Εκτύπωση

της Όλγας-Αικατερίνης Τσιλιμπάρη

Η ζωή και η εποχή του

Ο Διονύσιος Σολωμός (1798-1857), νόθο παιδί ενός Ζακύνθιου αριστοκράτη και μιας υπηρέτριας, αναγνωρίστηκε από τον πατέρα του λίγο πριν αυτός πεθάνει και στάλθηκε από τον κηδεμόνα του πολύ νωρίς για σπουδές στην Ιταλία. Εκεί έγραψε τα πρώτα του ποιήματα στα ιταλικά. Επανήλθε το 1818 στη Ζάκυνθο, όπου προσπάθησε να ξαναβρεί το νήμα που τον συνέδεε με τη μητρική του γλώσσα, μελετώντας τη συλλογή ελληνικών δημοτικών τραγουδιών του Φωριέλ, καθώς και ποιήματα του Βηλαρά και του Χριστόπουλου.

Ο Σολωμός ήταν παιδί του – κατά τον E. Hobsbawm – ‘‘μακρού’’ 19ου αιώνα, και μάλιστα του πρώτου μισού του, της εποχής των επαναστάσεων, που συγκλόνισαν την Ευρώπη σε τρία αλλεπάλληλα κύματα (1820,1830,1848). Τα εθνικοαπελευθερωτικά, τα φιλελεύθερα και τα ριζοσπαστικά-δημοκρατικά κινήματα αμφισβήτησαν την Παλινόρθωση και την Ιερή Συμμαχία και η δυναμική τους ξεπέρασε τα όρια της Ευρώπης, φτάνοντας μέχρι τη Λατινική Αμερική. Εξάλλου, το περιβάλλον των μεγάλων πολιτικοκοινωνικών ανατροπών του 19ου αιώνα υπήρξε η μήτρα όλων των πολιτικών,ιδεολογικών, καλλιτεχνικών και φιλοσοφικών ρευμάτων που κυριάρχησαν μέχρι και το πρώτο μισό του 20ου αιώνα.

Ο ποιητής παρακολούθησε με έντονο ενδιαφέρον την έκρηξη και την εξέλιξη της Ελληνικής Επανάστασης, και μάλιστα τα γεγονότα της δεύτερης πολιορκίας του Μεσολογγίου. Μεταξύ άλλων, έγραψε το 1823 τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν και αργότερα σημαντικά πεζά κείμενα (Διάλογος, Γυναίκα της Ζάκυνθος). Από το 1828 εγκαταστάθηκε στην Κέρκυρα, όπου και συνέθεσε τα έργα της ωριμότητάς του, μεταξύ των οποίων τον Κρητικό, τον Πόρφυρα και τους Ελεύθερους Πολιορκισμένους. Επικρίθηκε σφοδρά, γιατί δεν πάτησε ποτέ το πόδι του στο ανεξάρτητο ελληνικό κράτος, αλλά η ύπαρξη ποιήματος στα ύστερα ιταλικά σχεδιάσματά του, στο οποίο επικρίνει τη στάση των Μεγάλων Δυνάμεων στον κριμαϊκό πόλεμο, αποδεικνύει το μεγάλο ενδιαφέρον του για την επαναστατική δημοκρατική ολοκλήρωση (Μιχαήλ,1991:37-38). Διόλου τυχαία, εξάλλου, την εποχή των επαναστάσεων του 1848, προσπαθώντας να υπερβεί τα όρια του χεγκελιανισμού, ο Σολωμός επηρεάζεται από το Γερμανό φιλόσοφο και μυστικό Jakob Boehme (ibid).

Πνευματικό υπόβαθρο – Επιρροές

Εκτός από το αρχικό ταξίδι του στην Ιταλία, ο Σολωμός δεν ξαναταξίδεψε ποτέ στο εξωτερικό. Η ιδεολογική και αισθητική σκευή του, όμως, αποδεικνύει ότι ήταν ‘‘πολυταξιδεμένος’’ στο χώρο των φιλοσοφικών, ιδεολογικών και καλλιτεχνικών ρευμάτων της εποχής του. Πρωτοπόρος μελετητής του Σολωμού, όσον αφορά την τοποθέτησή του στο ευρύτερο πλαίσιο της εποχής του, υπήρξε, ήδη από την εποχή του Μεσοπολέμου, ο Κ. Βάρναλης ( Βάρναλης,1957).

Ο φιλελευθερισμός του Σολωμού προβάλλει ανάγλυφος μέσα από το ποιητικό του έργο, τόσο από τα ποιήματά του που αναφέρονται στην Επανάσταση όσο και από τα πεζά του και ορισμένα σατιρικά του στιχουργήματα, που καυτηριάζουν όψεις του τοπικού κοινωνικού κατεστημένου. Υπάρχουν ιστορικές μαρτυρίες για τη μύησή του στη Φιλική Εταιρεία. Τεκμηριώνεται, επίσης, η σχέση του με τους φιλελεύθερους λογοτέχνες Αντώνιο Μαρτελάο και Ούγκο Φώσκολο, για τον οποίο ο Σολωμός έγραψε και επιμνημόσυνο λόγο. Μέσω των ιταλικών λογοτεχνικών κύκλων ο Σολωμός είχε μυηθεί στο κλίμα του γαλλικού διαφωτισμού, επιχειρήματα του οποίου υπέρ των εθνικών γλωσσών χρησιμοποίησε, για να στηρίξει τις θέσεις του στο γλωσσικό ζήτημα. Ως γνωστόν, ο Σολωμός θεωρούσε την καθαρεύουσα τεχνητή γλώσσα και υποχρέωση του λογοτέχνη το να εκφράζεται στη δημοτική γλώσσα (‘‘Υποτάξου πρώτα στη γλώσσα του λαού και αν είσαι αρκετός, κυρίεψέ την’’). Από τα κατάλοιπα του ποιητή μαρτυρείται η επίδραση που δέχτηκε από το στοχασμό του Σπινόζα (Μιχαήλ, 1991). Γνωστή είναι, επίσης, η δηκτική εναντίωσή του στη θεολογικο-θρησκευτική πρόσληψη της χεγκελιανής φιλοσοφίας από το σύγχρονό του (και ιδεολογικό πρόδρομο του ιστορικού Κ. Παπαρρηγόπουλου) λόγιο Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο(Μιχαήλ,1991:41). Κατά τον Σ. Μιχαήλ, ο Σολωμός, παρά το μυστικισμό του, ‘‘παρέμεινε ένας λάτρης του Λόγου κι ένας Aufklarer’’ (ibid, 70).

Ο Σολωμός επηρεάστηκε βαθιά από τη ρομαντική κοσμοαντίληψη, τόσο από την ιταλική επαναστατική εκδοχή της όσο και από τη γερμανική φιλοσοφική εκδοχή της. Από τα κατάλοιπά του μαρτυρείται το μεγάλο ενδιαφέρον του για τη γερμανική ιδεαλιστική φιλοσοφία, κείμενα της οποίας μετέφραζε για χάρη του στα ιταλικά ο φίλος του Νικόλαος Λούντζης (Χέγκελ, Φίχτε, Σέλινγκ αλλά και τους λογοτέχνες Γκαίτε, Σίλερ, Νοβάλις).Η ελευθερία του πνεύματος, κατευθυντήρια αρχή της γερμανικής ιδεαλιστικής φιλοσοφίας,διαποτίζει το σύνολο του σολωμικού έργου και, συναντώντας τη ρομαντική αντίληψη της ελευθερίας ως δύναμης αντίρροπης στις φυσικές δυνάμεις, χτίζει τα θεμέλια των Ελεύθερων Πολιορκισμένων, της μεγαλόπνοης ποιητικής σύλληψης που εύλογα θεωρείται το opus magnum του ποιητή.

Ο Ε. Καψωμένος παρατηρεί ότι στο σολωμικό έργο είναι εμφανής μια ένταση, μια διάσταση μεταξύ θεωρητικής θέσης – πρόθεσης του ποιητή, που είναι ρομαντική, και ποιητικού αισθητηρίου, που είναι κλασικό (Καψωμένος,1992). Ο ίδιος ο Σολωμός δήλωνε ότι προσπαθεί να συνδυάσει το ρομαντισμό με τον κλασικισμό σε ‘‘ένα είδος μιχτό…αλλά νόμιμο’’. Ωστόσο, η παραδοχή ότι ο Σολωμός συνδύασε στο έργο του στοιχεία του ρομαντισμού και του κλασικισμού δεν αναιρεί ούτε στο ελάχιστο τη βαθιά του σχέση με καταστατικές αρχές του ρομαντισμού, όπως το ξεπέρασμα των ορίων, η ικανότητα του συγγραφέα να αντιλαμβάνεται ‘‘κρυμμένες αλήθειες’’ και η αποσπασματική ποιητική γραφή (Ροζάνης,1987). Πώς αλλιώς να εξηγηθεί το γεγονός ότι έπλασε το Λάμπρο, έναν αξεπέραστα βυρωνικό ήρωα ( Παναγής,1987);

Ο Σολωμός ως μεγάλος λογοτέχνης

Το πολυσχιδές έργο του αποδεικνύει ότι τα ενδιαφέροντα του Σολωμού δεν ήταν στενά λογοτεχνικά-αισθητικά, αλλά πολύ ευρύτερα. Πέρα από Επτανήσιος, Έλληνας και Ευρωπαίος, ο Σολωμός είναι και οικουμενικός, καθώς στο έργο του αντικατοπτρίζεται έντονα η βαθιά αγωνία του για το ‘‘όλον’’ : τον άνθρωπο, την κοινωνία, την Ιστορία. Ο Σολωμός συνέλαβε τους παλμούς της εποχής του, τόσο στο ιδεολογικό όσο και στο αισθητικό επίπεδο. Μπορεί να χαρακτηριστεί αντιπροσωπευτικός λογοτέχνης της – κατά Bloom – δημοκρατικής εποχής, καθώς στους Ελεύθερους Πολιορκισμένους του παρουσιάζει την πάλη μιας ιδανικής κοινότητας ανθρώπων για ένα κοινό σκοπό, ενάντια σε όλες τις υλικές και ηθικές αντιξοότητες. Ένα σύνολο ανθρώπων είναι ο πρωταγωνιστής του έργου. Ακόμη και μορφές όπως ο πολεμιστής ή η μάνα δεν είναι ατομικές αλλά αρχετυπικές.

Σολωμός, γλώσσες και μετάφραση

Για το Σολωμό, η ιταλική γλώσσα ήταν η γλώσσα της ιταλικής του παιδείας αλλά και της θεωρητικής του έκφρασης. Οι ιταλικές σημειώσεις στα Αυτόγραφά του περιλαμβάνουν παραθέματα και σχολιασμούς ξένων έργων,θεωρητικούς ‘‘στοχασμούς’’ επί του περιεχομένου δικών του έργων,ιταλικά σχεδιάσματα και προπλάσματα τμημάτων ή μεμονωμένων στίχων ελληνόγλωσσων ποιημάτων (Βελουδής, 1997:7). Ενώ τα πρωτόλειά του είναι αποκλειστικά ιταλικά, στη συνέχεια γράφει ποιήματα και στις δύο γλώσσες, για να καταλήξει στην ώριμη περίοδό του να συνθέτει ποίηση κυρίως στα ελληνικά. Τα ελάχιστα όψιμα ιταλικά του έργα δε συνοδεύονται από παράλληλη θεωρητική αναζήτηση (ibid, 8), εν αντιθέσει με τις ελληνόγλωσσες ποιητικές του συνθέσεις.

Από τα κατάλοιπά του γνωρίζουμε ότι ο ποιητής διάβαζε ιταλικά και γαλλικά (ibid). Όπως προαναφέρθηκε, γνώρισε τη γερμανική ιδεαλιστική φιλοσοφία και το γερμανικό ρομαντισμό μέσω των ιταλικών μεταφράσεων του Λούντζη. Ο Βελουδής συσχετίζει συγκεκριμένο χωρίο των Στοχασμών του ποιητή με τη γαλλική μετάφραση της Maria Stuart του Schiller από τη Mme de Stael (ibid, 64), τεκμηριώνοντας έτσι την πρόσβαση του ποιητή στη γαλλική λογοτεχνία.

Είναι γνωστή η παραίνεση του Σολωμού προς το φίλο του N. Λούντζη για κατά το δυνατόν λιγότερο ‘‘επεμβατικές’’ μεταφράσεις των κειμένων της γερμανικής φιλοσοφίας , που εκείνος έκανε για χάρη του ποιητή στα ιταλικά (Λειβαδιώτης,χ.χ). Η εκπεφρασμένη αυτή άποψή του για τη μεταφραστική διαδικασία αφορά την εξυπηρέτηση του, σημαντικού για τον ποιητή, στόχου της κατά το δυνατόν λιγότερο διαμεσολαβημένης πρόσληψης του γερμανικού φιλοσοφικού στοχασμού.

Ο Σολωμός είχε μεταφράσει από τα ιταλικά στα ελληνικά μια ωδή του Francesco Petrarca ( Chiare, fresche e dolci acque…), καθώς και ποιήματα του ποιητή και λιμπρετογράφου του 18ου αι. Pietro Metastasio ( Η Άνοιξη, Το Καλοκαίρι). Ωστόσο, η τυπική αυτή περίπτωση διαγλωσσικής μετάφρασης σαφώς δεν είναι της ίδιας ποιότητας/τάξεως με τη σχέση που υφίσταται ανάμεσα στα ιταλικά θεωρητικά κείμενα του Σολωμού και τα ελληνικά ποιητικά κείμενα που αποτελούν την ποιητική ‘‘υλοποίησή’’ τους. Στα πλαίσια του παρόντος κειμένου, θα περιοριστούμε στη συγκεκριμένη περίπτωση των Στοχασμών στους Ελεύθερους Πολιορκισμένους, που, αν και όχι μοναδική, είναι αρκετά γνωστή και αντιπροσωπευτική.

Κατά τον R. Jakobson, υπάρχουν τρία είδη μετάφρασης: η ενδογλωσσική, η διαγλωσσική ή κυρίως μετάφραση και η διασημειωτική μετάφραση, που συνιστά μεταφορά μηνύματος από ένα γλωσσικό σε ένα μη γλωσσικό σημειακό σύστημα( Λαζαράτος, 2007:54-56), ή, όπως περαιτέρω διευκρινίζει ο U. Eco, εν γένει μεταφορά μηνύματος ανάμεσα σε διαφορετικά μεταξύ τους σημειωτικά συστήματα(ibid,58). Εξάλλου, κάθε μετάφραση συνιστά μορφή ερμηνείας (ibid,55). Με βάση το προαναφερόμενο θεωρητικό πλαίσιο, μπορεί να προσεγγιστεί η σολωμική πρακτική της θεωρητικής έκθεσης φιλοσοφικών/κοσμοθεωρητικών αντιλήψεων με τη μορφή εντολών του ποιητή προς εαυτόν στα ιταλικά και του περάσματος, στη συνέχεια, στην ποιητική πραγμάτωση/ολοκλήρωση των εντολών αυτών στα ελληνικά.

Κάνε να φανεί καθαρά η μικρότητα του τόπου – ο σιδερένιος και αδιαπέραστος κύκλος, από τον οποίο είναι ζωσμένος. Έτσι, από τη μικρότητα του τόπου θα βγουν οι Μεγάλες Ουσίες.

Ελεύθεροι Πολιορκισμένοι, Στοχασμοί, 9.

Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Τουρκιάς, τόπ’ Άγγλου!

Πέλαγο μέγα πολεμά, βαρεί το καλυβάκι·

Κι’ αλιά! σε λίγο ξέσκεπα τα λίγα στήθια μένουν·

Αθάνατή ’σαι, που ποτέ, βροντή, δεν ησυχάζεις;

Ελεύθεροι Πολιορκισμένοι, Σχεδίασμα Γ΄,2, στ. 8-11

Είναι σαν να βρίσκεται κανείς στο σολωμικό ποιητικό εργαστήριο και να παρατηρεί τον ποιητή να ‘σκέπτεται μεγαλοφώνως’ καθοδηγώντας τον εαυτό του και θέτοντας ενώπιόν του ένα δυσθεώρητου ύψους κοσμοθεωρητικό περίγραμμα, που πρέπει, οπωσδήποτε, να πάρει σάρκα και οστά με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Ο τρόπος αυτός συνεχώς αυτοαναιρείται, όχι στα πλαίσια ενός νευρωτικού ναρκισσισμού, αλλά με βαθιά έγνοια για τη διαλεκτική (ιδεαλιστική) προσέγγιση του Όλου – εξ ου και το ημιτελές των Σχεδιασμάτων, με μια επιπλέον διάσταση: την καταστατική για το ρομαντισμό αποσπασματικότητα της ποιητικής γραφής.

Σε βυθό πέφτει από βυθό ως που δεν ήταν άλλος

Εκείθ΄εβγήκε ανίκητος.

Ελεύθεροι Πολιορκισμένοι, Σχεδίασμα Β΄,43

Να πώς τινάζονται, κυριολεκτικά, στον αέρα τα φληναφήματα περί γνησιότητας αποκλειστικά της μη στρατευμένης τέχνης και της πηγαίας έμπνευσης ( αν το ‘τραβήξουμε’ λίγο, μέχρι και στην αυτόματη υπερρεαλιστική γραφή ο καλλιτέχνης εκτελεί τις εντολές του ασυνειδήτου…): ακόμα ένας μεγάλος δημιουργός του 19ου αιώνα και γνήσιος και στρατευμένος και πειθαρχημένος.

Είναι κατανοητό ότι ο Σολωμός επιλέγει τα ιταλικά ως γλώσσα έκφρασης των φιλοσοφικών/κοσμοθεωρητικών αλλά και αισθητικών οδηγιών προς εαυτόν, αφού είναι η γλώσσα των σπουδών του και της επαφής του με τα μεγάλα ιδεολογικά και αισθητικά ρεύματα της εποχής του. Τα ελληνικά τα έχει επιλέξει τελικά ως γλώσσα της καλλιτεχνικής του έκφρασης, της εκτέλεσης (πόσο ‘ψυχρό’ και πόσο αληθινό, ταυτόχρονα) των εντολών προς εαυτόν στο αισθητικό και επικοινωνιακό επίπεδο. Σίγουρα αυτή είναι μια μορφή μετάφρασης, και μάλιστα πρωτοταγούς μετάφρασης, στην οποία ο πομπός και ο μεταφραστής ταυτίζονται, χωρίς η μετάφραση αυτή να είναι σιωπηρή (Κεντρωτής,2000:180). Είναι,επιπλέον, απλώς μια μορφή κλασικής διαγλωσσικής, κατά Jakobson, μετάφρασης;

Ίσως να είναι κάτι παραπάνω, αν γίνει αποδεκτή η άποψη ότι η ποίηση δεν είναι απλώς μια εκδοχή, μια πραγμάτωση της φυσικής γλώσσας, αλλά τείνει να δημιουργεί το δικό της κώδικα ‘ανάγνωσης’ του κόσμου: εξ ου και διαθέτουν νόημα (όχι μόνο μεταφορικό) εκφράσεις όπως ‘ποιητική γλώσσα’, ΄ποιητική σύλληψη’, ‘ποιητική ματιά’. ‘Η ποίησις είναι ανάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου’ μάς ψιθυρίζει ο Εμπειρίκος. Αν ποίηση είναι ό,τι κάνει ο ποιητής( Λεοντάρης,1985:50)· αν ο ποιητής είναι το υποκείμενο ενός παραληρήματος που εκπορεύεται από την αναντιστοιχία πραγματικότητας και γλώσσας(Κακναβάτος, 2005)· αν ισχύει η άποψη του P. Valery ότι η ποίηση είναι μια ξεχωριστή γλώσσα και ο ποιητής αφοσιώνεται στο και αυτοκαταναλώνεται με το να ορίζει και να οικοδομεί μια γλώσσα μέσα στη γλώσσα (Valery,1957:611)· αν στην ποιητική λειτουργία, κατά τον Jakobson, η γλώσσα τίθεται σε σχέση αυτοσυνείδησης με τον εαυτό της(Ήγκλετον,1996:154), τότε η κίνηση του Σολωμού από τον ιταλιστί διατυπωμένο φιλοσοφικό στοχασμό στην ελληνόφωνη ποίηση μπορεί να χαρακτηριστεί, κατά Jakobson, δημιουργική διασημειωτική μεταφορά (Λαζαράτος,2007:56).Γιατί ο Σολωμός δε μεταφράζει τον κοσμοθεωρητικό του στοχασμό απλώς στα ελληνικά, αλλά σε ελληνική ποίηση, οπότε έχει βάση ο ισχυρισμός ότι πρόκειται για μια μορφή μετάφρασης ενδιάμεση, μεταξύ της διαγλωσσικής και της διασημειωτικής. Ας εντοπιστεί εδώ μία ακόμη πλευρά του σολωμικού ‘μοντερνισμού’: κατά τον Fabbri, στη σύγχρονη πραγματικότητα κυριαρχεί το διασημειωτικό στοιχείο(ibid,57).

Συμπεράσματα

Μεταβαίνοντας ξανά και ξανά, μέσω των Σχεδιασμάτων του, από το φιλοσοφικό στοχασμό στην ποιητική έκφραση, ο Σολωμός μεταφράζει τον εαυτό του, ερμηνεύει τον εαυτό του. Πραγματώνει, ποτέ οριστικά και συνεχώς υπό αίρεση, με τρόπο καλλιτεχνικό – ποιητικό, όψεις της κοσμοθεωρίας του. Αυτή η πραγμάτωση συνιστά μετάφραση και ερμηνεία και από την άποψη της γλωσσικής λειτουργίας αλλά και από μια πολύ γενικότερη σκοπιά, από τη σκοπιά της σχέσης του ποιητικού υποκειμένου με το κοινωνικο-ιστορικό γίγνεσθαι. Αντικατοπτρίζει, δηλαδή, τον ειδικό τρόπο με τον οποίο η συνείδησή του συνέλαβε συγκεκριμένα κοσμοθεωρητικά στοιχεία μέσα σε συγκεκριμένο κοινωνικο-ιστορικό χώρο και χρόνο: το χώρο της Ευρώπης αλλά και των Βαλκανίων, στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα, δηλαδή στην Εποχή των Επαναστάσεων, των μεγάλων αλλαγών αλλά και της Παλινόρθωσης, και ειδικότερα των περιπετειών της Ελληνικής Επανάστασης και των συνθηκών δημιουργίας ανεξάρτητου ελληνικού εθνικού κράτους. Υπό αυτήν την καταστατικά νεωτερική έννοια είναι εθνικός ποιητής και όχι με το γελοίο τρόπο της εθνικιστικής-μιλιταριστικής-εμφυλιοπολεμικής καρικατούρας( βλ. και την τρέχουσα μουσική εκτέλεση της καντάτας που συνέθεσε ο Μάντζαρος για τον Ύμνο), που ακόμα συσκοτίζει και ευτελίζει τη μεγαλοσύνη του.

Σε κάθε περίπτωση, ισχύει η εύστοχη επισήμανση του Ν. Εγγονόπουλου: ‘‘ Ο Σολωμός δεν είναι νεκρός· συμβαδίζει μαζί μας’’(Κεντρωτής,2003).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Βάρναλης, Κ. (1957). Σολωμικά. Αθήνα: Εκδόσεις ‘‘Ο Κέδρος’’.

Βελουδής, Γ. (1997). Διονυσίου Σολωμού Στοχασμοί στους ‘’Ελεύθερους Πολιορκισμένους’’. Ιταλικό κείμενο, μετάφραση, εισαγωγή, σχόλια. Αθήνα:εκδόσεις Περίπλους.

Ήγκλετον, Τ. (1996). Εισαγωγή στη θεωρία της λογοτεχνίας (μετ. Μ. Μαυρωνάς – Εισαγωγή,θεώρηση μετάφρασης Δ. Τζιόβας). Αθήνα: εκδόσεις Οδυσσέας.

Κακναβάτος, Ε. (2005). Βραχέα και μακρά. Για την ποίηση / Γλώσσα και λόγος. Αθήνα:εκδόσεις Άγρα.

Καψάσκης, Σ. (1991). Η ιδεολογική και πολιτική διαμόρφωση του Διονύσιου Σολωμού(1818-1838). Αθήνα:Κέδρος.

Καψωμένος, Ε. (1992). “Καλή ΄ναι η μαύρη πέτρα σου”. Ερμηνευτικά κλειδιά στο Σολωμό. Αθήνα:Βιβλιοπωλείον της Εστίας.

Κεντρωτής, Γ. (2000). Θεωρία και πράξη της μετάφρασης. Αθήνα:εκδόσεις Δίαυλος.

Κεντρωτής, Γ. (2003). Είναι ο Δ. Σολωμός Υπερρεαλιστής; Σκόρπιες Σκέψεις και Υποθέσεις για τη Συνάντηση του Ν. Εγγονόπουλου με τον Εθνικό Ποιητή. Στο Πόσα χουνέρια και τι πλεκτάνες, σελ. 93-115. Αθήνα:Εκδόσεις Παραφερνάλια-Τυπωθήτω.

Λειβαδιώτης, Μ. (χ.χ). Ο Ν. Λούντζης μεταφραστής του Χέγκελ: οι μεταφράσεις για το Σολωμό. Διαθέσιμο στο διαδικτυακό τόπο: eens.org/EENS_congresses/2014/leivadiotis_michail.pdf (14/1/18).

Λεοντάρης, Β. (1985). Δοκίμια για την ποίηση. Αθήνα:εκδόσεις Έρασμος.

Μάκριτζ, Π. (1995). Διονύσιος Σολωμός (μετ. Κ. Αγγελάκη-Ρουκ). Αθήνα:Καστανιώτης.

Μιχαήλ. Σ. (1991). Σολωμός και Χέγκελ. Mysterium magnum revelans se ipsum. Αθήνα:εκδόσεις Λέων.

Μπλουμ, Χ. (2007). Ο Δυτικός Κανόνας: Τα Βιβλία και τα Σχολεία των Εποχών (μετ. Κ. Ταβαρτζόγλου . Εισαγωγή-επιμέλεια Δ. Αρμάος). Αθήνα:εκδόσεις Gutenberg.

Παναγής, Α.Μ (1987). Η αγγλική επιρροή στους Έλληνες λογοτέχνες. Νέα Εστία, Χριστούγεννα 1987,25-54.

Ροζάνης, Σ. (1987). Η ρομαντική εξέγερση. Αθήνα:ύψιλον/βιβλία.

Valery, P. (1957). Situation de Baudelaire. Dans Oeuvres I (1924). Paris:Gallimard.

Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύθηκε στο 6ο τεύχος του Σελιδοδείκτη.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here