Εκτύπωση

Με την ευκαιρία των παραστάσεων του έργου «ΚΑΝΑΤΑ – Επεισόδιο Πρώτο – Η διαμάχη», σε σκηνοθεσία του Ρομπέρ Λεπάζ, με τους ηθοποιούς του Θεάτρου του Ήλιου της Αριάν Μνούσκιν, που παρουσιάστηκε στο Μέγαρο Μουσικής στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, συναντήσαμε και συνομιλήσαμε με τον Μωρίς Ντυροζιέ, έναν από τους ιστορικούς ηθοποιούς του ξακουστού παρισινού θεάτρου. Ο Μωρίς Ντυροζιέ συμμετέχει στις δημιουργίες του θιάσου της Αριάν Μνούσκιν από τη δεκαετία του ’80, όπου ξεκίνησε με τον κύκλο του Σαίξπηρ, έως πρόσφατα,  με τη δημιουργία του έργου ΚΑΝΑΤΑ. Παράλληλα γράφει και σκηνοθετεί δικά του κείμενα, και γράφει και μελοποιεί τραγούδια. Το 1993 πήρε το βραβείο Villa Médicis εκτός των τειχών για το έργο του  «Kalo», που αναφέρεται στους τσιγγάνους.

Μωρίς Ντυροζιέ, είσαι ηθοποιός, συγγραφέας, σκηνοθέτης και γράφεις στίχους και μουσική. Όμως η ιδιότητα του ηθοποιού είναι εκείνη που κυριαρχεί. Πότε είχες την ιδέα να γίνεις ηθοποιός και ποια ήταν η πρώτη σου συνάντηση με τον κόσμο του θεάτρου;

Είναι δύσκολο να απαντήσω σ’ αυτήν την ερώτηση. Η πρώτη μου επαφή είναι κατά κάποιον γενετική, αφού προέρχομαι από μια οικογένεια περιπλανώμενων ηθοποιών. Γεννήθηκα σε μια οικογένεια θεατρίνων που για τέσσερις γενιές μετακινούνταν με κάρα δίνοντας παραστάσεις σε όλη τη Γαλλία. Ο παππούς μου σταμάτησε να παίζει όταν ήμουνα 12. Γεννήθηκα λοιπόν και μεγάλωσα σε μια «φατρία» ηθοποιών και κληρονόμησα από την οικογένειά μου αυτήν την κουλτούρα. Όμως ποτέ δεν έπαιξα σε περιοδεύοντα θίασο. Ξεκίνησα να κάνω θέατρο αργότερα, στο λύκειο, όπως όλοι, αρχικά ερασιτεχνικά. Το θέατρο σιγά-σιγά άρχισε να αποκτά  μια όλο και μεγαλύτερη σημασία στη ζωή μου. Αρχικά έπαιξα στο Περπινιάν, στην πόλη απ’ όπου προέρχομαι, όπου υπήρχαν τρεις-τέσσερις ερασιτεχνικοί θίασοι, και συμμετείχα ταυτόχρονα σε όλους. Ένιωθα μια έλξη από αυτόν τον κόσμο, νομίζω. Η πρώτη φορά που ανέβηκα στη σκηνή θεάτρου, ως μαθητής λυκείου, δεν ήταν προγραμματισμένη. Έκανα μια αντικατάσταση και κυρίως πήγα γιατί ήταν εκεί η κοπέλα μου και μου είχε ζητήσει να πάω. Όταν ανέβηκα στη σκηνή αισθάνθηκα κάτι πολύ ιδιαίτερο. Ήταν υπέροχα, σαν να είχα βρει το στοιχείο μου. Πάντα αισθάνομαι ωραία στη σκηνή, κι ακόμα και σήμερα έρχομαι στο θέατρο πολύ πριν από τους υπόλοιπους. Η σκηνή είναι όχι ο ζωτικός μου χώρος, γιατί υπάρχει και η ζωή, αλλά ένας χώρος που με ελκύει, με εμπνέει και νομίζω πως αποτελεί μια αδήριτη ανάγκη για μένα.

Και η συνάντησή σου με το Θέατρο του Ήλιου έγινε πότε και πώς;

Αργότερα. Έκανα μια κάποια διαδρομή στο θέατρο πριν καταλήξω στο Θέατρο του Ήλιου. Έφτιαξα πολλούς θιάσους στη γειτονιά μου, στο Περπινιάν. Και όποτε είχα την ευκαιρία παρακολουθούσα σεμινάρια θεάτρου. Δεν έχω πραγματικά σπουδάσει υποκριτική στο Κονσερβατουάρ ή σε σχολή υποκριτικής, όπως η σχολή Λεκόκ, όπου όλος ο κόσμος ονειρευόταν να πάει εκείνη την εποχή, γιατί ήταν ένας πολύ μεγάλος παιδαγωγός. Έφτασα λοιπόν στο Παρίσι, όπου γινόταν ένα σεμινάριο με την Αριάν, το 1979. Συμμετείχα σ’ αυτό  το σεμινάριο και αφηγούμαι αυτό το γεγονός στο βιβλίο μου «Λόγια ενός ηθοποιού». Νομίζω ότι γεννήθηκα ως ηθοποιός στη διάρκεια αυτού του σεμιναρίου, γιατί ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα πραγματικά τι σημαίνει ζεις σε ένα θεατρικό πρόσωπο, να είσαι κάποιος άλλος. Κι αυτό μου συνέβη με την Αριάν. Πιστεύω πως ένας ηθοποιός γεννιέται στην επαφή του με έναν σκηνοθέτη. Πριν βρισκόμουν στον δρόμο προς αυτήν την κατεύθυνση, αλλά ήμουν ακόμα στην επιφάνεια, με πολλά πράγματα που τα θεωρούσα δεδομένα, πολλές ιδέες, πολύ ενθουσιασμό,  δεν είχα ζήσει όμως ποτέ ως τότε  αυτήν την «διπλή υπόσταση», όπου κάποιος μπαίνει μέσα σου και γίνεσαι θεατρικό πρόσωπο. Από αυτήν τη στιγμή κι έπειτα, η ζωή μου και η αντίληψή μου για το θέατρο άλλαξαν. Σε συνέχεια αυτού του σεμιναρίου, ένα χρόνο περίπου αργότερα, έγιναν οντισιόν για τα έργα του Σαίξπηρ (ο κύκλος του Σαίξπηρ τη δεκαετία του 80), Ριχάρδος ο 2ος, Η νύχτα του βασιλιά, Ερρίκος ο 4ος, συμμετείχα σ’ αυτές τις οντισιόν και σε δυο μήνες μπήκα στο θίασο και ένιωσα αμέσως πως υπήρχε σύνδεση. Ήταν μια συνάντηση μέσα από τη δουλειά. Όμως, εγώ κατά βάθος δεν φανταζόμουν καν ότι θα μπορούσα να μπω στο Θέατρο του Ήλιου. Κι αυτό έγινε με τρόπο πολύ φυσικό.

Και έκτοτε ακολουθείς την υπέροχη περιπέτεια του…

Ναι, βέβαια. Και πρέπει να πω πως σ’ αυτόν τον θίασο βρήκα όλα όσα αναζητούσα.

Και ποια ήταν αυτά;

Ήταν όλα όσα περιλαμβάνει η ζωή ενός θιάσου.

Πώς το εννοείς; Υπάρχει κάτι το ιδιαίτερο σ’ αυτόν τον θίασο;

Για τους ηθοποιούς υπάρχουν δυο δρόμοι. Ή ονειρεύεσαι τον δρόμο μιας καριέρας ηθοποιού, έναν δρόμο ατομικό, όπου γίνεσαι ηθοποιός του θεάτρου ή του σινεμά και σε είσαι αναγνωρίσιμος, ή μπαίνεις σε έναν θίασο και όπου, κατά τη γνώμη μου, δεν είσαι μόνο ένας ηθοποιός, αλλά επίσης μπαίνεις στην υπηρεσία του θεάτρου, στην υπηρεσία μιας έρευνας, μιας κοινής αναζήτησης. Επιπλέον, ο προσανατολισμός του Θεάτρου του Ήλιου, το είδος του θεάτρου που πάντα έψαχνε, ήταν αυτό που κι εγώ ονειρευόμουν. Έτσι λοιπόν βρέθηκα στον θίασο κι ένιωσα αμέσως πως «έδεσε», ήταν το προφανές. Άλλωστε, για μεγάλο διάστημα η Αριάν δεν με διηύθυνε ως ηθοποιό. Κάναμε πράματα και εγώ, κοιτάζοντας τους άλλους, ένιωθα προς τα που έπρεπε να πάω, και με διηύθυνε πραγματικά ελάχιστα. Παρότι ήμουν νέος ηθοποιός καταλάβαινα προς τα πού το πήγαινε η Αριάν. Συνεπώς, μπαίνοντας στο Θέατρο του Ήλιου, ανακάλυψα όχι μόνο το θέατρο αλλά και μια σειρά από έννοιες και αξίες που ενυπήρχαν μέσα μου με τρόπο λανθάνοντα και ασυνείδητο και ξαφνικά άρχισα να τα ζω. Κι όταν μιλάω για αξίες, αναφέρομαι στην ηθική του θεάτρου. Που έχει να κάνει με τον σεβασμό του κοινού, τη γενναιοδωρία, το μοίρασμα, προφανώς, όταν είσαι μέλος ενός θιάσου, με έναν βηματισμό συλλογικής δημιουργίας. Ασφαλώς έχουμε ο καθένας μας την ατομικότητά μας και τον προσωπικό μας πλούτο, αλλά η μεγάλη δύναμη ενός θιάσου όπως το Θέατρο του Ήλιου είναι ότι ενώνουμε τη φαντασία μας. Στην πραγματικότητα είναι ένας τρόπος να υπάρχεις, να ζεις, να προσλαμβάνεις τα πράγματα. Εννοείται, βέβαια, πως πρέπει να αποφεύγει κανείς την αυτολογοκρισία.

Η Μνούσκιν κάτω από την τεράστια μαριονέτα της Δικαιοσύνης παρουσιάζει δρώμενο σε συγκέντρωση της πλ. Συντάγματος, το 2011

Είναι το Θέατρο του Ήλιου ένα στρατευμένο θέατρο; Αν ναι, με ποια έννοια;

Είμαστε πράγματι ένα στρατευμένο θέατρο. Το βασικό ερώτημα του Θεάτρου του Ήλιου είναι: τι σημαίνει να κάνεις θέατρο σήμερα. Επομένως, αναρωτιόμαστε διαρκώς τι είναι επείγον να αφηγηθούμε τη στιγμή που αφηγούμαστε. Είναι προφανές πως τα θέματα και ο προσανατολισμός των παραστάσεών μας είναι πολιτικά, με την ευρεία έννοια του όρου. Το θέατρο δεν είναι ιδέες, είναι κυρίως ότι τα πράγματα περνάνε μέσα από συγκινήσεις. Πώς θα μπορούσαμε να ορίσουμε το στρατευμένο θέατρο; Το Θέατρο του Ήλιου είναι ένας χώρος αντίστασης, ένας τόπος ασύλου, ένας τόπος υποδοχής, και παράλληλα με την καλλιτεχνική μας δραστηριότητα, που είναι να παίζουμε, έχουμε μια δέσμευση απέναντι στην πραγματική ζωή, ως Θέατρο του Ήλιου. Ως συλλογικότητα. Ανήκω σε μια γενιά που οι ομάδες συμμετείχαν στα πολιτικά πράγματα ως ομάδες.  

Κάνετε και ακτιβισμό;

Όχι απαραίτητα, αν και προσπαθούμε να είμαστε παρόντες. Προσπαθούμε να είμαστε παρόντες με έναν τρόπο σκεπτικιστικό. Δεν είμαστε οπαδοί πολιτικών κομμάτων, είμαστε καλλιτέχνες. Άρα όταν συμμετέχουμε σε διαδηλώσεις προσπαθούμε να το κάνουμε με έναν τρόπο οπτικό, μουσικό, σωματικό. Όπως κάναμε στην Αθήνα το 2011 στην πλατεία Συντάγματος. Εξάλλου το Θέατρο του Ήλιου είναι ένας τόπος ανοιχτός, ένας χώρος ασύλου, όπου συμβαίνουν πράγματα, συζητήσεις και επίσης κατά καιρούς συμμετέχουμε με τα όπλα των ανθρώπων του θεάτρου σε δημόσιες συζητήσεις πολιτών.

Υποδέχεστε συχνά και δίνετε στέγη σε πρόσφυγες.     

Έτσι συχνά υποδεχθήκαμε και φιλοξενήσαμε πρόσφυγες αλλά επίσης κάναμε αναπαραστάσεις δικών, όπως του Βάτσλαβ Χάβελ, ή ενός αντικαθεστωτικού Κινέζου. Ακόμη την εποχή των εξαφανίσεων στην Αργεντινή υποδεχθήκαμε στην Καρτουσερί 100 Αργεντίνους ζωγράφους που ζωγράφισαν τεράστιους πίνακες με θέμα τους εξαφανισθέντες. Και διοργανώσαμε μια μεγάλη διαδήλωση κουβαλώντας αυτά τα γιγάντια λάβαρα που είχαν ζωγραφίσει στην Καρτουσερί. Η μεγάλη δύναμη του Ήλιου είναι αυτό το συλλογικό, τόσο σε επίπεδο καλλιτεχνικό όσο και στις παρεμβάσεις του. Γιατί είναι αλήθεια πως αυτό που είναι τρομερό όταν θέλει κανείς να αγωνιστεί, να αντισταθεί απέναντι σε οποιαδήποτε εξουσία, είναι η μοναξιά.

Στους Ναυαγούς της τρελής ελπίδας έπαιζες τον ρόλο ενός πιονιέρου, οραματιστή καλλιτέχνη, που πιστεύει πως η τέχνη μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, μια ιδέα που επανέρχεται και στην παράσταση που παρουσιάσατε τις τελευταίες μέρες στην Αθήνα. Μόνο που εσύ εδώ υποδύεσαι έναν σήριαλ κίλλερ που ισχυρίζεται πως θέλει να «καθαρίσει» τον κόσμο από τη βρωμιά, ακολουθώντας, όπως λέει, τα διδάγματα της Βίβλου; Πώς βίωσες το πέρασμα σ’ αυτόν τον ρόλο;

Το πρόσωπο που παίζω αυτήν την εποχή δεν θέλει τίποτε να αλλάξει. Ισχυρίζεται ότι θέλει, αλλά είναι είναι ένας παράφρων, ένα ζώο. Δεν νομίζω ότι το κάνει για να αλλάξει τον κόσμο. Είναι ένας διαταραγμένος. Πώς δουλεύουμε πάνω στον χαρακτήρα δεν ξέρω, είναι για μένα ένα μυστήριο. Το να ενσαρκώνεις το απόλυτο κακό, είναι κάτι που μάλλον έρχεται προς εσένα, παρά πας εσύ προς αυτό. Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω. Αυτό το πρόσωπο ήρθε προς εμένα και ήρθε αμέσως. Ήταν αρκετά αποσταθεροποιητικό. Είναι ένα υπαρκτό πρόσωπο που έκανε στην πραγματικότητα όλα όσα βλέπουμε στο έργο και είναι εν ζωή. Πρόκειται για αληθινά γεγονότα. Αυτό είναι κατά κάποιο τρόπο το όριο του θεάτρου. Δεν είναι όπως σε αρνητικούς χαρακτήρες, σκέφτομαι για παράδειγμα τον Ιάγο στον Οθέλλο, τον Ριχάρδο τον 3ο, κλπ., που είναι τέρατα, που ενσαρκώνουν το κακό, αλλά όπου υπάρχει ο μύθος που δημιουργεί μια απόσταση. Εδώ δεν υπάρχει απόσταση. Είχαμε τεκμηρίωση των γεγονότων, είχαμε  παρακολουθήσει ταινίες, γιατί έπρεπε να φαίνεται αληθινό, πιστευτό. Έπρεπε όμως να μεταχειριστούμε το πρόσωπο μέσα στο έργο με τρόπο υπέρ-θεατρικό. Όλα είναι σχεδιασμένα, όλα είναι ξεκάθαρα, όλα είναι ψυχρά. Κι αυτό νομίζω πως αισθάνεται το κοινό, γιατί από την πρώτη εμφάνιση του χαρακτήρα το κοινό είναι παγωμένο. Είναι πάντως ένας ρόλος δύσκολος να τον επωμιστείς.

Αναρωτιόμουν πραγματικά, γνωρίζοντάς σε, πώς θα ήσουνα σ’ αυτόν τον ρόλο και πραγματικά με εξέπληξες.

Αυτό είναι οι ηθοποιοί. Σε κάθε περίπτωση, τα πρόσωπα, αυτό εδώ ή κάποιο άλλο, δεν τα επιλέγουμε εμείς, εκείνα μας επιλέγουν. Ήταν για μένα η στιγμή να ενσαρκώσω αυτό το τέρας. Αυτό συμβαίνει.

Έπειτα από πάρα πολλά χρόνια, έχετε στον θίασό σας έναν νέο σκηνοθέτη τον Ρομπέρ Λεπάζ. Υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στον τρόπο που δουλεύετε με την Αριάν και στον τρόπο που δουλέψατε με τον Λεπάζ;

Αρχικά πρόκειται για δύο διαφορετικές προσωπικότητες. Έπειτα ο Λεπάζ είναι ένας δημιουργός που έρχεται από μια ήπειρο νέα, που δεν έχει την Ιστορία μας, δεν έχει παρελθόν και θεατρική παράδοση. Εμείς έχουμε πάντα κάπου την Ελλάδα, είναι η καταγωγή μας. Ο Λεπάζ είναι ένας σκηνοθέτης που ψάχνει πολύ αυτό που λέμε υπερσύγχρονο θέατρο, και χειρίζεται, όπως λέμε, «μαστορικά» τις νέες τεχνολογίες. Αλλά πρέπει να ξέρετε πως οι σκηνές που είδατε είναι προτάσεις των ηθοποιών, όπως κάνουμε με την Αριάν.

 Πώς δημιουργήθηκε το έργο ΚΑΝΑΤΑ;

Εκείνος μας αφηγήθηκε μια ιστορία και με βάση αυτή την ιστορία, εμείς φτιάξαμε μια άλλη. Ο Λεπάζ ήθελε να μιλήσει για τα προβλήματα των Πρώτων Εθνών, των αυτοχθόνων. Στην αρχή υπήρχαν διαφορετικές χρονικές περίοδοι, αλλά στη συνέχεια  ο καθένας πήρε κάτι που τον είχε σημαδέψει με ιδιαίτερο τρόπο σ’ αυτήν την ιστορία. Η προσέγγιση παρέμεινε η ίδια. Επίσης νομίζω πως ο Λεπάζ ενδιαφερόταν για την ομάδα, το σύνολο, γιατί ανεβάζει πολλές παραστάσεις solo, είναι η πρώτη φορά που μπόρεσε να δουλέψει με τόσους ηθοποιούς.

Θα έλεγα πως υπάρχει μια διαφορά, και είναι η εξής: κάποια στιγμή κατάλαβα πως ο Ρομπέρ αφηγείται με την εικόνα, το φιλμ, με άλλα στοιχεία και με ηθοποιούς. Ο ηθοποιός είναι ένα στοιχείο ανάμεσα στα άλλα. Με την Αριάν, όποιο κι αν είναι το θέαμα και η φόρμα που χρησιμοποιεί, ο ηθοποιός είναι το κέντρο. Επομένως πρέπει να τοποθετηθεί κανείς, να αφομοιώσει την τεχνολογία, την τεχνική για να έχει τη σωστή θέση μέσα στο έργο.

Πόσο εύκολο είναι αυτό για σας;

Είναι συναρπαστικό. Είναι συναρπαστικό να ανακαλύπτεις αυτήν την πτυχή, να ανακαλύπτεις ότι το θέατρο δεν έχει όρια, πως το θέατρο μπορεί να πλησιάσει τόσο πολύ τη ζωή. Και θα έλεγα πως όταν διευθύνει, δεν διευθύνει ακριβώς τους ηθοποιούς. Είναι ηθοποιός και ο ίδιος, κι όταν διευθύνει, πότε-πότε ανεβαίνει στο πλατώ και δείχνει κάτι, δείχνει κάτι πολύ γρήγορα, με τρόπο σχεδόν ανώδυνο. Αυτό πρέπει να το συλλάβεις και να το ενσωματώσεις, γιατί αυτό που δείχνει είναι σωστό. Αυτό πρέπει να κάνεις. Η Αριάν δεν λέει ποτέ τι πρέπει να κάνεις. Δίνει κλειδιά, μεταφορές, εικόνες.

Στον τίτλο της παράστασης υπάρχει η προσθήκη Επεισόδιο Πρώτο.  Θα υπάρξουν κι άλλα επεισόδια;

Υπήρχε πρόβλεψη να γίνουν τρία επεισόδια, αλλά τελικά δεν θα ακολουθήσουν άλλα. Και νομίζω πως αυτή είναι μια οριστική απόφαση, καθώς υπήρξε όλη αυτή η πολεμική που ξέρεις, για την οποία αρνούμαι να μιλήσω γιατί είναι κάτι το παράλογο, το αδιέξοδο. Πρόκειται για μια πολεμική που ξεκίνησε κι εμείς δεν ξέρουμε από ποιους, από ανθρώπους που ισχυρίζονται πως είναι καλλιτέχνες, από ανθρώπους που ισχυρίζονται πως είναι εκπρόσωποι των αυτοχθόνων, ενώ είναι απόλυτη μειοψηφία. Η πλειοψηφία των αυτόχθονων έχουν τα προβλήματά τους, αλλά αδιαφορούν πλήρως για το τι κάνει το Θέατρο του Ήλιου ή τι δεν κάνει. Βρισκόμαστε λοιπόν στη δυσάρεστη θέση να προσπαθούμε να δώσουμε επιχειρήματα για ανθρώπους που δεν γνωρίζουμε ποιοι είναι, προσπαθώντας να εξηγήσουμε ποιος είναι ο σκοπός τους, ενώ θεωρώ πως είναι αδύνατο, μάταιο, δεν οδηγεί πουθενά. Και επιπλέον, όσον αφορά το Θέατρο του Ήλιου, έχουν επιλέξει λάθος εχθρό, και αυτό δεν εξυπηρετεί κανέναν άλλον παρά μόνο τους ρεβιζιονιστές, τους φασίστες και εν γένει όλους εκείνους που δεν έχουν κανένα συμφέρον ένα τέτοιο έργο όπως το ΚΑΝΑΤΑ να ιδωθεί από το κοινό. Και είναι ακόμα πιο παράλογο, αφού η διαμάχη αποτελεί το θέμα της ίδιας της παράστασης. Μιλάμε γι’ αυτήν. Είναι κι αυτή μια πραγματική ιστορία. Όλα τα γεγονότα είναι πραγματικά. Θεατρικοποιήσαμε γεγονότα, πραγματικές καταστάσεις. Εγώ το βλέπω ως μια δημιουργία όπου, για κάποιους λόγους εσωτερικούς ή εξωτερικούς, κάποια στιγμή πράγματα που χρησιμοποιήσαμε δεν μας είναι πια χρήσιμα, τινάζονται στον αέρα, δεν ισχύουν πια. Το ονομάζουμε Επεισόδιο Πρώτο, αλλά στην αρχική ιστορία όπως την είχαμε ξεκινήσει ήταν το Τρίτο στη σειρά, ήταν το τέλος της ιστορίας που θέλαμε να παρουσιάσουμε. Κάποια στοιχεία από τα δύο πρώτα μέρη που τελικά δεν ανέβηκαν, ενσωματώθηκαν στο έργο στη μορφή που το είδατε.

Προσεγγίσατε τα γεγονότα με τον τρόπο που συνηθίζετε, με έρευνα του θιάσου και προσωπική, ως προς τα γεγονότα, τους τόπους, την ιστορία και όλα αυτά;

Κάθε θέαμα είναι διαφορετικό. Υπάρχει μια προσωπική προετοιμασία. Άλλοι διαβάζουν, άλλοι βλέπουν ταινίες, άλλοι τα κάνουν και τα δυο, και υπάρχουν και κάποια πράγματα κοινά. Στην συγκεκριμένη παράσταση κάναμε ένα ταξίδι με τον Ρομπέρ στον Καναδά. Αυτό είναι κάτι που το κάνουμε στο Θέατρο του Ήλιου, όποτε μπορούμε. Πάμε να αντλήσουμε έμπνευση από τους χώρους. Πιστεύω πως η παράστασή μας είναι τόσο δυνατή, και λόγω του ταξιδιού που κάναμε. Είδαμε πράγματα, τα οποία στη συνέχεια τα αναπαραστήσαμε.

Το κοστούμι κάνει τον ηθοποιό;

Είναι βασικό το κοστούμι. Όταν βάζουμε το κοστούμι γινόμαστε το θεατρικό πρόσωπο. Δεν μπορούμε να παίξουμε χωρίς κοστούμι στο Θέατρο του Ήλιου. Δεν μπορούμε να παίξουμε χωρίς να έχουμε μεταμορφωθούμε. Πρέπει να το πιστεύουμε.

Μπορεί το θέατρο να διδάξει;

Φυσικά. Το θέατρο μπορεί να διδάξει πράγματα για την ανθρωπότητα, που δεν τα μαθαίνεις αλλού ή τα μαθαίνεις με άλλο τρόπο. Είναι χαρακτηριστική η παρατήρηση που έκανε ο σπουδαίος ελληνιστής  (Ζαν Μπολλάκ) που έκανε την μετάφραση της Ιφιγένειας για την παράστασή μας, όταν ήρθε να τη δεί. Είπε: «Ήξερα πως η Ιφιγένεια είχε θυσιαστεί, αλλά δεν ήξερα ότι είχε υποφέρει». Το ανακάλυψε στην παράσταση. Υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στο θέατρο και στον θεατή, υπάρχει ταύτιση. Το κοινό, οι θεατές αναγνωρίζουν τον εαυτό τους στα θεατρικά πρόσωπα.

Και η Μπρεχτική αποστασιοποίηση που κάποιοι λένε πως εφαρμόζεται στο Θέατρο του Ήλιου, πού βρίσκεται;

Για μένα η αποστασιοποίηση είναι μια έννοια στην οποία δεν πιστεύω και επίσης θεωρώ πως ερμηνεύεται λάθος. Για μένα οι ηθοποιοί του Μπρεχτ όταν έπαιζαν ήταν πραγματικά θεατρικά πρόσωπα. Απλά ο Μπρεχτ, νομίζω πως έψαχνε να βρει στιγμές κατά τις οποίες θα διέκοπτε τη ροή του έργου για να μπορέσει να  περάσει μηνύματα. Εμείς στο Θέατρο του Ήλιου δεν μιλάμε για αποστασιοποίηση. Αντίθετα μάλιστα, μιλάμε για ενσάρκωση. Είμαστε το θεατρικό πρόσωπο. Δουλεύουμε όμως συχνά πάνω σε μια φόρμα. Εκφραζόμαστε μέσα από τη φόρμα και συχνά αποφεύγουμε τον ρεαλισμό της καθημερινότητας. Γιατί στο θέατρο δεν είμαστε όπως στη ζωή. Κάναμε και παραστάσεις που ήταν λίγο πολύ νατουραλιστικές, άλλοι θα τις λέγανε κινηματογραφικές, ήταν ας πούμε πιο φυσικές, υπηρετούσαμε όμως πάντα μια φόρμα.

Δουλέψατε πολύ με τις φόρμες του ασιατικού θεάτρου.

Πράγματι. Το ανατολικό, το ασιατικό θέατρο αποτελεί πηγή έμπνευσής μας. Γιατί στα διάφορα παραδοσιακά θέατρα της Ανατολής, διακρίνει κανείς τέχνες του ηθοποιού, αρχαίες τέχνες που υφίστανται και σήμερα. Μπορεί κανείς να τις δει. Η ελληνική τραγωδία δυστυχώς δεν υπάρχει πια. Θα θέλαμε πολύ να ξέρουμε πώς ήταν πραγματικά. Μπορούμε όμως να δούμε το θέατρο Νω, το θέατρο Καμπούκι, το Κατακάλι, το Μπαλινέζικο θέατρο… Υπάρχουν ακόμα. Αντλούμε λοιπόν από τις φόρμες τους, που διατήρησαν τα μυστικά της τέχνης του ηθοποιού, γιατί τα μυστικά της τέχνης του ηθοποιού είναι παγκόσμια. Το μεγάλο παράδοξο είναι ότι πρέπει κάθε φορά αυτά τα μυστικά να τα ανακαλύπτεις.

Έγραψες ένα βιβλίο που έχει τον τίτλο «Λόγια ενός ηθοποιού». Σε τι αναφέρεται;

Στην αρχή ήταν ένας πόθος, γιατί πέρασα πολύ χρόνο από τη ζωή μου στη σκηνή, κάτι που είχε να κάνει και με την οικογενειακή μου ιστορία. Μπήκα στο Θέατρο του Ήλιου όπου κάνουμε πολύ μεγάλες παραστάσεις (από 4,5 έως 7,5 ώρες). Ο χρόνος των δοκιμών, ο χρόνος των παραστάσεων είναι πολύς. Έχουμε την τύχη να παίζουμε πολύ κι είναι καταπληκτικό. Όταν είμαι στη σκηνή, ακολουθώ πάντα τον χαρακτήρα που πρέπω να υποδυθώ. Όταν συχνά όμως βγαίνοντας από τη σκηνή, πηγαίνοντας στα παρασκήνια, την ώρα που προετοιμαζόμουνα, όταν άκουγα την παράσταση ανάμεσα στις σκηνές που έπαιζα, είχα πάντα μια αίσθηση, αλλά και κάποιες σκέψεις που έρχονταν και ξανάρχονταν, είχαν γίνει χρόνια κατάσταση. Έλεγα λοιπόν στον εαυτό μου «κάτι πρέπει να κάνεις μ’ αυτό. Πρέπει να βρεις έναν τρόπο να μιλήσεις γι αυτό». Κι έπειτα, όταν ήρθε η στιγμή, είχα την ιδέα να ζητήσω από την εικοσάχρονη τότε κόρη μου να μου κάνει ερωτήσεις. Η κόρη μου είναι επιστημόνισσα (βιολόγος), γεννήθηκε όμως στο θέατρο, η νονά της είναι η Αριάν, ο νονός της ο Ζαν Μπιγκό, η γιαγιά της και μητέρα μου ήταν ηθοποιός, και η ίδια όταν ήταν μικρή έπαιζε θέατρο με την μητέρα της και με μένα. Ήταν λοιπόν βουτηγμένη στο θέατρο και ήξερε τι είναι. Κι αυτό λειτούργησε. Και καθώς μου έθετε τις ερωτήσεις κατάφερνα να γράφω, να εκφράζω αυτήν την αίσθηση και οργανώθηκαν όλα σε ένα κεφάλαιο με έναν τρόπο πολύ συγκροτημένο. Είναι μια ιστορία λίγο αναπάντεχη, που αφηγείται την μυητική μου διαδρομή που με οδήγησε στο Θέατρο του Ήλιου. Στη συνέχεια έγραψα κι άλλα κείμενα πού ήταν εμπνευσμένα από τη ζωή μου στο θέατρο.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδια σας με την Αριάν;

Η Αριάν σκέφτεται να κάνουμε κάτι σε σχέση με την Ιαπωνία. Δεν είναι όμως ξεκάθαρο ακόμα. Προς το παρόν θα κάνουμε μια παύση μερικών μηνών. Εγώ θα επωφεληθώ για να υλοποιήσω κάποια προσωπικά μου σχέδια. Στη συνέχεια, από τα τέλη Νοεμβρίου ως τα τέλη Δεκεμβρίου θα δώσουμε, σε επανάληψη, στο θέατρό μας στην Καρτουσερί, έναν μικρό αριθμό παραστάσεων των έργων «Ένα δωμάτιο στην Ινδία» και «Η μικρή μας Μαχαμπχαράτα«.Θέλω να σου πω πως είμαστε πολύ χαρούμενοι που βρεθήκαμε ξανά στην Αθήνα και τελειώσαμε τις παραστάσεις μας εδώ, με ένα κοινό πολύ ζεστό, που μας κάνει πάντα να αισθανόμαστε ιδιαίτερα στην Ελλάδα.

Μωρίς Ντυροζιέ, σ’ ευχαριστούμε γι αυτήν τη συνομιλία.

H χαρά ήταν δική μου!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here