϊκευμένης κουλτούρας. Στα πλαίσια των κρι­τικών εκπαιδευτικών θεωριών, η πραγμάτευση του θέματος της παιδαγωγικής γί­νεται συχνά με έναν εκ των δύο τρόπων: (1) ως μέθοδος το κύρος της οποίας καθο­ρίζεται από τη λειτουργική της σχέση με συγκεκριμένες μορφές γνώσης ή (2) ως δι­αδικασία ιδεολογικής αποσύνθεσης ενός κειμένου. Στην πρώτη προσέγγιση δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στη γνώση που επιλέγεται για χρήση σε μια συγκεκριμένη τάξη. Συχνά, οι τρόποι με τους οποίους οι μαθητές λαμβάνουν τέτοια γνώση θεωρούνται δεδομένοι. Πιστεύεται ότι εάν κάποιος έχει πρόσβαση σε μια ιδεολογικά ορθή αντί­ληψη αυτού το οποίο πρέπει να κατανοήσει, το μόνο σοβαρό ερώτημα που πρέπει να εγερθεί για την παιδαγωγική αφορά τη διαδικαστική τεχνική, δηλαδή εάν θα πρέπει κάποιος να χρησιμοποιήσει σεμινάριο, διάλεξη ή κάποια άλλη μέθοδο διδα­σκαλίας;2 Στη δεύτερη προσέγγιση, η παιδαγωγική μειώνεται σε ανησυχία για και ανάλυση των πολιτικών συμφερόντων που συνθέτουν συγκεκριμένες μορφές γνώ­σης, τρόπους αντίληψης και μεθόδους διδασκαλίας. Παραδείγματος χάριν, συγκε­κριμένες μέθοδοι διδασκαλίας μπορούν να αναλυθούν σύμφωνα με το αν περιλαμ­βάνουν ή όχι σεξιστικά, ρατσιστικά και ταξικά συμφέροντα, αν χρησιμεύουν στο να ‘κλείνουν το στόμα των μαθητών’ ή προωθούν πρακτικές οι οποίες αποδυναμώ­νουν τους δασκάλους.3 Και στις δύο προσεγγίσεις, αυτό που συχνά αγνοείται είναι η έννοια της παιδαγωγικής ως μια μορφή πολιτισμικής παραγωγής και ανταλλα­γής που αφορά το πώς παράγεται, μεταδίδεται, αρνείται και απεικονίζεται η γνώ­ση μέσα από σχέσεις ισχύος τόσο εντός όσο και εκτός της σχολικής διδασκαλίας.

Κατά τη γνώμη μας, το θέμα της κριτικής παιδαγωγικής απαιτεί προσοχή στο πώς οι μαθητές οικοδομούν ενεργά τις κατηγορίες νοήματος που προεικονίζουν πώς παράγουν και ανταποκρίνονται στη γνώση της τάξης. Αγνοώντας τις πολιτι­σμικές και κοινωνικές μορφές που νομιμοποιούνται από την ίδια τη νεολαία και ταυτοχρόνως χρησιμεύουν για να την ενδυναμώσουν ή να την αποδυναμώσουν, οι παιδαγωγοί διατρέχουν τον κίνδυνο συνενοχής στο να φιμώσουν και να αναιρέ­σουν στην πράξη τους μαθητές τους. Αυτό επιτυγχάνεται ασυνείδητα από την άρ­νηση των παιδαγωγών να αναγνωρίσουν τη σημασία εκείνων των τόπων και κοι­νωνικών πρακτικών εκτός του σχολείου που διαμορφώνουν ενεργά τις μαθητικές εμπειρίες και μέσω των οποίων οι μαθητές συχνά ορίζουν και οικοδομούν την αί­σθησή τους περί ταυτότητας, πολιτικής και πολιτισμού. Δεν μας απασχολεί απλά η παρακίνηση των μαθητών να μάθουν, αλλά μάλλον η δημιουργία των συνθηκών μάθησης που καθιστούν ικανούς τους μαθητές να τοποθετούν τον εαυτό τους στην ιστορία και να ανακρίνουν την επάρκεια αυτής της τοποθέτησής τους ως ένα παι­δαγωγικό και πολιτικό ερώτημα.4

Οι παιδαγωγοί που αρνούνται να αναγνωρίσουν την εκλαϊκευμένη κουλτού­ρα ως μια σημαντική βάση γνώσης συχνά υποτιμούν τους μαθητές αρνούμενοι να δουλέψουν με τη γνώση που πράγματι έχουν εκείνοι. Πράττοντας κάτι τέτοιο, οι παιδαγωγοί αυτοί απαλείφουν τη πιθανότητα ανάπτυξης μιας παιδαγωγικής η οποία συνδέει τη σχολική γνώση με τις διαφορετικές υποκειμενικές σχέσεις που βο­ηθούν στη σύνθεση της καθημερινής ζωής των μαθητών. Μια πιο επικριτική παι­δαγωγική απαιτεί οι παιδαγωγικές σχέσεις να θεωρούνται σχέσεις δύναμης δομη­μένες πρωταρχικά μέσω κυρίαρχων αλλά πάντοτε διαπραγματευόμενων και αμφι­σβητούμενων μορφών συναίνεσης.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι η βάση για μια κριτική παιδαγωγική δεν μπορεί να αναπτυχθεί απλώς γύρω από τον συνυπολογισμό συγκεκριμένων μορφών γνώσης που έχουν καταπιεστεί ή αγνοηθεί από την κυρίαρχη κουλτούρα ούτε και μπορεί να επικεντρωθεί στο να παρέχει στους μαθητές πιο ενδυναμωτικές ερμηνείες του κοινωνικού και υλικού κόσμου. Μια τέτοια παιδαγωγική πρέπει να φροντίζει για τους τρόπους με τους οποίους οι μαθητές κάνουν τόσο συναισθηματικές όσο και σημασιολογικές επενδύσεις ως μέρος των προσπαθειών τους να συντονίσουν και να δώσουν νόημα στη ζωή τους.5 Αυτή είναι μια σημαντική επίγνωση που προβλη­ματίζει και ταυτόχρονα παρέχει μια επανόρθωση στους παραδοσιακούς τρόπους με τους οποίους οι ριζοσπάστες παιδαγωγοί επεξήγησαν πώς τα κυρίαρχα νοήματα και αξίες λειτουργούν ως μέρος μιας ευρύτερης ιδεολογίας για να θέσουν, να χειρι­στούν και να περιορίσουν τους τρόπους με τους οποίους οι μαθητές βλέπουν τόσο τον εαυτό τους όσο και τη σχέση τους με την ευρύτερη κοινωνία. Η σημασία του συνυπολογισμού της εκλαϊκευμένης κουλτούρας στην ανάπτυξη μιας κριτικής παιδα­γωγικής είναι ότι παρέχει την ευκαιρία για να προάγουμε την κατανόηση του τρό­που με τον οποίο οι μαθητές επενδύουν σε συγκεκριμένες κοινωνικές μορφές και πρακτικές. Με άλλα λόγια, η μελέτη της εκλαϊκευμένης κουλτούρας εξυπηρετεί την ανάγκη να κατανοήσουμε το τι σημαίνει ‘απόλαυση’ στην εκπαιδευτική πράξη και καθημερινότητα. Αυτή η κατανόηση μπορεί να μας διευκολύνει να απευθυνθού­με στους μαθητές μας αποτελεσματικότερα, στο μέτρο που αυτοί βιώνουν και ανα­πτύσσουν πολλές φορές ένα είδος αντιφατικών σχέσεων τόσο με την ίδια τη σχο­λική πραγματικότητα όσο και με την πολιτική σε καθημερινό επίπεδο. Εάν μία εκ των κεντρικών ανησυχιών μιας κριτικής παιδαγωγικής είναι η κατανόηση του πώς οι μαθητικές ταυτότητες, κουλτούρες και εμπειρίες παρέχουν τη βάση για τη μάθη­ση, πρέπει να καταλάβουμε την ολότητα των στοιχείων που οργανώνουν τέτοιες υποκειμενικότητες.

[···]

Ριζοσπαστικές και συντηρητικές προσεγγίσεις της εκλαϊκευμένης κουλτούρας

Ιστορικά, η έννοια της εκλαϊκευμένης κουλτούρας δεν πέτυχε ως μέρος της ατζέ­ντας ούτε της Αριστεράς ούτε και της Δεξιάς.6 Για την Αριστερά, δύο αντιλήψεις κατείχαν κεντρική θέση σε διαφορετικό περιβάλλοντα της μαρξιστικής θεωρίας. Στην πρώτη, η εκλαϊκευμένη κουλτούρα στερείται της δυνατότητας για δημιουρ­γικές, παραγωγικές ή αυθεντικές μορφές έκφρασης. Από αυτή την άποψη, η εκλα­ϊκευμένη κουλτούρα είναι απλά το περιβάλλον της ιδεολογίας και των πολιτισμι­κών μορφών που επιβάλλονται στις μάζες από τη βιομηχανία κουλτούρας για να τις συνενώσουν με την υπάρχουσα κοινωνική τάξη. Στα πλαίσια αυτής της θεώρη­σης η εκλαϊκευμένη κουλτούρα εμπορευματοποιείται και παράγει άτομα κατ’ εικό­να της δικής της λογικής, μιας λογικής που χαρακτηρίζεται από τυποποίηση, ομοι­ομορφία και παθητικότητα. Η δομική αρχή εν λειτουργία σε αυτή την αντίληψη της εκλαϊκευμένης κουλτούρας είναι μια αρχή ολοκληρωτικής κυριαρχίας και από­λυτης υποταγής. Οι άνθρωποι γίνονται συνώνυμοι με πολιτισμικά κορόιδα, ανίκα­να είτε να μεσολαβήσουν είτε να αντισταθούν είτε να απορρίψουν τις προσταγές της κυρίαρχης κουλτούρας.

Το χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της θέσης προέρχεται από τους Theodor Adorno και Max Horkheimer ([1944] 1972)7. Στα πλαίσια της διαλεκτικής τους, η εκλαϊκευμένη κουλτούρα εξισώνεται με την κουλτούρα της μάζας. Αυτό θεωρήθηκε ως μια αντίστροφη μορφή ψυχανάλυσης, δηλαδή αντί να θεραπεύει νευρώσεις που προκλήθηκαν από την κοινωνία, η εκλαϊκευμένη κουλτούρα τις παρήγαγε. Παρο­μοίως, οι εκλαϊκευμένες μορφές όπως είναι η τηλεόραση, το ραδιόφωνο, η τζαζ ή οι στήλες αστρολογίας που δημοσιεύονται σε πολλές εφημερίδες, θεωρούνταν ως τίποτα περισσότερο από μια μορφή ιδεολογικής στενογραφίας για εκείνες τις ιδε­ολογικές σχέσεις που αναπαρήγαγαν το κοινωνικό σύστημα στο σύνολό του. Για τον Adorno, συγκεκριμένα, η εκλαϊκευμένη κουλτούρα δεν ήταν παρά μια μορφή κουλτούρας της μάζας της οποίας οι επιδράσεις δεν είχαν καθόλου λυτρωτικές πο­λιτικές πιθανότητες. Από αυτή την άποψη, ο κόσμος ή οι ‘μάζες’ στερούνταν οιασδήποτε κουλτούρας μέσω της οποίας μπορούσαν να προσφέρουν αντίσταση ή ένα εναλλακτικό όραμα του κόσμου. Ο Adorno (1975:18-19) είναι σαφής επ’ αυτού:

Η ολική επίδραση της βιομηχανίας της κουλτούρας είναι αντι-διαφωτιστική, στην οποία, όπως ο Horkheimer και εγώ παρατηρήσαμε, ο διαφωτισμός, δηλαδή η διαδοχι­κή τεχνική κυριαρχία της φύσης, γίνεται μαζική απάτη και μετατρέπεται σε μέσο πε­ριορισμού της συνείδησης. Εμποδίζει την ανάπτυξη αυτόνομων, ανεξάρτητων ατόμων τα οποία κρίνουν και αποφασίζουν συνειδητά για τον εαυτό τους… Εάν οι μάζες έχουν αδίκως διασυρθεί εκ των άνω ως μάζες, η βιομηχανία της κουλτούρας δεν ευθύνεται καθόλου για το ότι τις μετέτρεψε σε μάζες και ακολούθως τις περιφρόνησε, ενώ παρα­κωλύει την απελευθέρωση για την οποία τα ανθρώπινα όντα [μπορεί] να είναι έτοιμα.

Οι απόψεις του Adorno εκπροσωπούν μια από τις κεντρικές παράδοξες θέσεις των θεωρητικών της Σχολής της Φρανκφούρτης. Σύμφωνα με αυτούς, η λογική δεν είναι μόνο σε έκλειψη στη σύγχρονη εποχή, είναι επίσης η πηγή της κρίσης και της παρακμής. Η πρόοδος κατέληξε να σημαίνει την ουσιοκρατία, τον ορθολογι­σμό και την τυποποίηση της ίδιας της σκέψης, όπου η βιομηχανία της κουλτούρας παίζει βασικό ρόλο στη μεταμόρφωση του πολιτισμού και της λογικής σε ακριβώς το αντίθετο, στον πολιτισμό ως αμάθεια και εμπορευματοποίηση. Στα πλαίσια αυ­τής της άποψης διατηρείται η διάκριση ανάμεσα σε υψηλή κουλτούρα και μαζι­κή/εκλαϊκευμένη κουλτούρα. Σε αυτή την περίπτωση η υψηλή κουλτούρα γίνε­ται μια υπερβατική σφαίρα, ένα από τα ελάχιστα εναπομείναντα περιβάλλοντα στα οποία η αυτονομία, η δημιουργικότητα και η αντίσταση μπορούν να εκφρα­στούν. Ενώ υποστηρίζουν ότι η εκλαϊκευμένη κουλτούρα είναι μια έκφραση της ολίσθησης στην αμάθεια, οι θεωρητικοί της Φρανκφούρτης, όπως ο Adorno και ο Horkheimer, επιστρέφουν σε μια ατυχή νομιμοποίηση της υψηλής κουλτούρας στην οποία συγκεκριμένες εκδοχές της τέχνης, της μουσικής, της λογοτεχνίας και της φιλοσοφικής παράδοσης γίνονται ένα ουτοπικό καταφύγιο αντίστασης στον νέο βαρβαρισμό (Horkheimer & Adorno [1944] 1972).

Η δεύτερη αντίληψη της εκλαϊκευμένης κουλτούρας που δεσπόζει στη μαρξι­στική θεωρία αναπτύσσεται περισσότερο στο έργο των ιστορικών και κοινωνιολό­γων οι οποίοι εστιάζουν σε διάφορες πτυχές της ‘ιστορίας των λαών’ ή των πολιτι­σμικά περιθωριοποιημένων ομάδων. Από αυτή την άποψη, η εκλαϊκευμένη κουλ­τούρα γίνεται μια εκδοχή της λαϊκής κουλτούρας και της σύγχρονης παραλλαγής της. Δηλαδή, ως αντικείμενο ιστορικής ανάλυσης, η κουλτούρα της εργατικής τά­ξης ανασκάπτεται ως μια άσπιλη έκφραση της λαϊκής αντίστασης. Στα πλαίσια αυ­τής της μορφής ανάλυσης το πολιτικό και το παιδαγωγικό αναδύονται ως μια προ­σπάθεια για αναδόμηση μιας ‘ριζοσπαστικής και […] λαϊκής παράδοσης έτσι ώστε “ο λαός” να μπορέσει να μάθει και να πάρει κουράγιο από τους αγώνες των προ­γόνων του’, ή φαίνεται ως μια προσπάθεια να αναδείξουν \ον λαό’ ως υποστηρικτή [μιας] ‘σπουδαίας κουλτούρας’ έτσι ώστε να μπορέσει να οδηγηθεί τελικά στην προσάρτηση αυτής της κουλτούρας ως δικής του (Bennett 1986:15).

Παρόμοια και πιο σύγχρονη έκδοση αυτής της θεώρησης αντιπαραθέτει την υψηλή ή κυρίαρχη κουλτούρα στην εναλλακτική κουλτούρα της εργατικής τάξης ή των πολιτισμικά περιθωριοποιημένων ομάδων. Αυτή είναι η κουλτούρα της αυ­θεντικότητας, μια κουλτούρα η οποία υποτίθεται ότι είναι ανεπηρέαστη από τη λο­γική και τις πρακτικές της βιομηχανίας της κουλτούρας ή της επιβολής ενός κυ­ρίαρχου τρόπου ζωής. Εν δράσει εδώ βρίσκεται μια ρομαντικοποιημένη άποψη της εκλαϊκευμένης εμπειρίας που, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, κατορθώνει να δι­αφύγει από τις σχέσεις και τις αντιφάσεις που υφίστανται στην ευρύτερη κοινω­νία. Αυτή η άποψη πέφτει θύμα μιας ουσιοκρατικής ανάγνωσης της εκλαϊκευμέ­νης κουλτούρας. Υποτιμά βαθιά το πιο κεντρικό χαρακτηριστικό της δύναμης της κουλτούρας στον 20ό αιώνα. Αποτυγχάνοντας να αναγνωρίσει την εκλαϊκευμέ­νη κουλτούρα ως μια σφαίρα σε ένα περίπλοκο πεδίο κυριαρχίας και υποτέλειας, αγνοεί την αναγκαιότητα για την παροχή μιας κατανόησης του πώς η εξουσία πα­ράγει διαφορετικά επίπεδα πολιτισμικών σχέσεων, εμπειριών και αξιών οι οποίες διαρθρώνουν τις πολυεπίπεδες ιδεολογίες και τις κοινωνικές πρακτικές οιασδήποτε κοινωνίας.

[…]

Στη συντηρητική επίθεση κατά της κουλτούρας της μάζας, η κατηγορία της αλη­θινής κουλτούρας αντιμετωπίζεται ως μια αποθήκη γεμάτη με τα αγαθά της αρχαι­ότητας, που περιμένουν υπομονετικά να διανεμηθούν εκ νέου σε κάθε γενιά. Από αυτή την προοπτική, η γνώση γίνεται ιερή, τιμάται και αποσπάται από τις απαιτή­σεις της κοινωνικής κριτικής και των ιδεολογικών συμφερόντων. Στην προκειμένη περίπτωση οι παιδαγωγικές αρχές για τις οποίες γίνεται λόγος είναι παρόμοιες με εκείνες που ισχύουν στους ύμνους της Αριστεράς για την υψηλή κουλτούρα. Και στις δύο περιπτώσεις, η ρητορεία της παλινόρθωσης και της κρίσης της κουλτούρας νομιμοποιεί μια παιδαγωγική σύμφωνη με μια αντίληψη που βλέπει την κουλτού­ρα ως τεχνούργημα και τους μαθητές ως δέκτες της λαμβανόμενης γνώσης. Μολο­νότι ορμώμενοι από διαφορετικές πολιτικές θέσεις, οι συνήγοροι της υψηλής κουλ­τούρας στην Αριστερά και στη Δεξιά συχνά υποστηρίζουν ότι η κουλτούρα του λαού πρέπει να αντικατασταθεί από μορφές γνώσης και αξίες που βρίσκονται στο επίκεντρο της κυρίαρχης κουλτούρας. Από αυτή την άποψη, οι μορφές του επανα­στατικού αγώνα και της συντήρησης φαίνεται να συγκλίνουν γύρω από την αντί­ληψη της εκλαϊκευμένης κουλτούρας ως μιας μορφής βαρβαρισμού, μιας έννοιας του ‘λαού’ ως ενός παθητικού σώματος και μιας απήχησης της αντίληψης του Δια­φωτισμού η οποία μειώνει την πολιτισμική παραγωγή και το νόημα στους περιο­ρισμούς της υψηλής κουλτούρας. Ερωτήματα σχετικά με την πολυδιάστατη φύση των αγώνων, των αντιφάσεων και των ανασχηματισμών που καταγράφουν με δι­αφορετικούς τρόπους την ιστορικά ιδιαίτερη επιφάνεια των εκλαϊκευμένων πολι­τισμικών μορφών παραβλέπονται εντελώς τόσο στις κυρίαρχες ριζοσπαστικές όσο και στις συντηρητικές θέσεις που αναφέρονται πιο πάνω.

[…]

Η ηγεμονία ως παιδαγωγική διαδικασία

Το έργο του Antonio Gramsci αντιπροσωπεύει ένα σημαντικό σημείο εκκίνη­σης τόσο για τον επαναπροσδιορισμό του νοήματος της εκλαϊκευμένης κουλτού­ρας όσο και για την προαγωγή της παιδαγωγικής και πολιτικής της σημασίας ως πεδίου αγώνα και κυριαρχίας (Gramsci 1971,1985). Ο Gramsci δεν ασχολήθηκε ο ίδιος με τις σύγχρονες εκδηλώσεις της εκλαϊκευμένης κουλτούρας όπως είναι ο κι­νηματογράφος και το ραδιόφωνο, ούτε και έγραψε κάτι αξιοσημείωτο για τις συμ­βολικές μορφές της εκλαϊκευμένης κουλτούρας που υπήρχαν στα αστικά κέντρα της Ευρώπης στις αρχές του 20ού αιώνα· διατύπωσε όμως μια πρωτότυπη και βα­θιά εδραιωμένη θεωρία της κουλτούρας, της εξουσίας και της ηγεμονίας που πα­ρέχει μια θεωρητική βάση η οποία προχωρά πέρα από το αδιέξοδο που έβλεπε την εκλαϊκευμένη κουλτούρα στα πλαίσια των διπολικών εναλλακτικών ενός πανηγυ­ρικού λαϊκισμού [popularism] ή μιας εξασθενημένης πολιτισμικής παραζάλης.8 Η θεωρία της ηγεμονίας του Gramsci επανακαθορίζει τις δομικές αρχές που διατη­ρούν τις σχέσεις ανάμεσα στις κυρίαρχες και περιθωριοποιημένες τάξεις στις προ­ηγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες. Για αυτόν η άσκηση ελέγχου από τις άρχουσες τάξεις χαρακτηρίζεται λιγότερο από την υπερβολική χρήση επίσημα επικυρωμένης βίας παρά διαμέσου αυτού που αποκαλεί ηγεμονική αρχηγία. Η ηγεμονική αρχη­γία αναφέρεται στον αγώνα για να κερδηθεί η συναίνεση των περιθωριοποιημέ­νων ομάδων στην υπάρχουσα κοινωνική τάξη. Αντικαθιστώντας τον αγώνα της ηγεμονίας με την έννοια της κυριαρχίας, ο Gramsci επισημαίνει τους σύνθετους τρόπους με τους οποίους η συναίνεση οργανώνεται ως μέρος μιας ενεργούς παι­δαγωγικής διαδικασίας στο περιβάλλον της καθημερινής ζωής. Κατ’ αυτόν, μια τέ­τοια διαδικασία πρέπει να επεμβαίνει σταδιακά στο πολιτισμικό και ιδεολογικό περιβάλλον των περιθωριοποιημένων ομάδων για να νομιμοποιηθούν τα συμφέ­ροντα και η εξουσία του κυβερνώντος συνασπισμού.

Η αρχή της ηγεμονίας του Gramsci διευρύνει το ερώτημα για το ποιες κοινωνι­κές ομάδες θα κατέχουν και θα ασκούν εξουσία. Κυρίως, εγείρει έναν αριθμό θεω­ρητικών σκέψεων αναφορικά με το πώς η εξουσία ως σύνολο πολιτισμικών, οικο­νομικών και πολιτικών πρακτικών λειτουργεί για να καθορίσει, να οργανώσει και να νομιμοποιήσει συγκεκριμένες αντιλήψεις της κοινής λογικής.9 Η ηγεμονία του πρέπει να αρθρωθεί ως μια πολιτική αλλά και παιδαγωγική διαδικασία. Η ηθική ηγεμονία και η εξουσία της πολιτείας είναι συνδεδεμένες με μια διαδικασία συναί­νεσης, ως μια μορφή μάθησης, η οποία διασφαλίζεται μέσω της επεξεργασίας και της διαλεκτικής αντιμετώπισης συγκεκριμένων αναγκών, απηχήσεων, αξιών και συμφερόντων που πρέπει να ικανοποιηθούν και να μεταμορφώσουν τις ανησυχί­ες των περιθωριοποιημένων ομάδων. Από αυτή την άποψη, η ηγεμονία είναι μια συνεχιζόμενη, μεταβαλλόμενη και προβληματική ιστορική διαδικασία. Η συναί­νεση δομείται μέσα από μια σειρά σχέσεων που χαρακτηρίζονται από έναν συνεχή πολιτικό αγώνα ανάμεσα στις αντιμαχόμενες αντιλήψεις και απόψεις για τον κό­σμο των κυρίαρχων και περιθωριοποιημένων ομάδων. Αυτό που αξίζει να σημει­ωθεί εδώ είναι πως δεν πρόκειται για έναν πολιτικό αγώνα πλαισιωμένο από μια επιβαλλόμενη κυρίαρχη κουλτούρα και μια αδύναμη ή ‘αυθεντική’ περιθωριοποι­ημένη κουλτούρα. Αντιθέτως, ισχυριζόμενος ότι κάθε σχέση ηγεμονίας είναι κατ’ ανάγκη μια εκπαιδευτική σχέση, ο Gramsci καθιστά σαφές ότι ένας κυρίαρχος συ­νασπισμός μπορεί να εμπλακεί σε έναν πολιτικό και παιδαγωγικό αγώνα για τη συναίνεση των περιθωριοποιημένων ομάδων εάν είναι πρόθυμος να πάρει στα σο­βαρά και να αρθρώσει μερικές από τις αξίες και τα ενδιαφέροντα των ομάδων αυ­τών.

Έμφυτη στην προσπάθεια των κυρίαρχων ομάδων να μεταμορφώσουν παρά να μετατοπίσουν το ιδεολογικό και πολιτισμικό περιβάλλον των περιθωριοποι­ημένων ομάδων, η ίδια η κυρίαρχη ιδεολογία συμβιβάζεται και υπάρχει σε μια πολύ πιο αγνή και αμόλυντη κατάσταση. Είναι περιττό να ειπωθεί ότι η κουλτού­ρα των περιθωριοποιημένων ομάδων δεν αντιμετωπίζει ποτέ την κυρίαρχη κουλ­τούρα είτε με απόλυτη απάθεια είτε τελείως συγκρουσιακά. Στον αγώνα για τη δι­άνοιξη των δικών τους χώρων για αντίσταση και βεβαίωση, οι περιθωριοποιημένες κουλτούρες πρέπει να διαπραγματεύονται και να συμβιβάζονται τόσο γύρω από τα στοιχεία εκείνα που παραδίδουν στην κυρίαρχη κουλτούρα όσο και από εκείνα που διατηρούν ως αντιπροσωπευτικά των δικών τους συμφερόντων και επιθυμιών.

Από αυτή την άποψη του αγώνα εντός της ηγεμονικής διαδικασίας, είναι ξεκά­θαρο ότι η σχέση ανάμεσα στην εκλαϊκευμένη κουλτούρα και τις διαδικασίες συ­ναίνεσης απαιτεί την απόρριψη κάθε έννοιας εκλαϊκευμένης κουλτούρας που δι­αρθρώνεται με ουσιοκρατικούς όρους. Ήτοι, η έννοια της εκλαϊκευμένης κουλτού­ρας δεν μπορεί να οριστεί γύρω από ένα σύνολο ιδεολογικών εννοιών, μόνιμα εγ­χαραγμένων σε συγκεκριμένες πολιτισμικές μορφές. Αντιθέτως, λόγω των θέσεων των πολιτισμικών μορφών εντός και ως μέρος της δυναμικής της συναίνεσης, το νόημά τους μπορεί να εξακριβωθεί μόνο μέσω της διάρθρωσής τους σε μια πρακτι­κή και ένα σύνολο συγκεκριμένων ιστορικά συναφών σχέσεων που καθορίζουν το πολιτικό τους νόημα και τα ιδεολογικά τους συμφέροντα. To breakdancing, οι ενδυματολογικοί κώδικες των punk ή η μουσική heavy metal μπορεί να είναι επαρκώς συγκλίνοντα και σύμφωνα, εντός ενός κοινωνικού και ιστορικού πλαισίου, για να θεωρούνται ως μια νόμιμη ριζοσπαστική έκφραση της εκλαϊκευμένης κουλτού­ρας και εν τούτοις, σε ένα άλλο κοινωνικό πεδίο, μπορεί να μεταδίδονται μέσω της ιδεολογίας του καταναλωτή και των επενδύσεων της μαζικής κουλτούρας.

Συνοψίζοντας, υποστηρίζουμε ότι δεν υπάρχει εκλαϊκευμένη κουλτούρα εκτός των αλληλοσυνδεόμενων διαδικασιών νοήματος, εξουσίας και επιθυμίας που χα­ρακτηρίζουν τη ισχύ των εν ενεργεία πολιτισμικών σχέσεων σε μια συγκεκριμέ­νη στιγμή και χώρο στην ιστορία. Αυτό που υποδηλώνεται πιο συγκεκριμένα εί­ναι ότι το περιεχόμενο της εκλαϊκευμένης κουλτούρας δεν μπορεί να γίνει κατα­νοητό ως ένα προκαθορισμένο περιεχόμενο. Αντ’ αυτού, παράγεται καθώς οι ιδε­ολογικές και καθιερωμένες δομικές σχέσεις λειτουργίας μιας δεδομένης κοινωνίας διατηρούν τις διαφορές ανάμεσα στο τι συνθέτει και τι όχι την κυρίαρχη κουλτού­ρα. Συνέπεια του αγώνα για τη διατήρηση της διαφοράς και για την εξυπηρέτηση της κυρίαρχης και της περιθωριοποιημένης κουλτούρας στη Βόρεια Αμερική σήμε­ρα, είναι η διαμόρφωση των θεσμών, ιδεολογιών και κοινωνικών πρακτικών που αποτελούν τα χαρακτηριστικά εκείνα που σημειώνουν μια γενική διάκριση ανά­μεσα στο βασίλειο της κυρίαρχης και εκείνο της περιθωριοποιημένης κουλτούρας.

[···]

Η κουλτούρα ως ένα πεδίο σχέσεων αγώνα και δύναμης

Εισερχόμαστε στη διαδικασία της διερεύνησης από θεωρητική σκοπιά της σχέ­σης ανάμεσα στην εκλαϊκευμένη κουλτούρα και την κριτική παιδαγωγική υποστη­ρίζοντας την εκπαιδευτική πρακτική ως πεδίο και μορφή πολιτισμικής πολιτικής. Εν προκειμένω, το πολιτικό μας εγχείρημα είναι η κατασκευή μιας εκπαιδευτικής πρακτικής η οποία επεκτείνει τις ανθρώπινες ικανότητες έτσι ώστε να καταστήσει ικανά τα άτομα να παρέμβουν στην ανάπτυξη των δικών τους υποκειμενικοτήτων και να ασκήσουν δύναμη προς όφελος του μετασχηματισμού των ιδεολογικών και υλικών συνθηκών κυριαρχίας σε κοινωνικές πρακτικές οι οποίες προωθούν την κοινωνική ενδυνάμωση και επιδεικνύουν δυνατότητες. Στα πλαίσια αυτής της θέ­σης δίνουμε έμφαση στην εκλαϊκευμένη κουλτούρα ως ένα πεδίο διαφοροποιημέ­νων πολιτικών, ως ένα πεδίο με πολλαπλή ιδεολογική και συναισθηματική βαρύ­τητα. Αντιπροσωπεύει, δηλαδή, έναν συγκεκριμένο ιστορικά χώρο όπου διαφορε­τικές ομάδες συγκρούονται σε συναλλαγές κυριαρχίας, συνενοχής και αντίστασης για την εξουσία καθορισμού, νομιμοποίησης και βίωσης διαφορετικών εκδοχών της ιστορίας, της κοινότητας, της επιθυμίας και της απόλαυσης μέσω της διαθεσι­μότητας κοινωνικών μορφών δομημένων από την πολιτική της διαφορετικότητας.

[…]

Οι βασικές θεωρητικές έννοιες για περαιτέρω καθορισμό της εκλαϊκευμένης κουλτούρας ως ένα συγκεκριμένο πεδίο αγώνα και συμβιβασμού μπορούν να ορ­γανωθούν αρχικά γύρω από την κατηγορία που περιγράφουμε ως ‘η παραγωγική’. Υπό την ευρύτερη έννοια, χρησιμοποιούμε τον όρο ‘παραγωγική’ για να αναφερ­θούμε στην κατασκευή και οργάνωση των πρακτικών που επιστρατεύονται από τις κυρίαρχες και τις περιθωριοποιημένες ομάδες για να διασφαλίσουν έναν χώρο για την παραγωγή και τη νομιμοποίηση των εμπειριών και των κοινωνικών μορφών που συγκροτούν διαφορετικούς τρόπους ζωής οι οποίοι σφυρηλατούνται σε ασύμ­μετρες σχέσεις δύναμης. Ο όρος ‘παραγωγική’ οδηγεί σε δύο ευκρινώς διαφορετικά σύνολα σχέσεων εντός της σφαίρας του εκλαϊκευμένου.

Το πρώτο σύνολο σχέσεων αναφέρεται στους τρόπους με τους οποίους η κυρί­αρχη κουλτούρα λειτουργεί ως μια δομική δύναμη εντός και μέσω των εκλαϊκευμέ­νων μορφών. Σε αυτή την περίπτωση, η κυρίαρχη κουλτούρα επιχειρεί να διασφα­λίσει τόσο σημασιολογικά όσο και συναισθηματικά, μέσω της παραγωγής νοήμα­τος και της ρύθμισης της απόλαυσης, τη συνενοχή των περιθωριοποιημένων ομά­δων. Αντί απλά να αποπέμψει και να αγνοήσει τις παραδόσεις, τις ιδεολογίες και τις ανάγκες που αναδύονται από τις κουλτούρες των περιθωριοποιημένων ομά­δων, η κυρίαρχη κουλτούρα επιχειρεί να προσαρτήσει και να μεταμορφώσει τις ιδεολογικές και πολιτισμικές διαδικασίες που χαρακτηρίζουν το πεδίο του εκλα­ϊκευμένου. Υπό εξέταση εδώ βρίσκονται οι διαδικασίες εκλεκτικής παραγωγής, ελεγχόμενης διανομής και ρυθμισμένων εννοιών της κυρίαρχης αφήγησης.

Στο δεύτερο σύνολο σχέσεων, η έννοια του παραγωγικού αναφέρεται στους τρόπους με τους οποίους οι περιθωριοποιημένες ομάδες διαρθρώνουν ένα ξεχω­ριστό σύνολο περιεχομένων και/ή ένα επίπεδο εμπλοκής σε εκλαϊκευμένες μορφές το οποίο είναι λιγότερο απόμακρο και πιο κοινωνικό στη φύση του από εκείνο που συναντάται στις πολιτισμικές μορφές των κυρίαρχων μεσοαστικών ομάδων. Αυτή η διάρθρωση και αυτό το σύνολο σχέσεων χαρακτηρίζονται από την άρνηση για απασχόληση με τις κοινωνικές πρακτικές που καθορίζονται από έναν αφηρημένο ορθολογισμό, μια θεωρητική χαρτογράφηση η οποία, τρόπο τινά, δομεί τις πολι­τισμικές μορφές μέσω της άρνησης των οικείων συναισθηματικών επενδύσεων και απολαύσεων. Για την επικρατούσα τάξη, τέτοια άρνηση γίνεται συχνά κατανοητή ως μια παράδοση στη στιγμή, στη διασκέδαση του γεγονότος ή στη ‘φρίκη του χυ­δαίου’. Μια πιο επικριτική ανάγνωση μπορεί να εισηγηθεί ότι η συναισθηματική επένδυση και το επίπεδο της ενεργούς εμπλοκής σε εκλαϊκευμένες μορφές, όπως εί­ναι τα αθλήματα στη γειτονιά, ο χορός των punk ή οι γάμοι της εργατικής τάξης, αντιπροσωπεύουν μια σημαντική θεωρητική ένδειξη. Σε αυτή την περίπτωση, είναι μια συγκεκριμένη μορφή κοινωνικότητας που σηματοδοτεί κάτι περισσότερο από χυδαιότητα, εισδοχή ή αυτό που αποκαλεί ο Bloch απάτη της εκπλήρωσης. Αντ’ αυ­τού, η κοινωνικότητα που δομεί τις εκλαϊκευμένες μορφές μπορεί να περικλείει τις απραγματοποίητες δυνατότητες και πιθανότητες αναγκαίες για πιο δημοκρατικές και ανθρωπιστικές μορφές της κοινότητας και του συλλογικού σχηματισμού (Bloch [1959] 1986). Αυτό μπορεί να καταστεί πιο σαφές εάν αναλύσουμε τις δομικές αρ­χές που συχνά χαρακτηρίζουν τις κυρίαρχες πολιτισμικές μορφές.

[…]

Εκλαϊκευμένη κουλτούρα και συναίνεση: η διαλεκτική της ιδεολογίας και της απόλαυσης

Εάν το εκλαϊκευμένο πρόκειται να γίνει κατανοητό σε σχέση με τις απραγμα­τοποίητες δυνατότητες που το εμπλουτίζουν, οι κριτικοί παιδαγωγοί πρέπει να αναλύσουν πώς η παραγωγή της υποκειμενικότητας και οι πολιτισμικές συμμαχίες μπορούν να προκόψουν μέσα από τη γραμματική και τους κώδικες που κά­νουν το πεδίο του εκλαϊκευμένου δημοφιλές στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Ως ένας χώρος αγώνα και πιθανότητας, η εκλαϊκευμένη κουλτούρα πρέπει να γίνει κατανοητή όχι μόνο σε σχέση με τα παραγωγικά της στοιχεία, αλλά επίσης σε σχέ­ση με το πώς οι πολιτισμικές της μορφές αρθρώνουν διαδικασίες μέσω των οποίων πραγματοποιείται η παραγωγή, η οργάνωση και η ρύθμιση της συναίνεσης γύρω από διάφορες κοινωνικές πρακτικές και αγώνες στο επίπεδο της καθημερινής ζωής. Η επεξεργασία αυτών των διαδικασιών μπορεί να γίνει μέσω της κατηγορίας που αποκαλούμε ‘η πειστική’. Με την ευρύτερη έννοια, ο όρος αναφέρεται στους τρό­πους με τους οποίους η ηγεμονία λειτουργεί στο πεδίο της εκλαϊκευμένης κουλ­τούρας μέσω μιας ποικιλομορφίας παιδαγωγικών διαδικασιών που βρίσκονται σε λειτουργία, όχι μόνο για να διασφαλίσουν τα κυρίαρχα συμφέροντα αλλά για να προσφέρουν επίσης την πιθανότητα μιας πολιτικής αντίστασης και κοινωνικού με­τασχηματισμού.

Η έννοια του πειστικού διαφωτίζει την επίγνωση ότι η πολιτική δύναμη δεν λειτουργεί ποτέ χωρίς ιδεολογική μεσολάβηση. Παραδείγματος χάριν, περιστατι­κά κυριαρχίας και ηγεμονίας εγείρουν ερωτήματα για το πώς παράγεται και ορ­γανώνεται η κυριαρχία εντός των διαδικασιών κινητοποίησης και νομιμοποίησης. Εισάγοντας το στοιχείο της πειστικότητας -δηλαδή πώς η ιδεολογική μεσολάβηση λειτουργεί πράγματι ως μια παιδαγωγική διαδικασία-, η κυριαρχία μαζί με την αντίσταση μπορούν να συνδεθούν με μια ευρύτερη έννοια πολιτισμικής πολιτι­κής στην οποία η ίδια η πράξη της μάθησης μπορεί να αναλυθεί ως μια θεμελιώδης άποψη ηγεμονίας. Πιο συγκεκριμένα, η κατηγορία του πειστικού στην εκλαϊκευμέ­νη κουλτούρα είναι σημαντική επειδή παρέχει ένα σημείο εκκίνησης για την κατα­νόηση του πώς οργανώνονται και δομούνται οι πολύπλοκες σχέσεις ηγεμονίας και αντίστασης μέσω συγκεκριμένων παιδαγωγικών μορφών και πρακτικών. Από θε­ωρητική σκοπιά, η εκλαϊκευμένη κουλτούρα βοηθά, κατ’ αυτόν τον τρόπο, στο να εκτεθούν οι πρακτικές βάσεις στις οποίες οι μετασχηματισμοί γίνονται αντικείμενο επεξεργασίας και εκπροσωπούνται μέσω των σημαντικών και συνδεδεμένων κατη­γοριών της συναίνεσης, της επένδυσης, της ιδεολογίας και της απόλαυσης.

Τι πρέπει να κατανοήσει ένας δάσκαλος για να εμπλακεί σε έναν τέτοιο αγώνα; Τι μπορεί να επιθυμεί να ανακαλύψει; Εάν θεωρήσουμε την εκλαϊκευμένη κουλ­τούρα το πεδίο των εικόνων, των μορφών γνώσης και των συναισθηματικών επεν­δύσεων εντός των οποίων λειτουργούν το νόημα και η υποκειμενικότητα, υπάρ­χουν αρκετά ερωτήματα που πρέπει να θέσει ένας δάσκαλος. Ποιες είναι οι ιστο­ρικές προϋποθέσεις και οι υλικές συνθήκες στα πλαίσια των οποίων επιδιώκονται, οργανώνονται, διακηρύσσονται και συντονίζονται οι πρακτικές της εκλαϊκευμέ­νης κουλτούρας; Τέτοιες πρακτικές διανοίγουν νέες έννοιες ταυτοτήτων και δυ­νατοτήτων; Ποιες ταυτότητες και δυνατότητες αποδιοργανώνονται και αποκλείο­νται; Πώς αρθρώνονται τέτοιες πρακτικές με μορφές γνώσης και απόλαυσης, νομι­μοποιημένες από τις κυρίαρχες ομάδες; Ποια συμφέροντα και επενδύσεις εξυπηρετούνται από ένα συγκεκριμένο σύνολο πολιτισμικών πρακτικών και επικρίνονται και αμφισβητούνται από την ύπαρξή τους; Ποιες είναι οι ηθικές και πολιτικές δε­σμεύσεις τέτοιων πρακτικών, και πώς αυτές σχετίζονται με τις προσωπικές δεσμεύ­σεις κάποιου ως δασκάλου [και εάν υπάρχει απόκλιση, τι υποδηλώνει;]

Όλα αυτά σημαίνουν ότι πιστεύουμε πως η ανάλυση της εκλαϊκευμένης κουλ­τούρας δεν είναι απλά ένα ερώτημα ‘ανάγνωσης’ της ιδεολογίας είτε από μορφές αγαθών είτε από μορφές των καθημερινών σχέσεων. Αντιθέτως, κινούμαστε προς μια θέση στο πλαίσιο της οποίας κάποιος θα ερευνήσει το εκλαϊκευμένο ως έναν το­μέα πρακτικών που συνιστούν την άρρηκτη τριάδα της γνώσης, της δύναμης και της απόλαυσης του Foucault. Συγχρόνως, θέλουμε να εγείρουμε την προσοχή. Ο δάσκαλος ο οποίος εμπλέκεται σε μια παιδαγωγική που απαιτεί κάποια άρθρωση γνώσης και απολαύσεων που είναι αναπόσπαστες στην καθημερινή μαθητική ζωή πορεύεται σε μια επικίνδυνη οδό. Ίσως υπερβολικά εύκολα, η ενθάρρυνση της φω­νής των μαθητών μπορεί να μετατραπεί σε ένα είδος ηδονοβλεψίας ή να ικανοποι­ήσει μια μορφή επέκτασης του εγώ, το οποίο συγκροτείται και στη βάση της από­λαυσης του να κατανοήσουμε τους ‘Άλλους’. Γι’ αυτό πρέπει να είμαστε ξεκάθαροι για τη φύση της παιδαγωγικής που επιδιώκουμε. Η εκλαϊκευμένη κουλτούρα και η κοινωνική διαφορά μπορούν να απορροφηθούν από τους παιδαγωγούς είτε ως μια ευχάριστη μορφή γνώσης/δύναμης, η οποία επιτρέπει την αποτελεσματικότε­ρη εξατομίκευση και διαχείριση των μορφών του φυσικού και ηθικού συντονισμού, ή ως το πεδίο στο οποίο πρέπει να συναντήσουμε τους μαθητές μας σε μια επικριτι­κή και ενδυναμωτική παιδαγωγική συνάντηση.

[…]

Μετάφραση: Έλενα Καλλή

Σημειώσεις

  1. Σχετικά παραδείγματα είναι τα Apple& Weis1983, Culley & Portuges 1985, Livingstoneetal. 1988, MacLeod
  2. Οι τοποθετήσεις αυτές βρίσκονται στο Norton & Oilman Κλασικό παράδειγμα προνο­μιούχας γνώσης στον χώρο της εκπαίδευσης είναι το Bourdieu& Passeron1977 και το Sharp1980.
  3. Η ριζοσπαστική δουλειά που έχει να κάνει με το κρυφό αναλυτικό (παρα-πρόγραμμα) συνή­θως υποκύπτει στο θεωρητικό σφάλμα του να δίνει προτεραιότητα στις κοινωνικές σχέσεις και τις παιδαγωγικές πρακτικές παρά στη σχέση μεταξύ γνώσης και εξουσίας. Το πιο γνωστό παράδειγμα είναι το Bowles & Gintis
  4. Περισσότερα για το θέμα αυτό στα Giroux1988, Walkerdine1985, Simon 1987 και Fine
  5. LarryGrossberg (1986:177-200) αναπτύσσει το παιδαγωγικό και πολιτικό ερώτημα της συ­ναισθηματικής επένδυσης. Για μια εξαιρετική ανάλυση της σχέσης μεταξύ απόλαυσης [pleasure] και του λαϊκού [popular], βλ. Mercer& Woollacott1986: 50-68. Επίσης σχετική η δουλειά των Jamesonet al. 1983 και Simon
  6. Για μια ιστορική ανασκόπηση του θέματος, βλ. Brantlinger Το θέμα των θεωρητικών και πολιτικών εγκλεισμών που πηγάζουν από τις αριστερές και δεξιές θέσεις για τη λαϊκή κουλτούρα έχει αναλυθεί εξαιρετικά από τους Hall1981:227-40 και Bennett& Martin1982.
  7. ΣτοHorkheimer & Adorno ([1944] 1972), βλ. ειδικάτοκεφάλαιοThe Culture Industry: Enlightenment as Mass Deception’, o. 120-67. ΕπίσηςσχετικόείναιτοκεφάλαιοτουAdorno (1957), Television and the Patterns of Mass Culture’, και το Adorno ([1951] 1974).
  8. LarryGrossbergερμηνεύει την ηγεμονία ως αγώνα για τον καθορισμό του λαϊκού: Ηγεμο­νία δεν είναι ένας οικουμενικός αγώνας. Είναι η πολιτική πάλη που φανερώνεται μέσα από τις συν­θήκες που δημιούργησαν ο προηγμένος καπιταλισμός, τα μαζικά μέσα επικοινωνίας και η κουλτού­ρα. […] Η ηγεμονία ορίζει τα όρια μέσα στα οποία μπορούμε να αγωνιστούμε, το πεδίο της “κοινής λογικής” ή της “λαϊκής συνείδησης”. Είναι ο αγώνας για να διατυπωθεί η θέση της “ηγεσίας” στο κοι­νωνικό, η προσπάθεια από την εξουσία να κερδίσει τη θέση της ηγεσίας στην πολιτισμική και πολι­τική ζωή. Η ηγεμονία περιλαμβάνει την κινητοποίηση της λαϊκής στήριξης, από ένα συγκεκριμένο κοινωνικό μπλοκ, με στόχο τη στήριξη των κοινωνικών του στόχων. Με αυτόν τον τρόπο, ο λαός συ- ναινεί σε μια συγκεκριμένη κοινωνική τάξη, με ένα σύστημα εξουσίας και συγκεκριμένες αρχές ισο­τιμίας με τις οποίες τα ενδιαφέροντα του μπλοκ εξουσίας ορίζουν την ηγεσία του λαού. Είναι ένας αγώνας για τον ορισμό του “λαϊκού”’· Grossberg1986:69 (μτφρ: Μ. Χρίστου).
  9. Με την έμφαση στη σχέση ανάμεσα στην εξουσία και την κυριαρχία αλλά και στη σχέση ανά­μεσα στη συναίνεση και τον αγώνα, ο Gramsci τονίζει όχι μόνο την αντίφαση ανάμεσα στα συμφέ­ροντα του κυρίαρχου μπλοκ και την έλλειψη επιρροής των καταπιεζόμενων ομάδων, αλλά επίσης και τις αντιφάσεις ανάμεσα στις επιλογές των καταπιεζόμενων ομάδων και την πραγματικότητα της καθημερινής ζωής. Σκέψη και δράση, κοινή λογική και εμπειρία, είναι για τον Gramsci στοιχεία αντιφατικής συνείδησης τα οποία πρέπει να είναι στο επίκεντρο πολιτικού και παιδαγωγικού αγώ­να. Εξηγεί ως εξής τι εννοεί με την έννοια της ‘αντιφατικής συνείδησης’: Ό ενεργών άνθρωπος του λαού έχει μια πρακτική δουλειά, όμως δεν έχει ξεκάθαρη θεωρητική συνείδηση της πρακτικής του δράσης, μια συνείδησης που περιλαμβάνει κατανόηση του κόσμου και του τρόπου με τον οποίο η δράση του τον μεταμορφώνει. Η θεωρητική του συνείδηση μπορεί να είναι σε αντίθεση με τη δράση του. Κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι έχει δύο θεωρητικές συνειδήσεις (ή μία αντιφατική συ­νείδηση): μια συνείδηση που είναι αυτονόητη στη δράση του και που τον ενώνει με τους συναγωνι­στές του για τη μεταμόρφωση του κόσμου και μια άλλη, επιφανειακά ξεκάθαρη, την οποία έχει κλη­ρονομήσει από το παρελθόν και έχει απορροφήσει χωρίς κριτική σκέψη. Αυτή όμως η συνείδηση δεν έρχεται χωρίς επιπτώσεις. Κρατά ενωμένη μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα, επηρεάζει ηθικές συ­μπεριφορές και επιθυμίες με αρκετή δύναμη έτσι ώστε να παράγει μια κατάσταση στην οποία η αντι­φατική συνείδηση δεν επιτρέπει τη δράση, την απόφαση ή την επιλογή. Παράγει, έτσι, μια κατάστα­ση ηθικής και πολιτικής παθητικότητας’· βλ. Gramsci 1971:333 (μτφρ.: Μ. Χρίστου).

Βιβλιογραφικές αναφορές

Adorno, Τ. W. ([1951] 1974). Minima Moralia, London: New Left Books.

Adorno, T. W. (1957). Television and the Patterns of Mass Culture’, στο B. Rosenberg & D. Manning White, επιμ., Mass Culture: The Popular Arts in America, Glencoe, New York: The Free Press.

Adorno, T. W. (1975). ‘Culture Industry Reconsidered’, New German Critique 6:18-19, Fall. Apple, M. (1982). Education and Power, New York: Routledge and Kegan Paul.

Apple, M. W. & Weis L„ επιμ., (1983). Ideology and Practice in Schooling, Philadelphia: Temple University Press.

Bennett, T. & G. Martin, επιμ., (1982). Popular Culture: Past Present, London: Croom Helm/ Open University.

Bennett, T. (1986). The Politics of the “Popular” and Popular Culture’, στο T. Bennett, C. Mercer & J. Woollacott, επιμ., Popular Culture and Social Relations, London: Open University Press.

Bennett, T., C. Mercer & J. Woollacott, επιμ., (1986). Popular Culture and Social Relations, London: Open University Press.

Bloch, E. ([1959] 1986). The Principle of Hope, Cambridge, Mass.: MIT Press.

Bourdieu, P. & J.-C. Passeron (1977). Reproduction in Education, Society and Culture, London: Sage Publishers.

Bowles, S. & H. Gintis (1976). Schooling in Capitalist America, New York: Basic Books. Brantlinger, P. (1983). Bread and Circuses: Theories of Mass Culture as Social Decay, Ithaca: Cornell University Press.

Connell, R.W., D.J. Ashenden, S. Kessler & G.W. Dowsett (1982). Making the Difference: Schools, Families and Social Division, Sydney, Australia: George Allen & Unwin.

Culley, M. & C. Portuges, επιμ., (1985). Gendered Subjects: The Dynamics of Feminist Teaching, New York: Routledge and Kegan Paul.

Fine, M. (1991). Framing Dropouts, Albany: SUNY Press.

Giroux, H. A. (1983). Theory and Resistance in Education, South Hadley, Mass.: Bergin and Garvey Publishers.

Giroux, H. A. (1988). Schooling and the Struggle for Public Life, Minneapolis: University of Minnesota Press.

Gramsci, A. (1971). Selections from Prison Notebooks, Q. Hoare & G. Nowell-Smith, επιμ., New York: International Publishers.

Gramsci, A. (1985). Selections from Cultural Writings, D. Forgacs & G. Nowell-Smith, επιμ., W. Boelhower, μτφρ., Cambridge: Harvard University Press.

Grossberg, L. (1986). History, Politics and Postmodernism: Stuart Hall and Cultural Studies’, Journal of Communication Inquiry 10,2, Summer.

Grossberg, L. (1986). Teaching the Popular’, στο C. Nelson, επιμ., Theory in the Classroom, Urbana: University of Illinois Press.

Hall, S. (1981). Deconstructing “the Popular”’, στο R. Samuel, επιμ., People’s History and Socialist Theory, London: Routledge and Kegan Paul.

Horkheimer, M. & T. W. Adorno ([1944] 1972). Dialectic of Enlightenment, New York: Herder and Herder.

Jameson, F. et al. (1983). Formations of Pleasure, London: Routledge and Kegan Paul.

Livingstone, D. et al. (1988). Critical Pedagogy and Cultural Power, South Hadley, Mass.: Bergin and Garvey Publishers.

MacLeod, J. (1988). Ain’t No Makin It, Boulder: Westview Press.

McLaren, P. (1986). Schooling as a Ritual Performance, New York: Routledge and Kegan Paul.

Norton, T. M. & B. Oilman, επιμ., (1987). Studies in Socialist Pedagogy, New York: Monthly Review Press.

Sharp, R. (1980). Knowledge, Ideology and the Politics of Schooling, New York: Routledge and Kegan Paul.

Shor, I. (1980). Critical Teaching and Everyday Life, Boston: South End Press.

Simon, R. I. (1987). ‘Empowerment as a Pedagogy of Possibility’, Language Arts, 64,4:370­82, April.

Simon, R. I. (1992). Teaching Against the Grain, New York: Bergin and Garvey Press.

Walkerdine, V. (1985). On the Regulation of Speaking and Silence: Subjectivity, Class and Gender in Contemporary Schooling’, στο C. Steedman, C. Urwin & V. Walkerdine, επιμ., Language, Gender and Childhood, London: Routledge and Kegan Paul.

Willis, P. (1981). Learning to Labour: How Working Class Kids get Working Class Jobs, New York: Columbia University Press..

*Global Television Network Chair in English and Cultural Studies, McMaster University, Canada <henry.giroux@gmail.com>

To κείμενο συνιστά διασκευή του κεφαλαίου με τίτλο ‘Popular Culture as a Pedagogy of Pleasure and Meaning: Decolonizing the Body’, που δημοσιεύτηκε στο H.A. Giroux, Border Crossings: Cultural Workers and the Politics of Education, New York: Routledge, Chapman and Hall 1992. Η διασκευή έγινε κατόπιν συ­νεννόησης και υπό την εποπτεία του Η. A. Giroux, ο οποίος συνυπογράφει το κεφάλαιο με τον Roger I. Simon.

Αναδημοσίευση από Επιστήμη και Κοινωνία: Επιθεώρηση Πολιτικής και Ηθικής Θεωρίας, τχ. 29, Άνοιξη-Καλοκαίρι 2012.

Η εικόνα εξωφύλλου είναι του Andria Fruitos.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here