Εκτύπωση

του Γιώργου Καλημερίδη

«Ποιος έχτισε τη Θήβα την εφτάπυλη;
Στα βιβλία δε βρίσκεις παρά των βασιλιάδων τα ονόματα.
Oι βασιλιάδες κουβαλήσαν τ’ αγκωνάρια;

H μεγάλη Pώμη είναι γεμάτη αψίδες θριάμβου. Ποιος τις έστησε;
Πάνω σε ποιους θριαμβεύσανε οι Kαίσαρες;

Tο Bυζάντιο το χιλιοτραγουδισμένο μόνο παλάτια είχε για τους κατοίκους του;

O νεαρός Aλέξανδρος υπόταξε τις Iνδίες.
Mοναχός του;

Πόσες και πόσες ιστορίες
Πόσες και πόσες απορίες…»

Μπέρτολτ Μπρεχτ

Θα ξεκινήσουμε κάπως ανορθόδοξα, αλλά πιστεύουμε ότι θα θα καταλήξουμε σε μια συγκεκριμένη αποτίμηση για τον νεοσυντηρητικό εκπαιδευτικό λόγο της νέας υπουργού Παιδείας και την οπτική της ότι η ιστορία πρέπει να καλλιεργεί την εθνική συνείδηση και όχι κάποια κοινωνική οπτική.

Το 1971 ο Μ.F.D Young θα κυκλοφορήσει το συλλογικό τόμο με τον τίτλο “Γνώση και έλεγχος. Νέες κατευθύνσεις στην κοινωνιολογία της εκπαίδευσης1”, το οποίο θα προδιαγράψει σε σημαντικό βαθμό το πεδίο της λεγόμενης νέας κοινωνιολογίας της εκπαίδευσης. Ο Υoung και οι συνεργάτες του θεωρούσαν, πριν 50 περίπου χρόνια, ότι η σχολική γνώση και το αναλυτικό πρόγραμμα είναι μια “επιλογή” από το σύνολο των δυνατών επιστημονικών γνώσεων, “επιλογή” που είναι πάντα ταξικά και πολιτικά διαμεσολαβημένη. Υπό αυτήν την έννοια, αμφισβητούσαν τον κυρίαρχο θετικισμό της αστικής εκπαίδευσης και την πεποίθηση ότι στο σχολείο αποτυπώνεται η αντικειμενικότητα της μιας και μοναδικής γνώσης. Την ίδια περίπου περίοδο ο βραζιλιάνος παιδαγωγός Πάολο Φρέιρε επέμενε ότι η παιδαγωγική πρακτική είναι κατά βάση μια πολιτική πράξη, είτε αφορά την αποταμιευτική εκπαιδευτική πρακτική της υποταγής των κυριαρχούμενων κοινωνικών στρωμάτων στην κυρίαρχη ιδεολογία είτε την εκπαιδευτική πρακτική της κριτικής συνειδητοποίησης και της μορφωτικής χειραφέτησης2. Σε κάθε περίπτωση και στις δύο οπτικές, το σχολείο ήταν και είναι ένα πεδίο πολιτιστικού πολέμου (cultural war) γύρω από το νόημα, το ιστορικό παρελθόν και τις συλλογικές πολιτισμικές πρακτικές κάθε κοινωνίας και ειδικά των κυριαρχούμενων κοινωνικών ομάδων.

Αυτές οι εισαγωγικές παρατηρήσεις έχουν την αξία τους. Η κα Κεραμέως ισχυρίζεται ότι η ιστορική γνώση στο σχολείο πρέπει να υπερασπίζεται την εθνική συνείδηση και να μην εκτρέπεται σε ένα κοινωνιολογικό μοντέλο, το οποίο αναδεικνύει τη ζωή των λαϊκών στρωμάτων και τους αγώνες τους, σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους. Οι ιστορικοί εθνικοί μύθοι από αυτήν την άποψη, φανταζόμαστε, είναι χρήσιμοι, έστω και αν έχουν απορριφθεί από την επιστήμη της ιστορίας συνολικά.

Γνωρίζουμε ότι το μάθημα της ιστορίας ήταν πάντα κομβικό για την άρχουσα τάξη και την πολιτική της ηγεμονία. Αποτελούσε το πεδίο οικοδόμησης της κυρίαρχης ιδεολογίας και της κυρίαρχης εθνικής αφήγησης για το ποιοι/ες αποτελούν μέρος του λεγόμενου “εθνικού σώματος.” Η νέα ηγεσία του υπουργείου Παιδείας απλά επαναφέρει τη συγκεκριμένη συζήτηση στις πιο αντιδραστικές θεωρητικές της προοπτικές στο πεδίο της σχολικής ιστορίας.

Η κα Κεραμέως με αυτό τον τρόπο συγκλίνει, ασφαλώς, με διαφορετικούς πολιτικούς σκοπούς με την οπτική της πολιτικοποίησης της σχολικής γνώσης που προσδιορίζει η κοινωνιολογία της εκπαίδευσης και η κριτική παιδαγωγική. Αποδέχεται ότι η σχολική γνώση είναι ένα πολιτικό διακύβευμα και η οποία κατά τη γνώμη της θα πρέπει να συνδεθεί με την καλλιέργεια του “εθνικού φρονηματισμού” των παιδιών. Αναπαράγει μια σταθερή οπτική της Δεξιάς για το μάθημα της ιστορίας, όπου στόχος δεν είναι η ιστορική γνώση και η κριτική κατανόηση του ιστορικού παρελθόντος, αλλά η διδακτική κατήχηση στα ιδανικά της εθνικής ιδέας και του αναμφισβήτητου μεγαλείου του Ελληνισμού. Η κα Κεραμέως πολιτικοποιεί τη σχολική γνώση, καθώς θεωρεί ότι πρέπει να υπηρετεί τις πολιτικές στοχεύσεις της Δεξιάς και τον εθνικισμό. Ταυτόχρονα αποδέχεται ότι υπάρχει κοινωνική ιστορία, αλλά θεωρεί ότι αυτή δεν θα πρέπει να γίνει γνωστή στους μαθητές μας, καθώς κάτι τέτοιο είναι πολιτικά επικίνδυνο.

Άρα, το ζήτημα δεν είναι να ξέρουν ιστορία οι μαθητές, αλλά να αναπαράγουν εθνικούς μύθους, να αναπτύξουν την “εθνική τους συνείδηση”, έστω και αν αυτό σημαίνει παραγραφή σημαντικών ιστορικών περιόδων –όπως η δεκαετία του 1940. Η “εθνική συνείδηση” προϋποθέτει πάντα “μικρές ιδεολογικές νοθείες” με κρυφά σχολεία, ελληνικό ορθόδοξο Βυζάντιο και απόλυτη σιωπή για την Κατοχή και τους ταγματασφαλίτες.

Υπάρχει, ασφαλώς, θεωρητικά, μια αντίφαση μεταξύ του νεοφιλελευθερισμού των αντικειμενικών δεδομένων, της ευρωενωσιακής ιδεολογίας και των κριτικών ευρωπαίων πολιτών των “πολυπολιτισμικών κοινωνιών” που πρέπει να υπηρετήσει η κα Κεραμέως και της νεοσυντηρητικής εμμονής στην εθνική συνείδηση και τον εθνικό φρονηματισμό, υπό την πίεση της ισχυρής ελληνικής ακροδεξιάς. Αλλά αντίφαση υπάρχει και μεταξύ της ευρωπαϊκής ιδεολογίας του διαφωτισμού και της ρατσιστικής Ευρώπης, φρούριο απέναντι στους πρόσφυγες. Η συνύπαρξη οικονομικού φιλελευθερισμού και ακροδεξιάς ρητορικής αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό του σύγχρονου καπιταλισμού.

Δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα επομένως3. Η αλληλοτροφοδότηση του νεοφιλελεύθερου λόγου των αγορών, των δεδομένων και της αριστείας με τη νεοσυντηρητική εμμονή στην εθνική συνείδηση και τις “παραδοσιακές αξίες”, αποτελεί το κυρίαρχο μίγμα της εκπαιδευτικής πολιτικής από την Ουγγαρία μέχρι τις ΗΠΑ, πάντα στα πλαίσια της λεγόμενης “παγκοσμιοποίησης” αλλά και των λεγόμενων “ασύμμετρων απειλών” από τις προσφυγικές ροές. Η κα Κεραμέως αποδέχεται την αγορά, αλλά φλερτάρει με την ακροδεξιά πολιτική της “καθαρότητας” των εθνών και της πειθάρχησης όλων σε υποτιθέμενες ενιαίες εθνικές ενότητες και συνειδήσεις. Όπως τονίζει ο Jason Stanley, μελετώντας συνολικά το ακροδεξιό φαινόμενο, στην Ουγγαρία του Ορμπάν τα σχολεία πήραν οδηγίες να ενθαρρύνουν τις δραστηριότητες που υμνούν το ένδοξο ουγγρικό εθνικό παρελθόν, ενώ το Υπουργείο παιδείας στην Τουρκία του Ερντογάν, μετά τα γεγονότα του 2016, δήλωνε ότι η ιστορία της Τουρκίας θα πρέπει να διδάσκεται από την άποψη μιας “εθνικής και ηθικής εκπαίδευσης” με στόχο να προστατευτούν οι “εθνικές αξίες”4. Οι ομοιότητες είναι προφανείς με τη “φιλελεύθερη” νομικό του δικού μας εκπαιδευτικού συστήματος.

Αξίζει να επισημάνουμε, ωστόσο, ότι ο νεοσυντηρητισμός έχει μια σημαντική πολιτική αυτονομία από τον κυρίαρχο νεοφιλελευθερισμό. Πολιτικοποιεί τη σχολική γνώση, όπως προσπαθήσαμε να δείξουμε παραπάνω, χωρίς την ανάγκη να καταφύγει σε “δεδομένα” και αντικειμενικά κριτήρια. Το έθνος, η εθνική συνείδηση, ο έλεγχος του φρονήματος των εκπαιδευτικών δεν ανάγονται απλά στις αναγκαιότητες της αγοράς. Ο φόβος προς το διαφορετικό και η γενική ανασφάλεια ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων, λόγω καπιταλιστικής κρίσης, τροφοδοτεί τη γενική επιθετικότητα απέναντι στο δημόσιο σχολείο και στις πιο αδύναμες εθνικές και κοινωνικές ομάδες σε συνθήκες γενικής απαξίωσης κάθε δημόσιου αγαθού. Σε αυτό επενδύει η κα Κεραμέως και αυτήν την τάση προσπαθεί να ενισχύσει, για να εξασφαλίσει την πολιτική και ιδεολογική ηγεμονία των αστικών σχέσεων κυριαρχίας. Επενδύει στον κοινωνικό κανιβαλισμό και στην αυτοπειθάρχηση/ σωφρονισμό των εκπαιδευτικών. Τα παραδείγματα είναι πολλά: η επιθετικότητα απέναντι στα προσφυγόπουλα στη Σάμο, η στοχοποίηση εκπαιδευτικών στο συγκεκριμένο νησί και η προσπάθεια υποκίνησης των μαθητών να συμμετέχουν σε εθνικιστικά συλλαλητήρια για τη Μακεδονία την προηγούμενη σχολική χρονιά5.

Και μια ακόμη διάσταση, άμεσα συνδεόμενη με τα παραπάνω. Τα σχολικά βιβλία είναι ήδη εθνικιστικά, δεν μπορεί να υπάρχει καμιά κρατική ανησυχία, καλλιεργούν την “εθνική συνείδηση”, όπως την κατανοεί η Δεξιά της κας Κεραμέως. Η κα Κεραμέως αναφέρεται, επομένως, με τη δήλωσή της στον εκπαιδευτικό και την παιδαγωγική του αυτονομία. Του σηκώνει το χέρι, του δηλώνει ότι δεν πρόκειται να ανεχτεί καμιά αναπλαισίωση/κριτική της επίσημης σχολικής γνώσης. Δηλώνει κάτι πολύ απλά και ωμά: τέρμα με τις εναλλακτικές μορφές διδασκαλίας και το “άλλο” κοινωνικό περιεχόμενο. Στο κριτικό πνεύμα του δάσκαλου και της δασκάλας στοχεύει επομένως. Την ίδια στιγμή, επιχειρεί να ενισχύσει τα αντιδραστικά αντανακλαστικά της συντηρητικής μικροαστικής ελληνικής κοινωνίας, να στοχοποιήσει, να δαιμονοποιήσει και να ενοχοποιήσει την κριτική παιδαγωγική πρακτική χιλιάδων εκπαιδευτικών. Δεν φοβόμαστε, ωστόσο, κα Κεραμέως, θα συνεχίσουμε το παιδαγωγικό μας έργο και οι τελευταίοι που θα μας πουν πώς θα διδάσκουμε ιστορία είναι οι θαμώνες μεγάλων δικηγορικών γραφείων και “πετυχημένων” ΜΚΟ οργανώσεων.

Πριν χρόνια μια μαθήτριά μου με είχε ρωτήσει γιατί κάνουμε ιστορία στο σχολείο, βαριόμαστε. Δυσκολεύτηκα να απαντήσω. Σκέφτηκα πολύ και τελικά τους έδωσα το ποίημα του Μπρεχτ που έχω στην εισαγωγή του κειμένου και συζητήσαμε. Δεν ξέρω πού καταλήξαμε, αλλά συζητήσαμε με αρκετή ωριμότητα για παιδιά δημοτικού. Το αφιερώνουμε ως περιοδικό στη νέα ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας και δηλώνουμε ότι υπό αυτήν την οπτική θα συνεχίσουμε να διδάσκουμε ιστορία στο δημόσιο σχολείο των αναγκών και δικαιωμάτων της εργαζόμενης πλειοψηφίας.

1Young MFD 1971.

2Βλέπε Φρέιρε Π. 1977.

3Βλέπε και Τσαγκαράτου Α. 2019.

4Stanley J 2018 : 69-70.

5Πιο αναλυτικά Ιωαννίδου Γ.

Βιβλιογραφικές αναφορές

Young MFD (edit 1971), “Knowledge and control: new directions for the sociology of education”. (Open University).

Iωαννίδου Γ. (2019 υπό δημοσίευση), “ Η συζήτηση για την ακροδεξιά, τον εθνικισμό και το φασισμό παραμένει επίκαιρη. Περιοδικό Σελιδοδείκτης τευχ. 8.

Τσαγκαράτου Α. (2019 υπό δημοσίευση), “Η ακροδεξιά και η επίδρασή της στην εκπαίδευση διεθνώς”. Περιοδικό Σελιδοδείκτης τεύχ 8.

Stanley J. (2018), “Πώς λειτουργεί ο φασισμός“. (Αθήνα: εκδ. Μεταίχμιο).

Φρέιρε Π. (1977), “Η αγωγή του καταπιεζόμενου”. (Αθήνα: εκδ. Ράππα).

6 ΣΧΟΛΙΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here