Εκτύπωση

της Μαρίας Κολτσίδα*

Με σχετικό έγγραφο για «Εξ αποστάσεως υποστήριξη μαθητών/τριών με αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες» το Υπουργείο καλεί τους/τις εκπαιδευτικούς σε μια προσπάθεια συνέχισης της εκπαιδευτικής διαδικασίας στις βαθμίδες της ειδικής αγωγής με εξ αποστάσεως αξιοποίηση εκπαιδευτικών τεχνικών και εφαρμογών Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών (σύγχρονα και ασύγχρονα εργαλεία).  Παράλληλα, καλεί τις δομές (ΠΕ.Κ.Ε.Σ., Κ.Ε.Σ.Υ.) σε σχεδιασμό και οργάνωση παροχής κατάλληλων οδηγιών και σε διάχυση καλών πρακτικών. Τα σημεία του εγγράφου που προβληματίζουν, αντικατοπτρίζουν τη γενικότερη κατάσταση που επικρατεί στο σύγχρονο σχολείο σχετικά με την εκπαίδευση των ανάπηρων μαθητών/ριών, με τις πρακτικές του αποκλεισμού και του διαχωρισμού ως τις πλέον κυρίαρχες και την ένταξη -που σαλπίζουν οι θεσμοί- να λαμβάνει χώρα μόνο στη σφαίρα του φαντασιακού, εγκλωβισμένη σε θεωρητικές διακηρύξεις και εξαγγελίες.

Τα κρίσιμα σημεία εν συντομία:

  • Το Υπουργείο προτρέπει, μέσα από μια ιδιαίτερα φτωχή εγκύκλιο, τους εκπαιδευτικούς σε εξ αποστάσεως διδασκαλία «με τις κατάλληλες προσαρμογές» χωρίς όμως να γίνεται λόγος για το αν και με ποιους τρόπους και μέσα η διδασκαλία αυτή θα καταστεί προσβάσιμη, ώστε να έχει ουσιαστικό νόημα για τους ανάπηρους/ες μαθητές/ριες. Όταν μέχρι σήμερα η διά ζώσης διδακτική πράξη, στηριζόμενη στους πυλώνες της νομιμοποιημένης ειδικής αγωγής, πάσχει και βρίσκεται σε αντιδιαμετρική «απόσταση» από την παιδαγωγική της ένταξης, η παροχή προσβάσιμου υλικού μάθησης και προσβάσιμων εκπαιδευτικών εργαλείων στο εγχείρημα της εξ αποστάσεως διδασκαλίας φαντάζει ουτοπία.
  • Στο έγγραφο γίνεται λόγος για «διατήρηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας και κυρίως της εκπαιδευτικής σχέσης και επαφής μεταξύ εκπαιδευτικών και μαθητών/τριών» την ίδια στιγμή που παρατείνονται με κάθε τρόπο μόνιμοι διορισμοί σε ειδική και γενική εκπαίδευση, συντηρώντας το απάνθρωπο καθεστώς αναπλήρωσης για χιλιάδες εκπαιδευτικούς με συμβάσεις 9, 7 ή και λιγότερων μηνών. Η ολιγόμηνη «συνάντηση» εκπαιδευτικών και ανάπηρων ή μη ανάπηρων μαθητών/ριών, εφόσον την επόμενη χρονιά θα βρίσκονται άλλοι/ες εκπαιδευτικοί στις θέσεις τους, εξ ορισμού δεν συνιστά την πιο αρμόζουσα παιδαγωγική πρακτική για διαμόρφωση και ανάπτυξη σχέσεων μεταξύ των μελών της εκπαιδευτικής κοινότητας.
  • Το Υπουργείο φαίνεται να έχει προβλέψει (οριακές) λύσεις για συνέχιση της εκπαιδευτικής διαδικασίας για έναν πολύ συγκεκριμένο και «ιδεατό» τύπο ανάπηρου/ης ή μη ανάπηρου/ης μαθητή/ριας θεωρώντας δεδομένο ότι σε κάθε νοικοκυριό υπάρχει ο αναγκαίος τεχνολογικός εξοπλισμός για να καταστεί η εξ αποστάσεως διδασκαλία δυνατή. Το Υπουργείο θεωρεί δεδομένο ότι το οικογενειακό περιβάλλον των ανάπηρων ή μη ανάπηρων μαθητών/ριών δεν έχει ακόμη φτωχοποιηθεί από την επιβεβλημένη παύση της εργασίας, τις μειώσεις μισθών ή τις απολύσεις και διαθέτει την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσει τρέχοντες λογαριασμούς σε εταιρείες παροχής τηλεπικοινωνιών, ρεύματος κ.ά. Η θεσμική πρόβλεψη για ορισμένους/ες μαθητές/ριες, η πρόσβαση στην εκπαίδευση για ορισμένους/ες μαθητές/ριες, η παροχή μιας -κατ’ επίφαση- εξ αποστάσεως διδασκαλίας για ορισμένους/ες μαθητές/ριες χωρίς να υπολογίζεται και να επιβεβαιώνεται η δυνατότητα -ή μη- όλων ανεξαίρετα να συμμετέχουν στην παιδαγωγική διαδικασία δεν αποτελούν φαινόμενα του καιρού, αλλά έχουν προεκτάσεις στις κοινωνικο-πολιτικές και, κατ’ επέκταση, εκπαιδευτικές ατζέντες που εντείνουν τον αποκλεισμό και οξύνουν τις κοινωνικές και ταξικές ανισότητες.

Η απουσία μιας συντεταγμένης εκπαιδευτικής πολιτικής για την ενταξιακή εκπαίδευση των ανάπηρων μαθητών/ριών, οι οποίοι/ες αντιμετωπίζονται ως μαθητές/ριες δεύτερης κατηγορίας και «παράπλευρες απώλειες» ενός συστήματος που νοσεί, διαφαίνεται τόσο στη δια ζώσης εκπαιδευτική διαδικασία που λαμβάνει χώρα στα ειδικά σχολεία, στα τμήματα ένταξης, στα γενικά σχολεία με τον κακοποιημένο θεσμό της παράλληλης στήριξης όσο και στο εγχείρημα της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης. Βασική προϋπόθεση για την αλλαγή των εκπαιδευτικών πολιτικών και πρακτικών με προσανατολισμό την ένταξη συνιστά μια ευρύτερη ιδεολογική μετατόπιση από τη θέαση της αναπηρίας -ως ένα ιατρικό και ατομικό ζήτημα που δημιουργείται εξαιτίας της βλάβης του ατόμου- προς την υλιστική της θεώρηση, σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι αναπηροποιούνται από τις ταξικές ανισότητες και τον αποκλεισμό που δημιουργούν τα δομικά, οικονομικά, εκπαιδευτικά, πολιτισμικά και άλλα εμπόδια που ορθώνει η κοινωνία στα άτομα με βλάβες. Σχετικά, ο βρετανός ανάπηρος ακτιβιστής και κοινωνιολόγος Michael Oliver έχει υπογραμμίσει πως «η κυρίαρχη θέαση της αναπηρίας ως εξατομικευμένου, βασικά ιατρικού προβλήματος δημιουργείται από τις παραγωγικές δυνάμεις, τις υλικές καταστάσεις και τις κοινωνικές σχέσεις του καπιταλισμού. Άρα, οι πιθανότητες υπέρβασης αυτών των δυνάμεων, των καταστάσεων και των σχέσεων είναι ουσιαστικά συνδεδεμένες με τις δυνατότητες υπέρβασης του ίδιου του καπιταλισμού» (2009, σ. 273).

Με λίγα λόγια, η άρση των εκπαιδευτικών και, εν γένει, των κοινωνικών αποκλεισμών και οι ενταξιακές διαδικασίες κινδυνεύουν να μείνουν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας της εκπαίδευσης ως θεωρητικές ιδέες, εάν το υπάρχον εκπαιδευτικό σύστημα συνεχίσει να παραδίνεται στις ανάγκες της οικονομίας και στους νόμους της ελεύθερης αγοράς και να εγκολπώνει τις νεοφιλελεύθερες επιταγές με τα συνακόλουθα προτάγματα της κουλτούρας του ατομικισμού, των αξιολογικών κατηγοριοποιήσεων των μαθητικών πληθυσμών και των ανταγωνιστικών σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων.

Βιβλιογραφία

Oliver, M. (2009). Αναπηρία και πολιτική. Αθήνα: Επίκεντρο.

*Η Μαρία Κολτσίδα είναι Υποψήφια Διδακτόρισσα Τμήματος Επιστημών Προσχολικής Αγωγής και Εκπαίδευσης ΑΠΘ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here