Εκτύπωση

Μόρφωση και Εκπαίδευση τα πρώτα χρόνια μετά την επανάσταση του Οκτώβρη 1917, στη Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Σοβιετική Δημοκρατία της Ρωσίας (Οκτώβρης 1917 – Μάρτης 1920)

Γιώργος Γρόλλιος, Καθηγητής ΠΤΔΕ ΑΠΘ, επιμ. Γιώτα Ιωαννίδου, Χημικός

Για να διατυπώσει κανείς άποψη και πρόταση για το σχολείο των κοινωνικών αναγκών, οφείλει να σκύψει πάνω στην εμπειρία όλων των ιστορικών απόπειρων προσέγγισής του. Ιδίως αυτών που επιχείρησαν τον επαναστατικό μετασχηματισμό συνολικά της παιδείας, στο πλαίσιο της χειραφέτησης της εργασίας από τα δεσμά του καπιταλιστικού κέρδους, της εκμετάλλευσης, της ατομικής ιδιοκτησίας. Τα απελευθερωτικά δηλαδή επαναστατικά εγχειρήματα κατάληψης της εξουσίας και προσπάθειας οικοδόμησης μιας νέας κοινωνίας.

Η επανάσταση του Οκτώβρη 1917 στη Ρωσία ήταν ένα σημείο τομής για τον 20ο αιώνα. Η επαγγελία του σοσιαλισμού από ουτοπικό σχέδιο, επαγγελία ή αποτυχημένη εξέγερση γινόταν νικηφόρα επανάσταση και απόπειρα οικοδόμησης μιας νέας κοινωνίας από το υποκείμενό της. Η προσπάθεια αυτή δεν μπορούσε παρά να έχει ως συστατικό στοιχείο της και μια διαφορετική πολιτική για τη μόρφωση και την εκπαίδευση. Μεγάλοι παιδαγωγοί επιχείρησαν σε αυτό το πεδίο, όπως ο Λουνατσάρσκι, η Κρούπσκαγια, ο Μπλόνσκι, ο Ποκρόφσκι, ο Μακαρένκο κ.α. γύρω από την κεντρική ιδέα του Ενιαίου Σχολείου Εργασίας. Πρωταγωνιστικό ρόλο στην όλη προσπάθεια παίζει ο Β. Ι. Λένιν.

Έχει τεράστια σημασία να κατανοήσει κανείς, ότι οι προσπάθειες επαναστατικών μετασχηματισμών, της εφαρμογής του νέου Ενιαίου Σχολείου Εργασίας καθώς και η ανάπτυξη του ρόλου του κόμματος των Μπολσεβίκων και των συνδικάτων στην άνοδο του μορφωτικού επιπέδου και τη λαϊκή μόρφωση γίνονται σε μια σκληρή περίοδο. Από τη μια στο εξωτερικό υπογράφεται η συνθήκη Μπρεστ–Λιτόφσκ με τη Γερμανία, υποχωρούν οι αρχικές ελπίδες επαναστάσεων και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες υπάρχει αρχικά απομόνωση και αποκλεισμός και κατόπιν επέκταση ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων. Από την άλλη στο εσωτερικό υπάρχουν πολλαπλά προβλήματα επισιτισμού, στελέχωσης κρατικής διοίκησης και οικονομίας, παραγωγής αλλά και άρνησης συνεργασίας υπαλλήλων πρώην κρατικού εκπαιδευτικού μηχανισμού και διανόησης, κούρασης και λαχανιάσματος λειτουργίας Σοβιέτ, φαινόμενα γραφειοκρατίας αλλά και κλιμάκωσης της εσωτερικής αντεπανάστασης. Όλα αυτά σε μια κοινωνία συνέχεια της πρώην τσαρικής Ρωσίας που τα 4/5 των παιδιών και των εφήβων δεν μπορούσαν να φοιτήσουν ούτε σε δημοτικά σχολεία. Το 73,6% του πληθυσμού ήταν αναλφάβητοι και μόνο 1,4 εκατομμύρια, σε έναν πληθυσμό 125,6 εκατομμυρίων ενηλίκων κατοίκων είχε εκπαίδευση πάνω από τη στοιχειώδη. Δεδομένων των υλικών συνθηκών και των ραγδαίων εξελίξεων, τα διλήμματα και η οξυμένη αντιπαράθεση για την απάντησή τους ήταν συνεχής στις γραμμές του Μπολσεβίκικου Κόμματος και έβρισκε αντανάκλαση και στους εκπαιδευτικούς μετασχηματισμούς. Το ζητούμενο της προτεραιότητας της αντιμετώπισης των τακτικών προβλημάτων που ανέκυπταν, όχι σε βάρος αλλά με ταυτόχρονη προώθηση της στρατηγικής, ήταν πάντα παρόν σε αυτήν τη διαπάλη. Οι εργαζόμενοι όφειλαν να ανοίξουν νέους δρόμους δρώντας σαν υποκείμενο της ιστορίας σε μια πρωτόγνωρη περιπέτεια, όπου έλειπε η θετική ή αρνητική εμπειρία αντίστοιχων εγχειρημάτων, «πολυτέλεια» που εμείς σήμερα διαθέτουμε.

Ευχαριστούμε τον Γιώργο Γρόλλιο, Καθηγητή του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του Α.Π.Θ., που μας επέτρεψε να παραθέσουμε τα παρακάτω εκτεταμένα αποσπάσματα από τη διδακτορική του Διατριβή «Πολιτική, μόρφωση και εκπαιδευτικοί μετασχηματισμοί: Η συμβολή του Λένιν, 1917 – 1923» (Θεσσαλονίκη 1994)*, στην προσπάθεια να αποτυπώσουμε τους εκπαιδευτικούς μετασχηματισμούς αλλά και τα ερωτήματα της πρώτης περιόδου μετά την επανάσταση και πριν την εφαρμογή της Νέας Οικονομικής Πολιτικής, Οκτώβρης 1917 – Μάρτης 1920.

Το απόσπασμα

Ο όρος «πολιτική» της περιόδου 1917-1923 στο έργο του Λένιν έχει πρωταρχικά το χαρακτήρα του κοινωνικού μετασχηματισμού, της οικοδόμησης μιας νέας κοινωνίας, καθώς ο Λένιν, ηγετικό στέλεχος των μπολσεβίκων, συμμετέχει άμεσα, παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαμόρφωση-υλοποίηση της πολιτικής της Σοβιετικής εξουσίας. Ο όρος «μόρφωση», έχει κυρίως το χαρακτήρα της μορφωτικής πολιτικής, με διακηρυγμένο γενικό στόχο την άνοδο του μορφωτικού επιπέδου των λαϊκών τάξεων και στρωμάτων, ως απαραίτητη πλευρά του συνολικού πολιτικού στόχου της κοινωνικοποίησης της εργασίας, της πολιτικής και της γνώσης στην κατεύθυνση του κομμουνισμού…

Ο Λένιν έθετε το πρόβλημα του δρόμου μέσα από τον οποίο οι καταπιεζόμενες και εκμεταλλευόμενες μάζες πολιτικοποιούνται, μορφώνονται, χειραφετούνται:  «εμείς δεν περιμένουμε να ανδρωθεί και να ωριμάσει το προλεταριάτο για την εξουσία με συμβουλές και νουθεσίες, ούτε στο σχολειό των γλυκανάλατων κηρυγμάτων ή των μεγαλόστομων παραινέσεων, αλλά μέσα στο σχολειό της ζωής, στο σχολειό της πάλης. Το προλεταριάτο, για να γίνει κυρίαρχη τάξη και να νικήσει οριστικά την αστική τάξη, πρέπει να το διδαχτεί αυτό, γιατί από πουθενά δεν πρόκειται να πάρει μονομιάς αυτή τη γνώση Πρέπει όμως να διδαχτεί μέσα στον αγώνα Γιατί μόνο ο σοβαρός, ο πεισματικός, ο αποφασιστικός αγώνας διδάσκει… Οι εκμεταλλευόμενοι δυναμώνουν, ανδρώνονται, αναπτύσσονται, μαθαίνουν, πετάνε από πάνω τους τον «πανάρχαιο Αδάμ» της μισθωτής δουλείας, στο βαθμό που αναπτύσσεται η αντίσταση των εχθρών τους – των εκμεταλλευτών. Η νίκη θα είναι με το μέρος των εκμεταλλευόμενων, γιατί μ’ αυτούς είναι η ζωή, μ’ αυτούς είναι η δύναμη… όλου του γιγάντιου αποθέματος της δραστηριότητας και του ταλέντου του λεγόμενου «απλού λαού», των εργατών και των αγροτών.

Σύμφωνα με τον Λένιν, το «σχολείο της ζωής», το «σχολείο της πάλης» μπορούν να καταστήσουν τις λαϊκές τάξεις ικανές να πετύχουν τον κεντρικό μορφωτικό – πολιτικό στόχο της επανάστασης: «να τα ξέρουν όλα, να μπορούν να κρίνουν για όλα, να τα κάνουν όλα συνειδητά».

Το 2ο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ των εργατών, στρατιωτών και αγροτών βουλευτών, που έγινε στην Πετρούπολη στις 25-26 Οκτώβρη του 1917, σχημάτισε την πρώτη επαναστατική κυβέρνηση της Ρωσίας. Στη θέση του Λαϊκού Επιτρόπου της Παιδείας όρισε τον Λουνατσάρσκι. Ουσιαστικά ο Λουνατσάρσκι αναγκάστηκε να καταλάβει το παλιό υπουργείο της Εκπαίδευσης στις 18 Νοέμβρη 1917. Υπήρχε άρνηση συνεργασίας των εκπαιδευτικών, η πλειοψηφία των οποίων ήταν εχθρικά τοποθετημένη απέναντι στην μπολσεβίκικη εξουσία. Η συνδικαλιστική ομοσπονδία των εκπαιδευτικών, η Πανρωσική Ένωση των Εκπαιδευτικών (ΠΕΕ) καθοδηγείται από εσέρους και καντέτους.

Κάτω από το βάρος ικανοποίησης των άμεσων αναγκών, η μορφωτική πολιτική που εφαρμόζουν από τον Απρίλη του 1918 μέχρι τον Απρίλη του 1919 οι μπολσεβίκοι (η οποία διακηρύχθηκε από τον Λένιν στο άρθρο «Τα άμεσα καθήκοντα της Σοβιετικής εξουσίας»), έχει σαν κύριο στόχο της, τη στροφή της προσοχής των μαζών στην οικονομία και τη διοίκηση, με την καθοριστική διαμεσολάβηση του κράτους. Μέχρι τότε όμως είναι απαραίτητα η προσέλκυση των αστών διανοουμένων σε τεχνικές και διοικητικές εργασίες που δεν μπορούν να πραγματοποιήσουν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι. Ο οργανωτικός συνδυασμός της εργατικής δύναμης και των γνώσεων που κατέχει η αστική διανόηση (ελεγχόμενος από τη Σοβιετική εξουσία), αποσκοπεί πρωταρχικά στην ανάπτυξη της παραγωγής. Ο συνδυασμός αυτός για τον Λένιν είναι αναγκαίος, αλλά βραχυπρόθεσμος. Οι αντιφάσεις του δεν μπορούν παρά να λυθούν αργότερα, είτε προς την κατεύθυνση της κυριαρχίας της εργατικής τάξης, είτε προς την επαναθεμελίωση της αστικής κυριαρχίας…

Γι’ αυτό οι μπολσεβίκοι αμέσως μετά την επανάσταση έπρεπε να επιλέξουν εκείνους τους μετασχηματισμούς του εκπαιδευτικού μηχανισμού οι οποίοι θα μπορούσαν να μετατρέψουν την παλιά αστική εκπαίδευση σε λαϊκή. Το πρόβλημα του κράτους και του μετασχηματισμού του ήταν πρωταρχικό μετά την επανάσταση και είχε πολλές πλευρές: ποια θα ήταν η νέα δομή του εκπαιδευτικού μηχανισμού, ποιες θα ήταν οι λειτουργίες του, ποιες θα ήταν οι σχέσεις του με την κεντρική κρατική εξουσία, ποια μόρφωση και ποια μέθοδος θα κυριαρχούσε στο νέο σχολείο, ποιοι θα ήταν οι φορείς που θα υλοποιούσαν όλα τα παραπάνω. Πριν από αυτό και για να γίνει αυτό, το κύριο καθήκον για τους μπολσεβίκους ήταν να δυναμώσουν την επιρροή τους στο χώρο της εκπαίδευσης, διαδικασία που είχε αρχίσει με την ίδρυση της Ένωσης των Διεθνιστών Δασκάλων στις αρχές του Δεκέμβρη του 1917, Ένωση η οποία αποτελούσε το αντίβαρο της Πανρωσικής Ένωσης των Εκπαιδευτικών. Ο Λένιν δίνει τη θεωρητική πλευρά του ζητήματος των μετασχηματισμών  «Δεν αρκεί να είσαι επαναστάτης και οπαδός του σοσιαλισμού, ή κομμουνιστής γενικά. Πρέπει να ξέρεις να βρίσκεις σε κάθε
συγκεκριμένη στιγμή τον ιδιαίτερο εκείνο κρίκο της αλυσίδας, απ’ όπου πρέπει να πιαστείς με όλες σου τις· δυνάμεις για να κρατάς όλη την αλυσίδα και να προετοιμάσεις σταθερά το πέρασμα στον κατοπινό κρίκο. Και η διάταξη των κρίκων, η μορφή τους, το αλύσωμά τους, η διαφορά του ενός από τον άλλο στην ιστορική αλυσίδα των γεγονότων δεν είναι πράγματα τόσο απλά και τόσο χοντροκομμένα, όπως στη συνηθισμένη αλυσίδα που φτιάχνει ένας σιδεράς».

Προτεραιότητα αποτελεί η προετοιμασία των πολιτικών όρων οι οποίοι θα αποτελέσουν τη βάση των εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων

Τον Ιούνη του 1918, λιγότερο από δύο μήνες μετά από αυτή τη θεωρητική προσέγγιση του προβλήματος, ο Λένιν δείχνει τον «κρίκο της αλυσίδας» απ’ όπου πρέπει να πιαστούν γερά σ’ αυτή τη φάση οι δυνάμεις των μπολσεβίκων στην εκπαίδευση. Το 1ο Συνέδριο των Διεθνιστών Δασκάλων που γίνεται στις 2-6 Ιούνη στη Μόσχα έχει στην ημερήσια διάταξη για συζήτηση, θέματα που αγκαλιάζουν συνολικά το φάσμα των εκπαιδευτικών προβλημάτων και θέματα που σχετίζονται στενά μ’ αυτά: τα καθήκοντα της Ένωσης των Διεθνιστών Δασκάλων, η σχολική μεταρρύθμιση, το γενικό σχέδιο οργάνωσης του έργου της λαϊκής παιδείας, η πολυτεχνική μόρφωση, τα οργανωτικά-προπαγανδιστικά καθήκοντα του νέου δασκάλου, η οικονομική κατάσταση των δασκάλων, το σχολείο και το κράτος, σχέδιο καταστατικού της Ένωσης. Η τοποθέτηση του Λένιν δεν αναφέρεται στο χαρακτήρα της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης που συζητά το συνέδριο. Επικεντρώνεται στην προετοιμασία των πολιτικών όρων οι οποίοι θα αποτελέσουν τη βάση των μεταρρυθμίσεων, θα μετατρέψουν οποιοδήποτε μεταρρυθμιστικό σχέδιο σε ζωντανή πραγματικότητα: «Η στρατιά των δασκάλων πρέπει να επωμιστεί τεράστια μορφωτικά καθήκοντα και πρώτα από όλα πρέπει να γίνει η βασική στρατιά της σοσιαλιστικής παιδείας. Πρέπει να απαλλάξουμε τη ζωή και τη γνώση από την υποταγή στο κεφάλαιο, από το ζυγό της αστικής τάξης. Δεν πρέπει να περιοριζόμαστε στα πλαίσια της στενής διδασκαλικής δράσης. Οι δάσκαλοι πρέπει να γίνουν ένα με όλη την αγωνιζόμενη μάζα των εργαζομένων. Το καθήκον της νέας παιδαγωγικής είναι να συνδέσει τη δράση του δασκάλου με το καθήκον της σοσιαλιστικής οργάνωσης της κοινωνίας. Πρέπει να πούμε πως η βασική μάζα της διανόησης της παλιάς Ρωσίας αποδείχνεται ανοιχτός αντίπαλος της Σοβιετικής εξουσίας, και δεν υπάρχει αμφιβολία πως δεν θα είναι εύκολο να υπερνικήσουμε τις δυσκολίες που δημιουργεί αυτό το ζήτημα.

Οι αλλαγές στην Ανώτατη Εκπαίδευση

Ο Λένιν στις 2 Αυγούστου 1918 υποβάλλει σχέδιο απόφασης στο Συμβούλιο των Λαϊκών Επιτρόπων (ΣΛΕ) παίρνοντας θέση για τις αλλαγές στην Ανώτατη Εκπαίδευση: «Το Σ.Λ.Ε. αναθέτει στο Επιτροπάτο Λαϊκής Παιδείας να επεξεργαστεί αμέσως μια σειρά αποφάσεις και μέτρα ώστε, σε περίπτωση που ο αριθμός των επιθυμούντων να μπουν στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα ξεπεράσει το συνηθισμένο αριθμό θέσεων, να παρθούν τα πιο επείγοντα μέτρα που να εξασφαλίζουν τη δυνατότητα να φοιτήσουν όλοι οι επιθυμούντες, και κανενός είδους, όχι μόνο νομικά, αλλά και ουσιώδη προνόμια να μην μπορεί να υπάρχουν για τις εύπορες τάξεις. Στην πρώτη σειρά πρέπει οπωσδήποτε να γίνονται δεκτά πρόσωπα που προέρχονται από το προλεταριάτο και τη φτωχή αγροτιά, στα οποία θα χορηγηθούν υποτροφίες σε πλατιά κλίμακα».

Το σχέδιο απόφασης αυτό, εγκρίθηκε από το Συμβούλιο των Λαϊκών Επιτρόπων (Σ.Λ.Ε.) με την ευκαιρία της ψήφισης του διατάγματος για τους κανόνες εισαγωγής στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της ΣΟΣΔΡ. Το διάταγμα επέτρεπε την εγγραφή στις ανώτατες σχολές όλων όσων επιθυμούσαν και ήταν ηλικίας άνω των 16 χρόνων. Για την εγγραφή καταργούσε την υποβολή διπλώματος, απολυτηρίου είτε βεβαίωσης αποφοίτησης από το σχολείο, τις εισαγωγικές εξετάσεις, καθώς και την πληρωμή για τις σπουδές.

Η «Σχολή της Πετρούπολης» και η «Σχολή της Μόσχας» και ο νόμος για το Ενιαίο Σχολείο Εργασίας

Ο Αύγουστος και ο Σεπτέμβρης του 1918, είναι δύο μήνες στη διάρκεια των οποίων κρίνεται ο χαρακτήρας των μετασχηματισμών της εκπαίδευσης στη Ρωσία μετά την επανάσταση του Οκτώβρη 1917. Δύο βασικές τάσεις έχουν διαμορφωθεί για το χαρακτήρα αυτών των μετασχηματισμών. Η πρώτη είναι «Η Σχολή της Πετρούπολης», επηρεασμένη από τις εκπαιδευτικές καινοτομίες του κινήματος της Νέας Αγωγής στην Αμερική και στην Ευρώπη, που έκφρασε κυρίως ο Αμερικάνος Ντιούι. Εκπροσωπείται από το Λουνατσάρσκι, τον Ποκρόβσκι και τη Μενζίνσκαγια. Η δεύτερη τάση είναι η «Ομάδα της Μόσχας», η οποία έβρισκε την κατεύθυνση της «Σχολής της Πετρούπολης» πολύ ακαδημαϊκή και εκτιμούσε ότι η εκπαίδευση κατά ένα μεγάλο μέρος έπρεπε να περάσει μέσα από την πραγματική, τη συγκεκριμένη ζωή. Υποστήριζε ότι η εργασιακή και η ακαδημαϊκή μόρφωση έπρεπε να ενοποιηθούν, έδινε βάρος στη χειρωνακτική εργασία και πρότεινε την οργάνωση του σχολείου ως παραγωγικής κομμούνας, βασισμένης στις αρχές της αυτονομίας και του κολλεκτιβίστικου αυτοπροσδιορισμού. Η ομάδα αυτή είχε ως κύριους εκπροσώπους της τον Πόζνερ και το Λεπεσίνσκι. Οι τάσεις αυτές αντιπαρατέθηκαν τόσο στην Επιτροπή του Κράτους για την Εκπαίδευση, όσο και στο 1ο Πανρωσικό Συνέδριο για την εκπαίδευση. Η Πανρωσική Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή των Σοβιέτ (Π.Κ.Ε.Ε) δε βρήκε τις δύο απόψεις ασυμβίβαστες. Δημοσιεύτηκαν στην «Ισβέστιγια της ΠΚΕΕ» στις 16 Οκτώβρη του 1918 και αποτέλεσαν τη βάση για το Νόμο για το Ενιαίο Σχολείο Εργασίας. Το Ενιαίο Σχολείο Εργασίας ήταν μια ριζική καινοτομία για τη Ρωσία, αλλά και παγκόσμια, αφού δεν αποτελούσε ένα πειραματισμό με διάφορες μορφές σύνδεσης της εκπαίδευσης με την εργασία όπως σε πολλές χώρες της Δύσης, αλλά τον τύπο του σχολείου που έπρεπε να κατοχυρωθεί σε ολόκληρη την επικράτεια της Σοβιετικής εξουσίας. Η δομή του χωριζόταν σε 2 κύκλους, η παρακολούθηση των οποίων ήταν υποχρεωτική για όλους τους μαθητές και δωρεάν. Η ιδιωτική εκπαίδευση όπως και οι σοβινιστικές διακρίσεις καταργούνταν, όλα τα παιδιά και των δύο φύλων έπρεπε να παίρνουν την ίδια εκπαίδευση μέχρι τα 16 τους χρόνια. Μόνο μετά από αυτή την ηλικία μπορούσαν να αποκτήσουν ειδίκευση, σε ανώτερες σχολές και Ινστιτούτα ή να φοιτήσουν στις Ανώτατες σχολές, όπου η παρακολούθηση των μαθημάτων ήταν ελεύθερη, ακόμα και για όσους δεν είχαν τελειώσει τις δύο πρώτες βαθμίδες της εκπαίδευσης.  Το σχολείο ήταν στενά δεμένο με την εργασία. Στον πρώτο βαθμό (5 χρόνια) η εργασία γινόταν μέσα στο σχολείο, έχοντας χαρακτήρα οικιακής παραγωγής. Οι μαθητές εκτελούσαν τα αναγκαία για την κοινή σχολική ζωή (μαγειρική, κηπουρική κλπ.) Στο δεύτερο βαθμό (4 χρόνια) η εργασία έπαιρνε περισσότερο κοινωνικό χαρακτήρα. Ήταν ελαφριά, αλλά πραγματική, εκτός του σχολείου. Περιλάμβανε συμμετοχή στις εργασίες εργοστασίων, αγροτικής παραγωγής και επιχειρήσεων του κράτους (που ήταν υπό εργατικό έλεγχο).

Το πρόγραμμα των μαθημάτων ήταν σε μεγάλο βαθμό εγκυκλοπαιδικό. Περιλάμβανε διδασκαλία της Ρωσικής ή της γλώσσας του έθνους όπου βρισκόταν το σχολείο, Μαθηματικά, Γεωγραφία, Ιστορία, Φυσική, Χημεία, Ξένες Γλώσσες, Φωτογραφία, παρατήρηση των ζώων, Αισθητική, Γυμναστική, Χορό και τη βελτίωση των αντιληπτικών ικανοτήτων. Οι αρχαίες γλώσσες δεν ήταν υποχρεωτικές. Το πρόγραμμα αυτό αποτελούσε το ένα σκέλος της μόρφωσης που έδινε το Ενιαίο Σχολείο Εργασίας, η οποία ήταν μόρφωση γενική και μόρφωση πολυτεχνική. Επίσης, εκτός από τη γενική και πολυτεχνική, σημαντική θέση στο Ενιαίο Σχολείο Εργασίας είχε τόσο η καλλιτεχνική, όσο και η αθλητική μόρφωση.

Η παλιά μορφή της πειθαρχίας, που ο χαρακτήρας της ήταν ο περιορισμός της σχολικής δραστηριότητας στο σύνολο της και η παρεμπόδιση της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του παιδιού, δεν είχε θέση στο καινούργιο σχολείο. Η νέα, εσωτερική πειθαρχία αναπτυσσόταν μέσα από την εργασιακή δραστηριότητα και τον αναγκαίο για την πραγμάτωση της συλλογικό – ορθολογικό σχεδιασμό. Η εργασιακή δραστηριότητα γινόταν αποτελεσματικό παιδαγωγικό μέσο εκτελούμενη με δημιουργικό τρόπο, χωρίς την άσκηση βίας πάνω στην προσωπικότητα του παιδιού, εφόσον ήταν σχεδιασμένη και κοινωνικά οργανωμένη. Το σχολείο με αυτή την έννοια, έπρεπε να αντιπροσωπεύει μια κοινότητα που με τη διαδικασία της εργασίας αποκαθιστούσε μια στενή και οργανική σύνδεση με τον έξω κόσμο. Δε δινόταν καμιά γραπτή ή άλλη υποχρεωτική εργασία στο σπίτι, αναγορευόταν η τιμωρία οποιουδήποτε είδους και οι εισαγωγικές, προαγωγικές και απολυτήριες εξετάσεις καταργούνταν. Υπεύθυνο όργανο για την αυτοδιαχείριση του σχολείου γινόταν το Σχολικό Συμβούλιο, αποτελούμενο από όλους τους εργαζόμενους σε αναλογία 1/4 των εργαζομένων στο σχολείο, από μαθητές των μεγαλύτερων ηλικιών (12 χρόνων και πάνω) με την ίδια αναλογία (1/4 των εργαζομένων στο σχολείο) και από ένα αντιπρόσωπο της υπηρεσίας
για την εκπαίδευση του λαού. Η κατάταξη των δασκάλων σε κατηγορίες καταργούνταν, γινόταν προσπάθεια η διαίρεση των μαθητών κατά τάξεις με βάση την ηλικία να αντικατασταθεί με τη διαίρεση σε ομάδες, σύμφωνα με το επίπεδο της εκπαίδευσης των μαθητών στον κάθε εκπαιδευτικό κλάδο.

Ο Νόμος για το Ενιαίο Σχολείο Εργασίας, επειδή ακριβώς συνδυάζει την πολυτεχνική με τη γενική μόρφωση, μπορεί να αποτελέσει και βάση στρατηγικού (κομμουνιστικού) χαρακτήρα για τη μόρφωση της νέας γενιάς, χωρίς να αναιρείται η άμεση – τακτική χρησιμότητα της στροφής στην οικονομική – διοικητική μόρφωση. Η Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, έχει μια ιδιαίτερη σημασία, από την άποψη της προτεραιότητας στην οικονομική – διοικητική μόρφωση και από την άποψη της δημιουργίας του στρώματος των πρακτικών οργανωτών, γιατί μπορεί να συμβάλλει άμεσα στην υλοποίηση αυτών των στόχων. Η κατάργηση των εξετάσεων που προβλέπει ο Νόμος για το Ενιαίο Σχολείο Εργασίας, σε συνδυασμό με την πολιτική της ελεύθερης πρόσβασης στα Πανεπιστήμια που είχε προηγούμενα υιοθετήσει το Λαϊκό Επιτροπάτο Παιδείας, εξυπηρετεί άμεσα το στόχο να γίνει η μόρφωση προσιτή σε όλους και τη δημιουργία του στρώματος των εργατών – πρακτικών οργανωτών. Είναι χαρακτηριστική για την έμφαση που έδινε η πολιτική ηγεσία του Λαϊκού Επιτροπάτου Παιδείας, αλλά και για την πάλη που διεξαγόταν το 1918 στη Ρωσία γύρω από το ζήτημα της άμεσης χρησιμοποίησης της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης για την παραγωγή εργατικών στελεχών και για την προώθηση της μόρφωσης με έμφαση στην οικονομία και ιδιαίτερα στις επιστημονικές τεχνικές και διοικητικές γνώσεις, η έκθεση του Λουνατσάρσκι: «Κάθε ανώτερη σχολή δεν μπορεί να αρκείται να είναι μόνο σύλλογος εκπαιδευτών, κατά τον
παλιό τρόπο των ανώτερων σχολών. Πρέπει να είναι και εκπαιδευτικός σύλλογος, ο οποίος να προσφέρει πραγματική συνδρομή στην εκπαίδευση του λαϊκού σχολείου. Σαν τέτοιος οφείλει να οργανώσει ινστιτούτα υφηγητών, για να ετοιμάσει καθηγητές λαϊκών πανεπιστημίων σε όλη τη Ρωσία, να ιδρύσει μαθήματα προσιτά σε όλους για μόρφωση όχι μόνο των ειδικών, αλλά εκείνων, που θέλουν να ευρύνουν τη γενική τους μόρφωση με τη γνώση των προόδων και των ανακαλύψεων όλων των επιστημονικών κλάδων. Σκοπεύουμε επίσης να υποχρεώσουμε όλες τις ανώτερες σχολές να ιδρύσουν στο εσωτερικό τους ειδικές επιστημονικές εταιρίες, με το σκοπό να λύσουν επιστημονικά ζητήματα και να επιδοθούν σε εργασία καθαρά επιστημονικών ερευνών.

Ποιος θα υλοποιήσει τις μεταρρυθμίσεις;

Μετά την ψήφιση του Νόμου για το Ενιαίο Σχολείο Εργασίας από την Π.Κ.Ε.Ε. των Σοβιέτ στις 16 Οκτώβρη, το κύριο ζήτημα που έμπαινε για τους μπολσεβίκους στο χώρο της εκπαίδευσης ήταν η υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων, η εφαρμογή τους στην πράξη. Όμως, το πρόβλημα που έπρεπε να λυθεί ήταν η συνεργασία των εκπαιδευτικών με το νέο καθεστώς της Σοβιετικής εξουσίας.

Η ηγεσία του Λαϊκού Επιτροπάτου Παιδείας και το μπολσεβίκικο κόμμα έπρεπε τώρα να λύσουν το πρόβλημα του είδους του φορέα που θα αντικαθιστούσε την Πανρωσική Ένωση των Εκπαιδευτικών (ΠΕΕ), η οποία βρισκόταν ουσιαστικά υπό διάλυση. Οι Λουνατσάρσκι και Κρούπσκαγια, υποστήριζαν τη δημιουργία ενός νέου συνδικάτου το οποίο θα στηριζόταν στην Ένωση των Διεθνιστών Δασκάλων. Ο Βίκτορα Πόζνερ τασσόταν υπέρ της αντικατάστασης της ΠΕΕ από μια πολιτική οργάνωση των μπολσεβίκων στο χώρο της εκπαίδευσης. Το 2ο Συνέδριο της Ένωσης Διεθνιστών Δασκάλων, με πρόταση του Λένιν, αποφάσισε πως θεωρεί αναγκαίο να οργανωθεί το «Πανρωσικό συνδικάτο των εκπαιδευτικών και των εργαζομένων στον τομέα του σοσιαλιστικού πολιτισμού, απόφαση που θα υλοποιηθεί το καλοκαίρι του 1919.

Το σχολείο όπλο εξαφάνισης της αστικής κυριαρχίας και ολοκληρωτικής εξάλειψης του χωρισμού της κοινωνίας σε τάξεις

Στις 23 Φλεβάρη 1919, στο προσχέδιο του σχεδίου προγράμματος του ΚΚΡ (μπ) που δημοσιεύεται στην «Πετρογκράντσκαγια Πράβντα») ο Λένιν έγραφε: «Στον τομέα της λαϊκής παιδείας το ΚΚΡ βάζει για καθήκον του να αποτελειώσει το έργο που άρχισε με την Οκτωβριανή επανάσταση του 1917, το έργο της μετατροπής του σχολείου από όπλο ταξικής κυριαρχίας της αστικής τάξης σε όπλο εξαφάνισης αυτής της κυριαρχίας και σε όπλο ολοκληρωτικής εξάλειψης του χωρισμού της κοινωνίας σε τάξεις… Τα άμεσα καθήκοντα πάνω στο δρόμο αυτό είναι σήμερα: 1) Η καθιέρωση της δωρεάν και υποχρεωτικής γενικής και πολυτεχνικής (που δίνει θεωρητικές και πρακτικές γνώσεις για όλους τους βασικούς κλάδους της παραγωγής) εκπαίδευσης για όλα τα παιδιά και των δύο φύλων μέχρι 16 χρονών. 2) Η πραγματοποίηση στενής σύνδεσης της εκπαίδευσης με την κοινωνική – παραγωγική εργασία. 3) Η εξασφάλιση όλων των μαθητών με τροφή, ενδυμασία και σχολικά είδη σε βάρος του κράτους, 4) Το δυνάμωμα της ζύμωσης και της προπαγάνδας μέσα στο διδακτικό προσωπικό, 5) Η κατάρτιση νέων δασκάλων που να είναι διαποτισμένοι με τις ιδέες του κομμουνισμού 6) Η προσέλκυση του εργαζόμενου πληθυσμού για να μετάσχει δραστήρια στο έργο της παιδείας (ανάπτυξη των συμβουλίων λαϊκής μόρφωσης, κινητοποίηση των εγγραμμάτων κλπ), 7) Η ολόπλευρη βοήθεια της Σοβιετικής εξουσίας στην αυτομόρφωση και στην ανάπτυξη των εργατών και των εργαζομένων αγροτών (άνοιγμα βιβλιοθηκών, σχολείων για τους ενήλικους, λαϊκών πανεπιστημίων, φροντιστηρίων, κινηματογράφων, στούντιο κλπ), 8) Η ανάπτυξη της πιο πλατιάς προπαγάνδας των κομμουνιστικών ιδεών».

Αργότερα προστέθηκαν τέσσερα νέα σημεία, τα οποία δεν περιλαμβάνονταν ούτε στο προσχέδιο, ούτε στο σχέδιο. Αυτά είναι: α)  Η δημιουργία δικτύου ιδρυμάτων προσχολικής ηλικίας: βρεφικών σταθμών, παιδικών σταθμών, εστιών κτλ. με σκοπό την καλυτέρευση της κοινωνικής διαπαιδαγώγησης και τη χειραφέτηση της γυναίκας» β) Η πλατιά ανάπτυξη της επαγγελματικής μόρφωσης για τα άτομα ηλικίας από 17 χρονών και πάνω σε σύνδεση με τις γενικές πολυτεχνικές γνώσεις» γ) το πλατύ άνοιγμα των θυρών των ανώτερων σχολών για όλου, όσοι επιθυμούν να σπουδάσουν, και σε πρώτη γραμμή για τους εργάτες, η χρησιμοποίηση για εκπαιδευτική δουλειά στις ανώτερες σχολές όλων, όσοι μπορούν εκεί να διδάξουν. Η εξάλειψη όλων των παντός είδους τεχνητών εμποδίων ανάμεσα στις φρέσκες επιστημονικές δυνάμεις και στις έδρες, η υλική εξασφάλιση των σπουδαστών με σκοπό να δοθεί πραγματική δυνατότητα στους προλετάριους και στους αγρότες να σπουδάσουν στις ανώτερες σχολές δ) Το να ανοίξουν και να γίνουν προσιτοί  στους εργαζόμενους όλοι οι θησαυροί της τέχνης, που δημιουργήθηκαν πάνω στη βάση της εκμετάλλευσης της εργασίας τους και που βρίσκονταν ως τώρα στην αποκλειστική διάθεση των εκμεταλλευτών.

Το σημερινό καθήκον της νεολαίας είναι «να μαθαίνει»… Η αντιπαράθεση με την «Προλετκούλτ» και τη στρατιωτικοποίηση της εργασίας και των συνδικάτων

Η ομιλία του Λένιν στο 3ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Ένωσης Νεολαίας της Ρωσίας (Κ.Ε.Ν.Ρ.),  προσδιορίζει ως καθήκον της νεολαίας τη δημιουργία του κομμουνισμού, και άρα ως σημερινό καθήκον της: «να μαθαίνει». Οι επεξηγήσεις του τι να μαθαίνει και πώς να μαθαίνει η νεολαία, είναι οι κατευθυντήριοι άξονες της ομιλίας. «Να μαθαίνει τον κομμουνισμό όχι από  κομμουνιστικά φυλλάδια ή συνθήματα κυρίως» γιατί αυτό οδηγεί σε παπαγαλισμό και απόσπαση από τη ζωντανή ζωή. Το παλιό σχολείο, το σχολείο της αστικής τάξης ήταν σχολείο μηχανικής πειθαρχίας και παπαγαλισμού, στηριζόταν μόνο στα βιβλία, έδινε περιττές γνώσεις, μετέτρεπε τη νέα γενιά σε υπαλλήλους. Όμως είναι λάθος να μην αφομοιώνουν οι κομμουνιστές το σύνολο των γνώσεων που επακόλουθο τους είναι ο κομμουνισμός. Παράδειγμα πρέπει να αποτελεί ο Μαρξ που στηρίχτηκε στο σύνολο των ανθρώπινων γνώσεων, τις επεξεργάστηκε κριτικά και παρήγαγε τη θεωρία του. Αυτό πρέπει να «έχουμε υπόψη»
στις συζητήσεις για τον προλεταριακό πολιτισμό, ο οποίος πρέπει να είναι η νομοτελειακή ανάπτυξη του αποθέματος των γνώσεων που επεξεργάστηκε η ανθρωπότητα κάτω από το ζυγό της τσιφλικάδικης και καπιταλιστικής κοινωνίας. Ο παπαγαλισμός και η μηχανική πειθαρχία του παλιού σχολείου πρέπει να καταργηθούν και να αντικατασταθούν με την ικανότητα της απόκτησης των ανθρώπινων γνώσεων, με τέτοιο τρόπο ώστε ο κομμουνισμός να είναι εκείνα τα συμπεράσματα, τα οποία είναι αναπόφευκτα από την άποψη της σύγχρονης μόρφωσης. Πρακτικό παράδειγμα για αυτό είναι ο εξηλεκτρισμός, που εντάσσεται στο οικονομικό καθήκον της στιγμής, τον οποίο δεν μπορούν να εφαρμόσουν άνθρωποι αγράμματοι και γι’ αυτό δεν αρκούν απλώς γραμματικές γνώσεις, δε φτάνει η κατανόηση του τι είναι εξηλεκτρισμός αλλά
χρειάζεται η γνώση για την εφαρμογή του στη γεωργία και τη βιομηχανία. Χωρίς σύγχρονη μόρφωση ο κομμουνισμός θα μείνει επιθυμία. Ο κομμουνισμός πρέπει από συμβουλές, συνταγές, οδηγίες, προγράμματα να γίνει οδηγός για πρακτική δουλειά. Η Κ.Ε.Ν.Ρ. πρέπει να δημιουργεί κομμουνιστές, όλη η διαπαιδαγώγηση, η μόρφωση, η διδασκαλία της νεολαίας πρέπει να καλλιεργεί σ’ αυτήν την κομμουνιστική ηθική. Οι κομμουνιστές απορρίπτουν την αφηρημένη θρησκευτική ή ιδεαλιστική ηθική που μοιάζουν μεταξύ τους. Η δική τους ηθική είναι υποταγμένη στα ταξικά συμφέροντα του προλεταριάτου. Κομμουνιστική ηθικότητα στη συγκεκριμένη μορφή που έχει πάρει η ταξική πάλη είναι αυτή που συνενώνει τους εργαζόμενους γύρω από το προλεταριάτο, ενάντια σε κάθε εκμετάλλευση, ενάντια σε κάθε μικρή ιδιοκτησία, και συνεπάγεται μια άλλη ψυχολογία, όχι τη μικροαστική, ψυχολογία του ατομικισμού που εμφανίζεται με διάφορες μορφές. Όλη η ηθικότητα βρίσκεται για τον μαζικό αγώνα ενάντια στους εκμεταλλευτές. Στη βάση της κομμουνιστικής ηθικότητας, βρίσκεται ο αγώνας για τη στερέωση – ολοκλήρωση του κομμουνισμού. Αυτή είναι και η βάση της κομμουνιστικής διαπαιδαγώγησης, μόρφωσης και διδασκαλίας.

«Πρέπει να μαθαίνουμε» συνδέοντας αδιάσπαστα το κάθε βήμα της δουλειάς στο σχολείο, στη διαπαιδαγώγηση, στη μόρφωση και στη διδασκαλία, με τον αγώνα ενάντια στους εκμεταλλευτές. Αυτή είναι η απάντηση στο «πώς να μαθαίνουμε». Παραδειγματικά: με την πρωτοβουλία για την εξάλειψη του αναλφαβητισμού, με τη δουλειά στους λαχανόκηπους των περιχώρων για την αντιμετώπιση του λιμού, με την οργάνωση της μόρφωσης της νεολαίας σε κάθε εργοστάσιο, με τη συμμετοχή στα Κομμουνιστικά Σάββατα, με την εξασφάλιση της καθαριότητας και της διανομής των τροφίμων. Η ΚΕΝΡ πρέπει να είναι μια ομάδα κρούσης, πρωτεργάτρια σε κάθε δουλειά με τη βοήθεια και την πρωτοβουλία της, να μην κλειδώνεται στα σχολεία και να μην περιορίζεται να διαβάζει κομμουνιστικά βιβλία και μπροσούρες. Πρέπει να διαπαιδαγωγεί τους νέους από τα μικρά τους χρόνια στο πνεύμα της συνειδητής και πειθαρχημένης δουλειάς. Η ομιλία του Λένιν έρχεται σε ρήξη με τη συνείδηση που είχαν διαμορφώσει στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι αντιπρόσωποι του Συνεδρίου. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς προέρχονταν απευθείας από το πολεμικό μέτωπο, είχαν πάρει μέρος στο Πανρωσικό Σάββατο της εργαζόμενης νεολαίας προς τιμήν της διεθνούς μέρας των νέων, πολλοί ήταν καθοδηγητές και μέλη ομάδων επισιτισμού, βοήθειας των αγροτών να μαζέψουν τη σοδιά (ιδιαίτερα των οικογενειών των στρατιωτών του Κόκκινου Στρατού) και μαζικοποίησης των στρατιών εργασίας στα Ουράλια. Ήταν καθοδηγητές της νεολαίας τόσο στο μέτωπο, όσο και στη μάχη των μετόπισθεν. Ουσιαστικά πίστευαν πως αυτή η πάλη συνόψιζε το σύνολο των καθηκόντων τους. Και ξαφνικά, ο Λένιν προσδιόριζε τα καθήκοντα αλλιώς: «να μαθαίνουμε». Η ρήξη με τη συνείδηση των Συνέδρων ήταν αποτέλεσμα της προσπάθειας του Λένιν για αναπροσανατολισμό των καθηκόντων του κόμματος, με δεδομένη τη διαφαινόμενη καθαρά οριστική νίκη στα πολεμικά μέτωπα. Η συγκυρία είχε και πάλι αλλάξει, τα καθήκοντα της ειρηνικής οικοδόμησης έμπαιναν και πάλι σε προτεραιότητα. Ταυτόχρονα όμως, ο λόγος του Λένιν συγκρουόταν με τις αντιλήψεις που είχαν ενδυναμωθεί από τα έκτακτα μέτρα της προηγούμενης περιόδου. Ήταν μια αντιπαράθεση με τις αντιλήψεις της δημιουργίας προλεταριακού πολιτισμού χωρίς χρησιμοποίηση του υπαρκτού αστικού πολιτισμού (Προλετκούλτ) και μια αντιπαράθεση με τις απόψεις που υποστήριζαν τη στρατιωτικοποίηση της εργασίας και των συνδικάτων. Η αντιπαράθεση είναι σαφέστερη ενάντια στην Προλετκούλτ και πιο έμμεση ενάντια στον Τρότσκι. Η αντιπαράθεση με την Προλετκούλτ επικεντρώνεται στο ζήτημα της μόρφωσης: οι κομμουνιστές πρέπει να αφομοιώνουν το σύνολο των γνώσεων που τους κληροδότησε ο φεουδαρχισμός και ο καπιταλισμός, να τις ξαναδουλεύουν, να τις κριτικάρουν εξαντλητικά χωρίς να παραμελούν κανένα σημείο τους, να τις ελέγχουν μέσα στο εργατικό κίνημα, για να βγάζουν εκείνα τα συμπεράσματα που δεν μπορούν να βγάλουν εκείνοι που περιορίζονται στα αστικά πλαίσια ή είναι δεμένοι με τις αστικές προλήψεις. Αυτός είναι ο δρόμος για την κατάκτηση του προλεταριακού πολιτισμού, ο δρόμος που ακολούθησε ο Μαρξ για να παράγει τη θεωρία του.

Χαρακτηριστική ήταν η πάλη του Λένιν ενάντια στον τύπο μόρφωσης που από τα πρώτα χρόνια θα πρέπει να οδηγεί τα παιδιά προς ένα επάγγελμα, στο όνομα της αντιμετώπισης των άμεσων προβλημάτων της παραγωγής, σε βάρος της πολυτεχνικής μόρφωσης.

Η διήγηση της Κρούπσκαγια είναι διαφωτιστική για το στόχο του Λένιν. Δείχνει ότι το βασικό στοιχείο που καθόριζε την πολιτική του ήταν η αντίληψη ότι το σχολείο στη μεταβατική πορεία της κοινωνίας προς τον κομμουνισμό πρέπει να εξυπηρετεί όχι μόνο την τακτική της μετάβασης, αλλά και να διασφαλίζει τη στρατηγική της μετάβασης, είναι μέσο για να χτιστεί η αταξική κοινωνία και από τακτική αλλά και από στρατηγική άποψη.

Γι αυτό ο Λένιν στο σημείωμα – παρέμβαση στις θέσεις τις οποίες η Κρούπσκαγια περιλάμβανε στην εισήγηση που θα έκανε στη σύσκεψη για την αναδιοργάνωση του Λαϊκού Επιτροπάτου Παιδείας, τόνιζε ότι έπρεπε να προστεθούν προτάσεις όπως: α) 1-2 θέσεις για τη θεμελιακή σημασία της πολυτεχνικής μόρφωσης» σύμφωνα με το Μαρξ και το πρόγραμμα του ΚΚΡ (μπ), β) να πούμε καθαρά ότι σε καμιά περίπτωση δεν μπορούμε να παραιτηθούμε από τις αρχές και από την πραγματοποίηση τώρα αμέσως στο μέτρο του δυνατού της πολυτεχνικής ακριβώς μόρφωσης. Αν και η συγχώνευση επαγγελματικής-δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (από τα 13, 14 χρόνια με την υπόδειξη και απόφαση των παιδαγωγών) ήταν αποτέλεσμα της βαριάς οικονομικής κατάστασης, για να μην μετατραπούν οι επαγγελματικοτεχνικές σχολές απλώς σε βιοτεχνίες, έπρεπε «να καθοριστούν με ακρίβεια οι παρακάτω κανόνες: 1) Να αποφευχθεί η πρόωρη ειδίκευση» να εκπονηθούν οδηγίες για το ζήτημα αυτό 2) Να επεκταθούν σε όλες τις επαγγελματικοτεχνικές σχολές τα μαθήματα γενικής μόρφωσης. Να συνταχθεί πρόγραμμα κατά έτη:  Κομμουνισμός, Ιστορία γενικά, Ιστορία των επαναστάσεων, Ιστορία της -επανάστασης του 1917, γεωγραφία, λογοτεχνία κ.τ.λ.» γ) Να καθοριστούν συγκεκριμένα, προσιτά βήματα προς την πολυτεχνική μόρφωση, όπως: 1) επισκέψεις ηλεκτροσταθμών, διαλέξεις με πειράματα σ’ αυτούς, σειρά πρακτικών εργασιών που μπορούσαν να γίνουν με τον ηλεκτρισμό, προγράμματα για ένα μάθημα ή κύκλο μαθημάτων, διαλέξεων σε 1-2 μήνες 2) επισκέψεις με τις ίδιες εκπαιδευτικές διαδικασίες σε καλά οργανωμένα σοβχόζ, 3) το ίδιο για τα καλά οργανωμένα εργοστάσια, 4) κινητοποίηση των μηχανικών, γεωπόνων, φυσικομαθηματικών για διαλέξεις περί εξηλεκτρισμού και πολυτεχνικής μόρφωσης, καθοδήγηση των πρακτικών εξασκήσεων και των ταξιδιών, 5) οργάνωση μικρών μουσείων πολυτεχνικής μόρφωσης, τρένων, πλοίων.

*Συγγραφικό απόσπασμα από τη διδακτορική διατριβή του Γιώργου Γρόλλιου, www.didaktorika.gr.

Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύθηκε στο 1ο τεύχος του Σελιδοδείκτη, Άνοιξη 2017.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here