Εκτύπωση

της Μάρως Δημάκου

Κάθε χρόνο, όταν αρχίζει η σχολική χρονιά, κι ας πέρασε μια πενταετία από τότε που έφυγα οριστικά από το σχολείο, έχω έναν κόμπο στον λαιμό. Κόμπος, που διατηρείται εξήντα συναπτά έτη, από τότε που ένιωσα τι σημαίνει σχολείο. Δεν ήμουν ακόμα 6, και βρέθηκα σε μια τάξη με 70 παιδιά, στο δημοτικό της γειτονιάς μου, στα Εξάρχεια. Η δασκάλα μού φάνηκε -και ήταν- πολύ αυστηρή -που δεν δίσταζε να σηκώνει το χέρι για να σε επαναφέρει στον σωστό δρόμο. Δεν πρέπει να είχαν περάσει πολλές μέρες από το ξεκίνημα της σχολικής ζωής, και η κυρία μας διέταξε 10 παιδάκια, ανάμεσα σ’ αυτά κι εμένα, να σταθούμε μπροστά σε όλη την τάξη όρθιοι κι αφού στάθηκαμε, δήλωσε με έμφαση: «Αυτά είναι τα κούτσουρα της τάξης». Ομολογώ ότι ακόμα τότε δεν ήξερα τι σήμαινε ακριβώς «κούτσουρο» αλλά και «κούτσουρο» που ήμουνα, κατάλαβα αμέσως πως ήταν κάτι κακό. Μετά, έκανε μια δυο ερωτήσεις, έτυχε να απαντήσω, και με έστειλε στο θρανίο μου -ίσως δεν ήμουν τόσο πολύ «κούτσουρο», αφού απάντησα σε μια ερώτηση.

Το περιστατικό, ακόμα κι αν το θυμάμαι ολοκάθαρα, δεν νομίζω ότι με σημάδεψε ανεξίτηλα, καθώς ένιωσα ότι αυτή μάλλον είναι η «μοίρα» των αθόρυβων και άτολμων παιδιών σαν κι εμένα. Τόσο άτολμη, που στο διάλειμμα κόλλαγα στον τοίχο και δεν έπαιζα με τα άλλα παιδιά σε όλο το διάστημα της πρώτης και δεύτερης τάξης. Τόσο άτολμη, που δέχτηκα αδιαμαρτύρητα το σκαμπίλι της διπλανής μου, όταν η διπλανή της την παρακίνησε να με χαστουκίσει, έτσι χωρίς λόγο. Καθόμασταν τρεις-τρεις σ’ εκείνα τα μαύρα θρανία του ’50-60. Κι ακόμα τόσο πολύ άτολμη, που πάλι δεν είπα τίποτα όταν αυτή τη φορά η ίδια η δασκάλα μού έδωσε απανωτά χαστούκια, χωρίς καμιά αιτία εκ μέρους μου, προφανώς γιατί με μπέρδεψε με κάποιο άλλο παιδί, στη διάρκεια ενός σχολικού περίπατου. Τόσο πολύ φοβισμένη, που, όταν κάποια φορά η κυρία ζήτησε τα τετράδιά μας κι εγώ διαπίστωσα ότι δεν το είχα μαζί μου, κατουρήθηκα απάνω μου -θυμάμαι τη λιμνούλα στο θρανίο. Καμιά λοιπόν χαρά στην καθοριστική πρώτη τάξη. Έτσι, την πρώτη μέρα της δεύτερης τάξης πια, όταν ξύπνησα και συνειδητοποίησα ότι άρχιζε το σχολείο, γύρισα από την άλλη μεριά κι έκλαψα. Ήξερα ωστόσο ότι δεν ήταν δυνατό να το αποφύγω, ήταν ανάγκη αδήριτη, γι’ αυτό και δεν διανοήθηκα ποτέ να εξομολογηθώ στους γονείς τον πόνο μου.

Τα δύο πρώτα χρόνια ήταν βασανιστικά. Μετά, άρχισα να αναζητάω μόνη μου τη γνώση, το έναυσμα ήταν μια εκδρομή στις Μυκήνες, αγάπησα φανατικά τη μυθολογία, την ιστορία και… και… Απέκτησα λίγη παραπάνω αυτοπεποίθηση μ’ αυτόν τον τρόπο, θάρρος στην τάξη, κι ακόμα ξεκόλλησα από τον τοίχο και άρχισα να παίζω με τα άλλα παιδιά στο διάλειμμα. Το σχολείο δεν ήταν πια τόσο αφόρητο. Δεν έγινε όμως και ποτέ ελκυστικό, συνδεμένο πάντα για μένα με απόλυτη συμμόρφωση στους κανόνες του, χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις γνώσεις που προσέφερε, σε απόλυτη αντίθεση με τη μανιώδη αγάπη μου για τα εξωσχολικά βιβλία.

Ήδη από τις πρώτες τάξεις του γυμνάσιου είχα αποφασίσει ότι θα γίνω δασκάλα γιατί ήθελα να μεταδίδω αυτά που αγαπούσα, δεν θα μπορούσα ίσως να κάνω οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό, ίσως γιατί μ’ αυτόν τον τρόπο πίστευα ότι θα σβήσω ό,τι τραυματικό σήμαινε για μένα το σχολείο. Έγινα, και νομίζω πως ούτε μια φορά στην τάξη δεν ένιωσα κάτι άλλο εκτός από μαθήτρια. Λογικά, δασκάλα στη μετάδοση της γνώσης, στην ψυχή όμως μαθήτρια, μέχρι την τελευταία χρονιά, στην προσπάθεια αυτή, πάντα σε μια σκληρή δοκιμασία και αναμέτρηση με τα παιδιά και τον εαυτό μου. Πολύ συχνά λέω αυτοσαρκαζόμενη «πολύ κακό για το τίποτα». Ξέρω βέβαια ότι αυτά τα 40 χρόνια θητείας στην εκπαίδευση ήταν κάτι παραπάνω από το «τίποτα». Κάτι έγινε, πιστεύω, και γίνεται, όσο συνεχίζεται αυτή η ζωή. Το βλέπω στα μάτια των μαθητών μου που συναντώ καμιά φορά στον δρόμο ή, σπανιότερα, προγραμματισμένα. Κάτι έγινε και γίνεται. Αρκεί αυτό; Και τι είναι; Σε τι συνίσταται;

Να, λοιπόν, αυτός ο κόμπος στον λαιμό που επανέρχεται στην αφετηρία κάθε σχολικής χρονιάς. Κόμπος μιας αόριστης θλίψης, ποτέ νοσταλγίας, κόμπος ένας όνειρου απραγματοποίητου:

Στα πλαίσια μιας άλλης κοινωνίας, ένα άλλο σχολείο, ανοιχτό στη ζωή, που προσφέρει αφειδώλευτα γνώση και χαρά σε μαθητές και δάσκαλους. Που δεν αποκλείει κανένα παιδί από τη μόρφωση, που δεν στιγματίζει και δεν χαρακτηρίζει «κούτσουρα» ή «διάνοιες», που δεν διαπαιδαγωγεί με τιμωρίες και απειλές, που βάζει όρια, αλλά δεν καταπνίγει τις επιθυμίες και τις εξάρσεις, που καλλιεργεί την αλληλεγγύη και τον σεβασμό στη διαφορετικότητα κάθε παιδιού, που ενθαρρύνει την ευαισθησία και το ταλέντο -κάθε παιδί διαθέτει ένα ταλέντο, που δίνει διαρκώς εναύσματα για όλο και περισσότερη γνώση στην υπηρεσία του ανθρώπου και της κοινωνίας, για τη χαρά και την ικανοποίηση της προσφοράς στο σύνολο, που αποτρέπει τον ανταγωνισμό και τον αλληλοσπαραγμό σε μαθητές και δασκάλους για την προσωπική ανέλιξη, που είναι το εφαλτήριο για μια κοινωνία δικαιοσύνης και ανθρωπιάς.

Θέλω να ελπίζω ότι κάποτε θα υπάρξει ένα τέτοιο σχολείο και μια τέτοια κοινωνία. Μέχρι τότε, ας βάλουμε το χέρι μας να το πλησιάσουμε παρά κι ενάντια στις αντίξοες συνθήκες και μέσα και έξω απ’ το σχολειό! Καλό κουράγιο σε παιδιά και δάσκαλους! Καλή χρονιά!

(φωτογραφία εξωφύλλου: Robert Doisneau, Les écoliers de la rue Damesne, 1956)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here