Εκτύπωση

του Γιώργου Μαυρογιώργου*

Τα τελευταία χρόνια, το ελληνικό πανεπιστήμιο, ως ΙΜΚ, δέχεται τις ασφυκτικές πιέσεις από τις εγχώριες εκδοχές ευρωπαϊκών νεοσυντηρητικών και νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Η όλη διεργασία επηρεάζεται δραματικά, μετά την υπαγωγή της χώρας σε καθεστώς μη βιώσιμου χρέους. Έχουν θεσμοθετηθεί ήδη δομές και μέτρα περαιτέρω εμπέδωσης νεοφιλελεύθερων πολιτικών της καπιταλιστικής αγοράς. Αναφέρουμε, ενδεικτικά: Επιτροπή Ερευνών, Γραφείο Διαμεσολάβησης, Δομή Απασχόλησης και Σταδιοδρομίας, Γραφείο Πρακτικής Άσκησης, Εταιρεία Αξιοποίησης και Διαχείρισης Περιουσίας, η δημιουργία επώνυμων εδρών και παρέμβαση ισχυρών επιχειρηματικών κύκλων (με λόγο στο περιεχόμενο της των προγραμμάτων). Το μενού συμπληρώνεται με πολιτικές, όπως η έκρηξη των μεταπτυχιακών σπουδών, η εμπορευματοποίησή τους, η καθιέρωση μερικής απασχόλησης μελών ΔΕΠ, η συνεργασία ελληνικών με ιδιωτικά πανεπιστήμια (της Κύπρου), η ανεξέλεγκτη καθιέρωση διδάκτρων κ. α., που επιτείνουν την ήδη υποβαθμισμένη αξία του βασικού τίτλου σπουδών. Ισχυρό πλήγμα δέχτηκε το Πανεπιστήμιο τόσο με την άναρχη επέκταση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης όσο και με τις βίαιες συγχωνεύσεις /καταργήσεις ακαδημαϊκών μονάδων, στο πλαίσιο των μνημονιακών δεσμεύσεων («Αθηνά»). Τελευταίες εκδοχές αυτών αποτελούν τα Συμβούλια Ιδρύματος και η «Ανεξάρτητη» ΑΔΙΠ και οι ΜΟ.ΔΙ.Π.

Στη συνέχεια, θα περιοριστούμε στις διαγραφόμενες εξελίξεις με την καθιέρωση του εγχώριου ιεραρχικού «δικτύου επιτήρησης» των ελληνικών πανεπιστημίων, της ΑΔΙΠ, ως μέλους υπερκείμενων ευρωπαϊκών ομόλογων δικτύων και θα αναφερθούμε επιγραμματικά στους παράγοντες που συνετέλεσαν ώστε η ΑΔΙΠ να θριαμβολογεί για την υπαγωγή όλων των ελληνικών ΑΕΙ στις πολιτικές της Bologna Process, παρά τους θύλακες μιας πολύχρονης αντίστασης.

Η θριαμβολογία της ΑΔΙΠ: Η εξουδετέρωση των «θυλάκων αντίστασης»

Όταν η ΑΔΙΠ αυτοπροβάλλεται ως «θεματοφύλακας της ποιότητας» στα ΑΕΙ, τα έχει υποκαταστήσει θεσμικά! Στην τελευταία Έκθεση για το 2015, θριαμβολογεί που εγκατέστησε-δέκα χρόνια μετά την καθιέρωσή της- 397 ΟΜ.Ε.Α (Τμημάτων) και 36 ΜΟ.ΔΙ.Π στα 36 ΑΕΙ ( 24 πανεπιστήμια και 12 ΤΕΙ ). Ολοκλήρωσε τον πρώτο κύκλο εσωτερικών(397) και εξωτερικών(397) αξιολογήσεων, σε επίπεδο τμημάτων, και των αντίστοιχων εσωτερικών (36) και εξωτερικών(36) αξιολογήσεων, σε επίπεδο ιδρυμάτων ( ΑΔΙΠ,2016). Η ΑΔΙΠ «πνίγεται» στον οργασμό παραγωγής ντοκουμέντων. Συνέταξε και τις 8 ετήσιες εκθέσεις (2007-2015). Συνολικά, εννιακόσια, περίπου, ντοκουμέντα. Επιβάλλει πανομοιότυπους τυφλοσούρτες-οδηγούς, κριτήρια και έντυπα εκθέσεων. Η τυποποίηση συνιστά συμμόρφωση, έλεγχο και διευκόλυνση του ελέγχου. Οι Εκθέσεις είναι κείμενα-παλίμψηστοι προηγούμενων Εκθέσεων. Οι εκτυπώσεις καταλήγουν στους κάδους «ανακύκλωσης εγγράφων». Δεν υπάρχει κάτι σημαντικό σ αυτές και δεν έχουν αναγνώστες. Σκοντάφτεις σε απλοϊκές κοινοτυπίες και επαναλήψεις. Είναι κείμενα που νομιμοποιούν τη θεσμική υπόσταση του φορέα και νεοφιλελεύθερες πρακτικές, παρά «δεξαμενές προτάσεων» εκπαιδευτικής πολιτικής. Σε ειδικές περιστάσεις, συντηρητικές κυβερνήσεις καταφεύγουν στις εκθέσεις, για νομιμοποίηση. Είναι αδιανόητο αριστερή κυβέρνηση να συμβουλεύεται εισηγήσεις του ΟΟΣΑ και της ΑΔΙΠ για τη χάραξη προοδευτικής ριζοσπαστικής εκπαιδευτικής πολιτικής.

Φαίνεται ότι ο φάκελος επιτυχιών της, συνετέλεσε στην πιστοποίησή της, ώστε να καταστεί πλήρες μέλος της υπερκείμενης «Ευρωπαϊκής Ένωσης Αρχών για τη Διασφάλιση της Ποιότητας » (ENQA, 2015) και άλλων συναφών διεθνών οργανισμών ( EQAR, INQAAHE, κ. α.). Με τη συμμορφωτική προσήλωση της ΑΔΙΠ στα κριτήρια ENQA (ESG), τα ΑΕΙ έχουν υπαχθεί σε ένα «πανοπτικό» κάθετης ευρωπαϊκής επιτήρησης που ξεκινάει από τη ΜΟΔΙΠ και μέσω της ΑΔΙΠ φτάνει στην ENQA. Τα ΑΕΙ έχουν εμπλακεί σε δίκτυο διαδικασιών που υπαγορεύονται από πρότυπες, ενιαίες και τυποποιημένες αλληλένδετες αξιολογήσεις-εσωτερικές/εξωτερικές-στις οποίες υπόκεινται όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς. Η «εσωτερική αξιολόγηση» υποτάσσεται στα πρότυπα της εξωτερικής/ιεραρχικής. Η τελευταία συντελείται κατά τα πρότυπα της ENQA. Αντικειμενικά, οι εκπαιδευτικές δραστηριότητες είναι εκτεθειμένες σε «κουλτούρα αξιολόγησης», καθώς περιστοιχίζονται από ανταγωνιστικούς οίκους αξιολόγησης.

Τα παραπάνω συγκροτούν ένα θρίαμβο επί χάρτου και εκφράζουν τυπική απόληξη που είχαν πολύχρονες (1994-σήμερα) και συντονισμένες προσπάθειες του ΟΟΣΑ, της ΕΕ, της Bologna Process και των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ και ΝΔ. Ο ΟΟΣΑ κυριαρχεί. Εγκατέστησε θεσμούς- τοποτηρητές του δικού του νεοφιλελεύθερου «παραδείγματος» σε όλες τις χώρες της ΕΕ. Βέβαια, η δημιουργία νεοφιλελεύθερης «κουλτούρας αξιολόγησης» έχει πολύ δρόμο να διανύσει, για να φτάσει απ τα χαρτιά στην καθημερινή εκπαιδευτική διαδικασία. Αυτό ας το γνωρίζουν όσοι θριαμβολογούν. Σύμφωνα με την Έκθεση, «παρατηρείται ύπαρξη θυλάκων» και «η κουλτούρα της αξιολόγησης δεν έχει γίνει πλήρως αποδεκτή»( ό. π. :88). Σκοπεύουν να τους εξαλείψουν, για να έχουμε, σε πλήρη ανάπτυξη, το πανεπιστήμιο της αγοράς. Διαβλέπουμε, ότι οι λεγόμενες «Ανεξάρτητες» Αρχές, εάν δεν καταργηθούν, θα αποτελέσουν περιζήτητο «φιλέτο» στην αγορά υπηρεσιών αξιολόγησης, κατά το πρότυπο των Οίκων Αξιολόγησης στην χρηματοπιστωτική αγορά. Η ΑΔΙΠ είναι όργανο της αγοράς, με πιστοποιητικό κατά ISO 9001:2000. Παράγει, πιστοποιεί και λανσάρει τη νέα επικερδή απασχόληση του «εμπειροτέχνη αξιολογητή». Το μητρώο της αριθμεί πάνω από 5 000 αξιολογητές.

Ο θρίαμβος της ΑΔΙΠ έχει και το ιδιαίτερο νόημά του: τη δεκαετία 2005-2016, πέτυχε την υποχώρηση των αντιδράσεων, με την εξαγορά, τον εκμαυλισμό, την εξοικείωση, ενσωμάτωση, προσεταιρισμό πανεπιστημιακών, φοιτητών και διοικητικών στο νεοφιλελεύθερο αφήγημα της «αξιολόγησης για την ποιότητα». Η συγκεκριμένη, βέβαια, διεργασία είχε αρχίσει από την εποχή που εγκαινιάστηκε η Bologna Process (1999). Οι διεθνείς/ευρωπαϊκές και εγχώριες κυβερνητικές πρωτοβουλίες για την ΑΔΙΠ, σε πλήρη συντονισμό και συνέργεια, είχαν ως πρωταρχικό στόχο να αναχαιτιστούν οι πολύχρονες (μέχρι και το 2016) ισχυρές αντιστάσεις και αντιδράσεις που είχαν εκδηλώσει φοιτητικές παρατάξεις και κινήσεις πανεπιστημιακών ενάντια στις πολιτικές της καπιταλιστικής αγοράς.

Το Πανεπιστήμιο στην αγορά

Η διασφάλιση ποιότητας στο πανεπιστήμιο δε βρίσκεται στην οικοδόμηση του πανευρωπαϊκού «πανοπτικού» μηχανισμού εξουσιών, πάνω απ τα πανεπιστήμια. Αυτή προκύπτει από πολιτικές παραπέρα εμβάθυνσης της δημοκρατίας, της συλλογικότητας, της ακαδημαϊκής ελευθερίας και της αξιοποίησης των υπαρκτών-και μη αξιοποιημένων δυνατοτήτων-που διαθέτει εγγενώς το πανεπιστήμιο. Οι εξωτερικοί φορείς αξιολόγησης και οι περιφερόμενοι ιπτάμενοι επισκέπτες/εξωτερικοί εμπειρογνώμονες δε γνωρίζουν την ιστορία, τις αδυναμίες ή τις δυνατότητες, τα μεγάλα και μικρά «μυστικά» και τις προοπτικές ενός πανεπιστημίου, όσο τα γνωρίζουν οι ενεργοί διδάσκοντες, διδασκόμενοι και διοικητικοί του. Η «εσωτερική πολιτική ιδρύματος για την ποιότητα» εμπίπτει απολύτως στις αρμοδιότητες των αλλεπάλληλων συλλογικών οργάνων που συγκροτούν ένα πανεπιστημιακό ίδρυμα, αρκεί να ενεργοποιηθούν «αδρανείς ιδέες και αρχές» συλλογικής ευθύνης, ακαδημαϊκής δεοντολογίας και δημοκρατίας.

Με τη θεσμοθέτηση της ΑΔΙΠ, η υπαρκτή ή η επιδιωκόμενη «ποιότητα» στα AEI μετριέται με εισαγόμενα/επιβαλλόμενα (από τα έξω κι από τα πάνω) αντίγραφα κριτηρίων και τυποποιημένες μεθοδολογικές αλχημείες «διασφάλισης και πιστοποίησης», νεοφιλελεύθερης ευρωπαϊκής σύλληψης. Η ποιότητα, χωρίς να ορίζεται, προβάλλεται ως εργαλείο σε μια υπό εξέλιξη διεργασία διεύρυνσης μιας ταχύτατα αναδυόμενης ευρωπαϊκής και ευρύτερα διεθνούς καπιταλιστικής αγοράς (εισαγωγής και εξαγωγής) ανταγωνιστικών εκπαιδευτικών υπηρεσιών.

Στήνεται μηχανισμός «Ποιότητας της Αγοράς» που καταργεί τη διοικητική αυτοτέλεια, την ακαδημαϊκή ελευθερία και τον ακαδημαϊκό χαρακτήρα των ΑΕΙ. Η μόρφωση δε θα είναι «δημόσιο και δωρεάν αγαθό» αλλά θα εκπέσει στην κατηγορία καταναλωτικής υπηρεσίας για αγορά με εξατομικευμένη ιδιωτική δαπάνη. Τα εκπαιδευτικά ιδρύματα θα αξιολογούνται με ενιαία τυποποιημένα πανευρωπαϊκά κριτήρια και μεθοδολογία, από πιστοποιημένους «οίκους αξιολόγησης» του «Ευρωπαϊκού Μητρώου» EQAR και θα αντιμετωπίζονται ως εμπορεύματα. Τα ΑΕΙ έχουν τη δυνατότητα να επιλέγουν από το ευρωπαϊκό μητρώο όποιον φορέα κρίνουν πιο έγκυρο για την διαπίστευσή τους και την «ενίσχυση της διεθνούς φήμης τους» και την προσέλκυση πελατών! Συμπληρωματική αξιολόγηση προσδίδει πρόσθετη υπόληψη. Ο ανταγωνισμός δε θα έχει όρια και εξαιρέσεις. Η αγορά γέμισε από «οίκους αξιολόγησης» κι αξιολογητές που ανταγωνίζονται σε αξιοπιστία.

Με βάση τα αποτελέσματα των αξιολογήσεων, τα ΑΕΙ θα ιεραρχούνται σε μια άκρως ανταγωνιστική διεθνή λίστα ιδρυμάτων-εμπορευμάτων και θα διαφημίζουν τα πιστοποιημένα πακέτα τους. Πρόκειται για εξέλιξη ανάλογη με τους οίκους αξιολόγησης στην οικονομία. Στην αγορά των ΑΕΙ θα έχουμε πολλές διαβαθμίσεις και κατηγοριοποιήσεις εθνικών συστημάτων ή ιδρυμάτων, με ενδεχόμενη εξέλιξη την υποβάθμιση, τη συρρίκνωση, την κατάργηση ή την ραγδαία εισβολή ιδιωτικών ιδρυμάτων. Για την ελίτ θεσμοθετούνται τα Κέντρα Αριστείας, με πρόσθετη χρηματοδότηση. Οι εξελίξεις αυτές βάζουν τα εκπαιδευτικά συστήματα, σε τελευταία ανάλυση, τους φοιτητές, στο άκρως εξοντωτικό σαφάρι ενός άκρατου και άνισου ανταγωνισμού, με πολλές συνέπειες στην ένταση και την έκρηξη των ταξικών διακρίσεων.

Τα ΑΕΙ θα είναι ευάλωτα στις «διαθέσεις» της αγοράς. Τα εύρωστα ΑΕΙ των ισχυρών χωρών της Ευρώπης θα επιβιώσουν. Τα περισσότερα από τα ελληνικά, ως «περιφερειακά» ενός γνωστού νότου, θα υποβαθμιστούν σε Ινστιτούτα, ΙΕΚ ή κολέγια ή θα κλείσουν και θα καταργηθούν. Έτσι, θα έχουμε μαζικότερη «ελεύθερη κινητικότητα» ελλήνων φοιτητών-πελατών και «ερευνητών- εγκεφάλων» προς τα δημοφιλή ιδρύματα μιας ανταγωνιστικής ευρωπαϊκής και διεθνούς αγοράς εκπαιδευτικών υπηρεσιών. Αυτόν τον εφιάλτη δε μπορούν να τον συλλάβουν οι παθιασμένοι πρωταγωνιστές αλλά και οι παθητικοί συνδρομητές των πολιτικών της ΑΔΙΠ;

Πώς φτάσαμε εδώ: Εξαγορά, Προσεταιρισμός και Ενσωμάτωση

Αν δεχτούμε την ανάλυση που έχει προηγηθεί, δεν είναι υπόθεση προτεραιότητας να κατανοήσουμε την «ελληνική ιδιαιτερότητα της καθυστέρησης»! Η καθυστέρηση εφαρμογής ή και ακύρωσης νόμων δεν είναι «παράδοξο». Προέχει να κατανοήσουμε και να «νομιμοποιήσουμε» θεωρητικά τις ισχυρές και δυναμικές κοινωνικές αντιστάσεις απέναντι στην «πολιτική ετοιμότητα και αποφασιστικότητα» των κυβερνώντων και τη στράτευση πολλών πανεπιστημιακών στην προώθηση της Bologna Process. Οι τελευταίες συμβολικές μάχες αναχαίτισης δόθηκαν πρόσφατα από φοιτητές στο ΕΜΠ, το Ιόνιο και στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Το παράδοξο είναι πώς, με τη συνδρομή, εν τέλει, των πανεπιστημίων έχουμε μια εξέλιξη που προοπτικά ετοιμάζει το τέλος τους; Ένα ερώτημα που δεν μπορεί να απαντηθεί εδώ(1).Θα αναφερθούμε επιγραμματικά στους παράγοντες που συνδυαστικά συνετέλεσαν ώστε η ΑΔΙΠ να θριαμβολογεί!

Η ΑΔΙΠ έχει, μετά το 2013, και δίδυμη Αρχή, την ΑΔΙΠΠΔΕ. Είναι ενδιαφέρον ότι, μετά από τη σθεναρή αντίσταση των εκπαιδευτικών, η συγκεκριμένη Αρχή πρόλαβε να υποβάλει μόνο μία Έκθεση για το 2014-15. Η συγκεκριμένη Αρχή «έχει σιγήσει», παρά τη χρηματοδότηση, και έχει παροπλισθεί. Η διαφορετική εξέλιξη, ίσως, οφείλεται στη συγκυρία και στο διαφορετικό χρόνο συγκρότησής τους. Η ΑΔΙΠΠΔΕ, π.χ. δεν είχε τον απαραίτητο χρόνο (μόλις δύο) για να εδραιωθεί. Η ΑΔΙΠ χρειάστηκε 10 περίπου χρόνια. Όσα αναφέρονται στην περίπτωση της ΑΔΙΠ δεν έχουν ισχύ για την ΑΔΙΠΠΔΕ, αν και η δεύτερη έχει ανοίξει δρόμο. Ο χώρος του πανεπιστημίου αποδείχτηκε, τελικά, πιο ευάλωτος;

Για να περιοριστούμε στην περίπτωση της ΑΔΙΠ, το όλο εγχείρημα έχει κινητοποιήσει πολλούς συλλογικούς αλλά και μεμονωμένους ενεργούς ή παθητικούς συντελεστές. Η πολύχρονη αντιπαράθεση, με το σύνολο των κατασταλτικών, ιδεολογικών και συμβουλευτικών μηχανισμών του κράτους ήταν, αντικειμενικά, ασύμμετρη. Δεν είμαστε σίγουροι ότι μπορούμε, ως υπόθεση εργασίας, να υπενθυμίσουμε τη γνωστή παιδαγωγική «αλληγορία του βατράχου». Αποπνέει μια αίσθηση αναπόδραστης αποχαύνωσης και «χαμογελαστού λήθαργου», μέχρι παραλυσίας(2). Η συγκεκριμένη αλληγορία πώς να χωράει στην περίπτωση των διανοούμενων; Ο κυβερνήτης, Κ. Καραμανλής, βέβαια, όταν μας ενέπλεκε(1958) ανεπιφύλακτα στην «ευρωπαϊκή περιπέτεια», δεσμευόταν «ότι οι Έλληνες θα μάθουν να κολυμπούν»! Έχει πέσει έξω. Για πολλά χρόνια, εργαζόμενοι, φοιτητές, άνεργοι και συνταξιούχοι έχουμε γίνει κολυμβητές/ «βάτραχοι», χωρίς σωσίβια, στα θολά νερά της νεοφιλελεύθερης βαρβαρότητας. Θα περιοριστούμε στη στρατηγική του Υπουργείου Παιδείας (1992-2014: ΝΔ/ΠΑΣΟΚ) που επέδειξε μια σειρά ομοιότροπων ενορχηστρωμένων και επιτελικών σχεδιασμών. Ενδεικτικά:

(1)«Ανήκουμε (άνευ όρων) στη Δύση»

Αυτό ανήκει στα πολιτικά «πνευματικά δικαιώματα» των συντηρητικών δυνάμεων της χώρας, τουλάχιστον από το 1958.Η νεοφιλελεύθερη στρατηγική εξοικείωσης με την αξιολόγηση είναι ευρωπαϊκής/διεθνούς σύλληψης και κρατάει χρόνια. Αναφερόμαστε στις συντονισμένες πρωτοβουλίες του ΟΟΣΑ (:πρόγραμμα Institutional Management in Higher Education – 1994), του ΠΟΕ (1995:συμφωνίες GATS), και της Ένωσης Ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων (CRE/EUA: ετήσιο Πρόγραμμα Αξιολόγησης των Πανεπιστημίων,1994). Της ΕΕ (με το “European Pilot Project for Evaluating Quality in Higher Education”,1994-95), και της πρώτης σύστασης του Συμβουλίου (1998), για τη « διασφάλιση ποιότητας». Είχαμε και την «εργαλειοθήκη» The Bologna Process (1999-σήμερα). Τις διαδοχικές «Δεσμεύσεις» Υπουργών: Πράγα(2001), Βερολίνο(2003), Μπέργκεν (2005), Λονδίνο(2007), Λουβαίν (2009), κ. α. Ο ΟΟΣΑ σε επαγρύπνηση. Στο πλαίσιο όλων αυτών των διεργασιών προέκυψαν πολλά ευρωπαϊκά όργανα προώθησης των «πολιτικών ποιότητας», ιεραρχικά υπερκείμενοι φορείς της ΑΔΙΠ. Έχουν επιδείξει μια ασυνήθιστη παραγωγή οδηγιών, κανονισμών, κριτηρίων και πρακτικών της αγοράς. Τόσο ο χρονισμός όσο και ο κοινός ιδεολογικός προσανατολισμός των παραπάνω ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών φανερώνουν τη συγκρότηση μιας σαφούς ενορχηστρωμένης διεθνούς/ευρωπαϊκής πολιτικής για τη διείσδυση του νεοφιλελεύθερου αφηγήματος της αξιολόγησης στην εκπαίδευση.

Δεν υπήρχε κυβερνητική πρωτοβουλία, όλο αυτό το διάστημα, χωρίς εκβιαστικές αναφορές στο «ανήκουμε στη Δύση», στις «ανειλημμένες ευρωπαϊκές δεσμεύσεις», στην καθυστέρηση και την απόσταση που μας χωρίζει από τους άλλους εταίρους, στην «ανάγκη επιτάχυνσης των μεταρρυθμίσεων», κ. τ. ο. Έλληνες πανεπιστημιακοί-υπερασπιστές αυτών των πολιτικών θεωρούν ότι όλα αυτά αποτελούν σημαντικό σταθμό για την αναβάθμιση των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων. Επιμελώς αποφεύγουν να ασχοληθούν με το ενορχηστρωμένο project προώθησης των πολιτικών της αγοράς στην οργάνωση και τη λειτουργία τους.

(2) ΟΙ «πιλοτικές» εφαρμογές

Την ίδια περίοδο είχαν εκδηλωθεί, στρατευμένες «εθελοντικές» δοκιμές των σχετικών ευρωπαϊκών πολιτικών σε ελληνικά ΑΕΙ. Αναφέρουμε τη συμμετοχή δύο Τμημάτων, με παρέμβαση του ΥΠΕΠΘ ( επί ΠΑΣΟΚ, με Γ.Γ. τον πανεπιστημιακό κ. Πανάρετο), στο “European Pilot Project for Evaluating Quality in Higher Education”. Το 1994-98, είχαμε τη συμμετοχή δύο αντίστοιχων τμημάτων στο υποπρόγραμμα του ΟΟΣΑ, το«Project on Quality Management: Quality Assessment and the Decision-Making Process»/Institutional Management in Higher Education» ( με Εθνικό εκπρόσωπο της Ελλάδας στη Διευθυντική Ομάδα του Προγράμματος, τον πανεπιστημιακό Διονύση Κλάδη). Ήταν και η πρωτοβουλία της CRE/EUA, μετά το 1994, με ετήσιο Πρόγραμμα. Το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο (Εργαστήριο Εκπαιδευτικής Πολιτικής και Διοίκησης/ υπεύθυνος: Κλάδης) έδωσε το «παράδειγμα καλών πρακτικών». Ακολούθησαν κι άλλα πανεπιστήμια (Πατρών, Μακεδονίας, Ιωαννίνων, ΑΠΘ, Κρήτης, Αιγαίου και Θεσσαλίας), μέχρι το 2003, με χρηματοδότηση των σχετικών δραστηριοτήτων από την πλευρά του ΥΠΕΠΘ, που είχε αναλάβει ενεργά, πλέον, τη δημιουργία κλίματος θετικής υποδοχής των σχετικών πολιτικών στα πανεπιστήμια. Την περίοδο 2002-06, η EUA υλοποιούσε το πρόγραμμα “ Developing an Internal Quality Culture in European Universities” στο οποίο πήραν μέρος 4 ελληνικά πανεπιστήμια: Αριστοτέλειο, ΕΚΠΑ, Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και το Αιγαίου. Αυτές οι επιλεγμένες συμμετοχές αποτελούν ενδείξεις για τη σταδιακή χρηματοδοτούμενη διείσδυση των σχετικών πολιτικών στα πανεπιστήμια. Η θητεία του πανεπιστημιακού Δ. Κλάδη στο Υπουργείο Παιδείας, ως υπεύθυνου για τα σχετικά θέματα, υπήρξε, προφανώς, σημαντική στη σύλληψη/εφαρμογή των σχεδιασμών.

3)Η εκστρατεία δυσφήμησης

Ξεχωριστή θέση είχε η συνδυασμένη εκστρατεία διαρκούς δυσφήμησης του δημόσιου πανεπιστημίου, πανεπιστημιακών, φοιτητών και των αγώνων τους για την υπεράσπιση θεμελιωδών αρχών στη λειτουργία του. Κινητοποιήσεις για τον εκδημοκρατισμό της εκπαίδευσης καταγγέλλονταν ως συντηρητικές, αν και το πανεπιστημιακό κίνημα δεν υπερασπιζόταν το υπαρκτό πανεπιστήμιο. Διεκδικούσε την εμβάθυνση της δημοκρατίας σε αυτό και αντιστεκόταν στην επιχειρούμενη συρρίκνωσή της. Οι καθυστερήσεις, η απόσυρση νομοσχεδίων ή αναίρεση ή τροποποίηση νόμων αξιοποιούνταν ως άλλοθι για δυσφήμηση του κινήματος. Η διελκυστίνδα των αναβολών (1992-2005), με το χρόνο, συνιστούσε πρόσθετο λόγο για επιβεβλημένη, επιτέλους, λύση. Εδώ σημαντική ήταν η κοινότυπη εκβιαστική επίκληση των «ευρωπαϊκών δεσμεύσεων» απέναντι στους «εταίρους».

Γνωρίζουμε ότι οι νόμοι δεν εφαρμόζονται όταν η κοινωνική δυναμική και το κοινωνικό εισβάλλει στο θεσμικό και το ανατρέπει. Η ίδια η εκτελεστική εξουσία, άλλωστε, κατά σύστημα, δεν εφαρμόζει νόμους που εισηγείται, άλλοτε κρατώντας σε εκκρεμότητα την έκδοση υπουργικών αποφάσεων κι άλλοτε εισάγοντας στη Βουλή τροπολογίες ή τροποποιήσεις ή καταργήσεις νόμων. Η ΝΔ που νομοθέτησε πρώτη την «αξιολόγηση του έργου των ΑΕΙ»(ν.2083/92), κάτω από την πίεση των κοινωνικών αντιδράσεων, δεν ενεργοποίησε τις διατάξεις του σχετικού νόμου. Η επόμενη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ τις κατήργησε για να εντάξει την αξιολόγηση στο Ε.ΣΥ.Π.(ν.2327/1995), που με νέο νόμο τις κατάργησε αργότερα (ν.2817/2000), κάτω από το κύμα αντιδράσεων. Κι αυτή η ρύθμιση δεν εφαρμόστηκε, ώσπου να ετοιμαστεί νέο σχέδιο νόμου (2003) που ποτέ δε συζητήθηκε. Για να επιστρέψει η ΝΔ το 2005 και να νομοθετήσει τη σύσταση της ΑΔΙΠ (ν. 3374/2005).

Η πρόσφατη εκστρατεία δυσφήμησης των εκπαιδευτικών που κάνει ο τέως πρόεδρος της Επιτροπής Διαλόγου είναι μια εκδοχή συνέχειας και παραλλαγή της «πάγιας» τακτικής του εξουσιαστικού μηχανισμού. Ο τέως πρόεδρος της Επιτροπής Διαλόγου οφείλει να γνωρίζει ότι η δυσφήμηση έχει αναδειχθεί σε «πάγια» πρακτική ως όπλο ενάντια σε αιτήματα του κλάδου των εκπαιδευτικών, τα οποία όσο δεν ικανοποιούνται αναγορεύονται σε «πάγια», όσο είναι ζωτικά για την εμβάθυνση του εκδημοκρατισμού στην εκπαίδευση. Το «πάγιο» δεν είναι, έτσι κι αλλιώς, προς δυσφήμηση.

(4)Η καμπάνια των ευφημισμών

Επιστρατεύθηκαν πολυδάπανοι ευφημισμοί περί ευρωπαϊκής διάστασης, κινητικότητας, πιστοποίησης, ποιότητας, αποδοτικότητας, αντικειμενικότητας, ανεξαρτησίας, διαφάνειας, εχεμύθειας, διακριτικότητας, εμπειρογνωμοσύνης, βελτίωσης, ανταγωνιστικότητας, αριστείας, κ. τ. ο. Οι σχετικοί ισχυρισμοί δεν έχουν πραγματολογική βάση. Η προβολή της ανεξαρτησίας της ΑΔΙΠ είναι το ακριβό «φυλαχτό» που της χαρίζουν οι προπαγανδιστές της-πολιτικοί και ακαδημαϊκοί- για να αποκρύπτουν τη βαθιά εξάρτηση από νεοφιλελεύθερες αρχές. Οι αξιολογητές είναι εξαρτημένοι, μέσα στο δίκτυο των πολλαπλών ετεροπροσδιορισμών. Πρόκειται για μια φάρσα ανεξαρτησίας, αντικειμενικότητας, εμπειρογνωμοσύνης και επιστημονικής ουδετερότητας. Το πρόβλημα είναι ότι οι συντελεστές δεν υποψιάζονται ότι εργάζονται για το τέλος του δημόσιου πανεπιστημίου.

(5) Οι θεσμοθετημένες απειλές

Οι κυβερνήσεις ΝΔ/ΠΑΣΟΚ θεσμοθέτησαν απειλές για μη χρηματοδότηση ιδρυμάτων σε περίπτωση μη συμμόρφωσης στις προβλεπόμενες προδιαγραφές! Τελικά, και δραστικές περικοπές χρηματοδότησης είχαμε με τα μνημόνια και οι αξιολογήσεις ολοκληρώθηκαν.

(6)Η χρηματοδότηση και εξαγορά της ενσωμάτωσης

Σε συνδυασμό με τα ευρωπαϊκά προγράμματα (βλ. 2), ενεργοποιήθηκε και ο πακτωλός των κοινοτικών κονδυλίων, ΕΠΕΑΕΚ I (1996-99)και II(2000-2006), ΕΣΠΑ (2007-13) και ΕΣΠΑ(2014-20). Οι ακαδημαϊκές μονάδες υποβλήθηκαν σε διαδικασία αξιολόγησης με αξιοποίηση «εξωτερικών εμπειρογνωμόνων». Είχαμε χρηματοδοτούμενη εκστρατεία για την εξοικείωση τω πανεπιστημιακών και των φοιτητών στις διαδικασίες «αξιολόγησης». Από Έκθεση της ΑΔΙΠ (2010) πληροφορούμαστε ότι «…Η ΑΔΙΠ πρότεινε στο ΥπΕΠΘ να διατεθεί το ποσό των 11 εκ. € περίπου στα Α.Ε.Ι. για την οργάνωση και υποστήριξη των ΜΟ.ΔΙ.Π., σε κάθε Α.Ε.Ι., που θα συνεργάζεται με το ΥπΕΠΘ και την Α.ΔΙ.Π. Η εισήγηση έγινε αποδεκτή από το ΥπΕΠΘ…». Πρόκειται για δέλεαρ χρηματοδότησης, με αντάλλαγμα κι εξαγορά συνεργασίας θεσμικού χαρακτήρα!

Γιατί, έπρεπε οι πανεπιστημιακοί και τα τμήματα που συμμετείχαν στα προγράμματα «εξοικείωσης» να αμείβονται, λες και αυτά τα ζητήματα ήταν έξω από τις συμβατικές υποχρεώσεις; Σε ποιον ορισμό «ποιότητας» εμπίπτουν αυτές οι πρακτικές; Δεν έχουμε ενδείξεις για απόπειρες προσεταιρισμού και ενσωμάτωσης;

Τα παραπάνω δεν είναι διαπιστώσεις που γίνονται εκ των υστέρων. Ας μου επιτραπεί εδώ μια αυτοβιογραφική αναφορά. Σε μια έγκαιρη αίσθηση της απειλής ότι είμαστε εκτεθειμένοι σε ένα ενδεχόμενο αργόσυρτο «πείραμα του βατράχου», λίγο μετά την έναρξη του ΕΠΕΑΕΚ I, γράφαμε («Το Αγροτικό και τα Εκπαιδευτικά», ΄Επενδυτής, 3/5.1.1997): «Αναδεικνύονται και ενισχύονται φαινόμενα αλλοίωσης της συμπεριφοράς των εργαζομένων (μελών ΔΕΠ, εκπαιδευτικών και διοικητικών στελεχών) με πολιτικές σπατάλης και αδιαφανούς διαχείρισης, σε μια περίοδο λιτότητας και συμπίεσης των μισθών. Ομάδες και άτομα, μέσα σε ένα κλίμα έξαρσης των πελατειακών σχέσεων… είναι εκτεθειμένα σε προτάσεις ενίσχυσης των κρατικοδίαιτων εισοδημάτων τους και υφίστανται αθόρυβα τις διαδικασίες ενός διακριτικού προσεταιρισμού και ενσωμάτωσης. Όλα αυτά, με τη σειρά τους, παραμορφώνουν τη δυναμική των κοινωνικών παρεμβάσεων στην εκπαίδευση». Δύο μήνες μετά, ακολούθησε γραπτή παραίτηση (8070/5.3.1997) από τη θέση του ιδρυματικού επιστημονικού υπεύθυνου του «Γραφείου Προσανατολισμού Σπουδών και Σταδιοδρομίας» του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, με την καταληκτική πρόταση «Σας παρακαλώ να δεχθείτε και την παραίτησή μου…Εξακολουθώ να έχω τις ανησυχίες που σας είχα διατυπώσει στην προηγούμενη επιστολή μου. Αυτές ενισχύθηκαν…». Δύσκολα θα βρεις πανεπιστημιακό που να μην έχει εκτεθεί σε παρόμοιες εμπειρίες.

(7)Οι πρόθυμοι και χρήσιμοι «ακαδημαϊκοί»

Είχαμε και «ειδικούς», στρατευμένους στην υπόθεση μιας «άνευ όρων» εναρμόνισης της ελληνικής εκπαιδευτικής πολιτικής προς τους ορισμούς των ευρωπαϊκών πολιτικών. Προβάλλονται ως «παραγωγοί» εκπαιδευτικής πολιτικής, αν και είναι μεταπράτες ευρωπαϊκών/διεθνών πρακτικών στην Ελλάδα, σε «πιστή αντιγραφή». Παρά τη διαδοχή των δύο κομμάτων στην εξουσία, αξιοποιώντας τα κοινοτικά κονδύλια κι έχοντας ως προτεραιότητα τις προσωπικές τους στρατηγικές, ύφαιναν υπομονετικά, άλλοτε στα επιτελικά γραφεία και άλλοτε στις «αίθουσες αναμονής», τον πολυπόθητο ιστό της συναίνεσης των δύο κομμάτων. Έτσι, ήταν ευκολότερο να τα βρουν κάποια στιγμή στη συγκυβέρνηση.

Είναι πολιτικό παράδοξο που ακαδημαϊκός, με πολύχρονη θητεία σε πολιτικές θέσεις στο Υπουργείο Παιδείας επί ΠΑΣΟΚ, ακραιφνής εκφραστής κι εκπρόσωπος (από το 1999,κ.ε.) της Bologna Process,να συμμετέχει ως μέλος στη λεγόμενη Επιτροπή Κοινωνικού και Εθνικού Διαλόγου για την Παιδεία, επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Το ίδιο ισχύει και για την επιλογή του προέδρου της Επιτροπής. Συνδέεται με πολλούς και ετερόκλητους συμβολισμούς. Ήταν πολιτικά προβλέψιμη η δράση του προεδρεύοντα στην Επιτροπή ακαδημαϊκού, με θητεία στο think tank του «σημιτικού» εκσυγχρονισμού και των μετέπειτα Υπουργών Παιδείας. Διεκδικεί την πατρότητα του «Πορίσματος» και προβάλλει εκδοχές «Δημόσιας Παιδαγωγικής» για την προώθηση ακραιφνών νεοφιλελεύθερων προτάσεων-αντίπαλων σε μια ανανεωτική ριζοσπαστική και δημοκρατική εκπαιδευτική πολιτική που διακηρύσσουν με τις θέσεις τους το συνέδριο, το κόμμα, το Τμήμα Παιδείας και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Ο τέως πρόεδρος της Επιτροπής, ανεμπόδιστος, προκειμένου να υπερασπισθεί τις προσωπικές του απόψεις, δημιουργεί πρόσθετα ρήγματα στο ήδη επιβαρημένο πεδίο των σχέσεων συνδικαλιστικών παρατάξεων με το ΣΥΡΙΖΑ και την κυβέρνηση.

(8) Οι πρωταγωνιστές της ΑΔΙΠ και των ΜΟΔΙΠ

Η θριαμβολογία της ΑΔΙΠ έχει πολλούς (συλλογικούς και ατομικούς) πρωταγωνιστές. Χωρίς την ενεργοποίησή τους, δε θα ήταν εύκολη η δραματική αλλαγή που σημειώθηκε. Μπορούμε να τους αναζητήσουμε ανάμεσα στα μέλη των 397 ΟΜ.Ε.Α των Τμημάτων, στα μέλη των 36 ΜΟ.ΔΙ.Π των ΑΕΙ, στα μέλη των Συλλογικών οργάνων (Γ.Σ. Τμημάτων, Σχολών, Κοσμητειών, Συγκλήτων. Συμβουλίων Ιδρύματος, Πρυτανείας), στα μέλη των Συνόδων Πρυτάνεων, στα μέλη συνδικαλιστικών φοιτητικών παρατάξεων, της ΠΟΣΔΕΠ, στα μέλη που συγκροτούν τον οργανισμό της ΑΔΙΠ.

Δεν αποκλείεται εγχώριοι θιασώτες της Bologna Process και της ΑΔΙΠ να έχουν διεισδύσει αθόρυβα και μεθοδευμένα, χρόνια τώρα, στις διεργασίες άλωσης των ελληνικών πανεπιστημίων και ΤΕΙ με τα προτάγματα του παραδείσου που υπόσχεται ένας ιδιότυπος «ακαδημαϊκός καπιταλισμός». Είναι ο καπιταλισμός που αναγορεύει την ιδιωτική πρωτοβουλία, την ατομική προσπάθεια, την ελεύθερη επιλογή, τον ανταγωνισμό, την αξιοκρατία και τις προσωπικές στρατηγικές σε θεμελιώδεις αρχές μιας «ελεύθερης αγοράς». Είναι αυτές οι αρχές που ευνοούν και πριμοδοτούν την ανάπτυξη προσωπικών στρατηγικών και στην άσκηση της εκπαιδευτικής πολιτικής. Οι ίδιοι έχουν εκτεθεί σε διεργασίες και ανυποψίαστοι εξοικειώνονται με τις πρακτικές της καπιταλιστικής αγοράς στην εκπαίδευση. Είναι προφανές ότι οι όποιες προσωπικές στρατηγικές, όταν συμπλέκονται με τις πολιτικές αγοράς στην εκπαίδευση είναι «εργαλειοθήκες» στην υπηρεσία ενός «ακαδημαϊκού καπιταλισμού». Συνήθως, συγκροτούν και άτυπα «δίκτυα» σε πολλά θέματα, όπως, π.χ. στα συγγράμματα, στη συγκρότηση των εισηγητικών επιτροπών και των εκλεκτορικών σωμάτων, στις μετακινήσεις μελών ΔΕΠ από πανεπιστήμιο σε πανεπιστήμιο, στα μεταπτυχιακά, την εκπόνηση διδακτορικών κ.α. Πρόκειται για πανεπιστημιακούς που παρουσιάζουν διείσδυση συνεργασίας σε πολλά πανεπιστήμια.

Εν τέλει, μήπως το τέλος του δημόσιου πανεπιστημίου δεν απασχολεί τους πρωταγωνιστές της ΑΔΙΠ γιατί, με τη συμμετοχή τους στις πολιτικές της Bologna Process και της ΑΔΙΠ ετοιμάζονται και εξοικειώνονται με αυτό που θα έρθει; Τι είναι αυτό που εκτρέπει το πλήθος των εγχώριων πρωταγωνιστών σε επιλογές ώστε να γίνονται «επιχειρηματίες του εαυτού τους», σε μια υποβαθμισμένη ελληνική ανώτατη εκπαίδευση; Μήπως, έτσι θεωρούν ότι χτίζουν το βιογραφικό προφίλ (“Europass”) του «ακαδημαϊκού μετανάστη/πρόσφυγα», ως προϊόντος εξαγωγής σε μια ευρωπαϊκή/διεθνή αγορά «εγκεφάλων» και χρήσιμων ειδικών, σε τιμές ευκαιρίας;

(9) Οι χρήσιμοι «εμπειροτέχνες» αξιολογητές

Ιδιαίτερη κρίνεται η συμβολή των φερόμενων ως ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων Η Bologna Process γέμισε την αγορά με ιπτάμενους θιάσους-ομάδες πανεπιστημιακών αξιολογητών που επιδίδονται σε «ακαδημαϊκό τουρισμό». Η ΑΔΙΠ συγκρότησε «μητρώο»! Παρά τα περί «διαφάνειας», δεν επιτρέπεται πρόσβαση στο «μητρώο». Ενδείξεις έχουμε. Σύμφωνα με την ΑΔΙΠ, «η ομάδα των αξιολογητών αποτελείται από διακεκριμένους καθηγητές μεγάλων Πανεπιστημίων του εξωτερικού», για λόγους αντικειμενικότητας! Η αλήθεια είναι ότι θεωρούνται πιο εξοικειωμένοι με την ιδεολογία της «κουλτούρας αξιολόγησης». Οι περισσότεροι δεν είναι «εμπειρογνώμονες» στο αντικείμενο Ίσως, μάθουν τη δουλειά «πάνω στη δουλειά» (εμπειροτέχνες). Δε μπορεί, τόσα ταξίδια «ακαδημαϊκού τουρισμού» όλο και κάτι αφήνουν, μια και οι χώρες είναι πολλές και τα ιδρύματα πολλά. Είναι φανερό ότι έχουμε να κάνουμε με «χρήσιμους» ερασιτέχνες αξιολογητές, που μετά από ερασιτεχνική «πιστοποίηση», εντάσσονται σε «μητρώο χρήσιμων εμπειρογνωμόνων». Όπως γίνεται αντιληπτό, στην περίπτωση αυτή, δεν έχει τηρηθεί στοιχειώδης ακαδημαϊκή δεοντολογία.

Δε σημαίνει ότι εάν ήταν «ειδικοί», η ΑΔΙΠ θα προσέφερε ουσιαστικό έργο. Οι αξιολογητές, όταν λειτουργούν στο υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της ΑΔΙΠ, γίνονται τοποτηρητές του νεοφιλελεύθερου προτάγματος της αξιολόγησης. Τείνουμε να καταλήξουμε στην εκτίμηση ότι η ΑΔΙΠ δεν ενδιαφέρεται για εξειδικευμένη και επιστημονικά θεμελιωμένη διαδικασία αξιολόγησης. Κάνει επιλεκτική επιστράτευση πανεπιστημιακών που είναι ταγμένοι στην υπεράσπιση κυρίαρχων νεοφιλελεύθερων επιλογών. Μπορούμε, παρά ταύτα, να πιστώσουμε στην ΑΔΙΠ ότι έχει ενσωματώσει και έχει προσεταιριστεί και ορισμένους πανεπιστημιακούς, φανατικούς κράχτες- αντιπάλους του νεοφιλελευθερισμού, αν και με πρόσφατο δημοσιευμένο επιστημονικό τους έργο μάχονται ενάντια στην «αυταρχική αξιολόγηση» και στην εκπαιδευτική πολιτική της «νεοφιλελεύθερης και νεοσυντηρητικής λαίλαπας». Αυτό είναι «αντιφατικό παράδοξο» και για την ΑΔΙΠ και για συγκεκριμένους αξιολογητές, που προσφέρουν «άλλοθι».

Πέρα από αυτό, μπορούμε να εκφράσουμε τη δυσπιστία μας στις επιλογές της ΑΔΙΠ. Πώς είναι δυνατόν, «ειδικοί» που συνδέονται με πολιτικές μιας άναρχης και ανορθολογικής επέκτασης του δικτύου ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα να επανέρχονται, με υπόδειξη του ευρωπαϊκού οργανισμού EUA, ως «θεραπευτές» αυτής της παθογένειας; Η αυτάρεσκη αναφορά στην «υπόδειξη» της EUA επιβεβαιώνει και την κίβδηλη ανεξαρτησία Αρχών, διαδικασιών και εμπειρογνωμόνων! Ύστερα, η εμφάνιση πολυάριθμων πανεπιστημιακών από τα ιδιωτικά πανεπιστήμια της Κύπρου ως αξιολογητών στα δημόσια ελληνικά πανεπιστήμια συμβολίζει την κυνική και βίαιη εισβολή της «κουλτούρας των ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων» στην αξιολόγηση του δημόσιου πανεπιστημίου, στο όνομα μιας ανυπόστατης εμπειρογνωμοσύνης και ανύπαρκτης ανεξαρτησίας!

Μια πιθανή ευκαιρία αναχαίτισης

Είναι προφανές ότι η δυσφήμηση, οι ευφημισμοί, οι πολλαπλοί εκβιασμοί και η γενναιόδωρη χρηματοδότηση ήταν τα συνεκτικά στοιχεία ενορχηστρωμένης πολύχρονης κρατικής εκστρατείας για μια δύσκολη συγκρουσιακή επιχείρηση, την εξουδετέρωση «των θυλάκων αντίστασης» και την παράδοση του πανεπιστημίου στις διεργασίες της καπιταλιστικής αγοράς. Πώς να ξηγήσουμε την ανατροπή συσχετισμού δυνάμεων και τη «μεταστροφή» της ΠΟΣΔΕΠ, την υποχώρηση του πανεπιστημιακού κινήματος, την εμφάνιση συγκυριακών πρωτοβουλιών και σχημάτων υπεράσπισης της αξιολόγησης, όπως της ΚΙ.ΠΑΝ, της ΑΡ.ΣΗ, των «1000»,κ.α. Δεν ήταν μικρή η συμβολή αναγνωρίσιμων πανεπιστημιακών θυλάκων προώθησης των πολιτικών ΑΔΙΠ. Η άτυπη «Σύνοδος των Πρυτάνεων», από την πρώτη δημόσια εμφάνισή της, παρά τις αλλεπάλληλες περιφερόμενες δαπανηρές συναντήσεις της «ομοφωνίας», είχε εξελιχθεί σε ένα εκπτωτικό πεδίο προσωπικών στρατηγικών και φιλοδοξιών. Δεν εξέφραζαν τα συλλογικά όργανα των μονάδων που διοικούσαν. Από κοντά και μια σειρά περιφερόμενων στα κέντρα εξουσίας πανεπιστημιακών, που για χρόνια απαξίωναν τις συνδικαλιστικές οργανώσεις για να προβάλλονται ως ανεξάρτητοι «παίκτες» στην υπόθεση του πανεπιστημίου.

Η τελευταία Έκθεση της ΑΔΙΠ θριαμβολογεί που η καθιέρωσή της εμπεδώθηκε την περίοδο διακυβέρνησης ΝΔ/ΠΑΣΟΚ/ΔΗΜΑΡ. Έχει συντελεστεί μια μεγάλη υποχώρηση και προσωρινή ήττα στο πεδίο αντίστασης στις πολιτικές προώθησης της αξιολόγησης της αγοράς στην ανώτατη εκπαίδευση. Ο δρόμος για την «κουλτούρα αξιολόγησης» από τα χαρτιά στην πράξη είναι μακρύς, όπως κι η διεργασία για την επικράτηση των πολιτικών της αγοράς θα είναι εξαιρετικά συγκρουσιακή.

Για να έρθουμε στο θέμα της ΑΔΙΠ, οι διαδοχικές ετήσιες εκθέσεις της, για όλο το διάστημα που έχει διαρρεύσει (2006-2015) είναι γραπτές επιθετικές κραυγές διαμαρτυρίας προς τους διαδοχικούς Υπουργούς Παιδείας που δε φρόντισαν για την υλοποίηση των ψηφισμένων νόμων. Κάτι ξέρουν οι Υπουργοί, κατά πώς φαίνεται. Όταν, στη φάση της εφαρμογής των νόμων εισβάλλει η ανάλογη κοινωνική δυναμική, οι νόμοι ανατρέπονται, αναστέλλονται ή τροποποιούνται. Η εκπαιδευτική αλλαγή δεν υπακούει σε «τσελεμεντέ» εκπαιδευτικής πολιτικής και σε νόμους. Αυτό το ξέρουν οι εξουσιαστικοί μηχανισμοί, γι αυτό πολλοί νόμοι ακυρώνονται στην πράξη. Κι αυτό το γνωρίζουν πολύ καλά οι φοιτητές, οι πανεπιστημιακοί και οι εργαζόμενοι σε όλους τους τομείς. Αυτό σημαίνει ότι η ανάπτυξη ανατρεπτικής κοινωνικής δυναμικής δεν είναι υπόθεση που διαμορφώνεται μόνο με ανάθεση ή εξουσιοδότηση στη νομοθετική κι εκτελεστική εξουσία. Είναι υπόθεση και των εξουσιαζόμενων. Είναι αποκαλυπτικό πως η μεγάλη κρίση, που εν τω μεταξύ είχε ξεσπάσει, δεν αποτελούσε εμπόδιο κι αναστολή της μεγάλης αποστολής πού είχαν αναλάβει τα μέλη της ΑΔΙΠ. Ήταν αδιάβροχα στην κοινωνική κρίση. Θα θεωρήσουμε αρνητική εξέλιξη, εάν οι επόμενες εκθέσεις της ΑΔΙΠ για τη συνεργασία με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ είναι θετικές για την προώθηση των πολιτικών αξιολόγησης της «ποιότητας».

Και η σημερινή ηγεσία του Υπουργείου και η κυβέρνηση τα γνωρίζουν όλα αυτά πολύ καλά. Μάλλον, η παρούσα κυβέρνηση, σε αντίθεση με τις προηγούμενες δείχνει να τηρεί μια στάση αμήχανης και προβληματίζουσας αδράνειας στο θέμα. Η πολιτική ανοχής ή αναβολής ή «θεσμικής αδράνειας» μοιάζει να αποκτάει τα χαρακτηριστικά της συνέχειας, μια και, αντικειμενικά ενισχύει την πολιτική και ιδεολογική νομιμοποίηση τόσο των προηγούμενων πολιτικών «διασφάλισης ποιότητας» όσο και της συστηματικής δυσφήμησης του πανεπιστημιακού κινήματος, που συντελέστηκαν με τις κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ/ΝΔ. Η ακύρωση και «κατεδάφιση» νόμων που σηματοδοτούν το τέλος του δημόσιου πανεπιστημίου εμπίπτει στις προτεραιότητες μιας προοδευτικής ριζοσπαστικής εκπαιδευτικής πολιτικής.

Η παράδοση της Έκθεσης στον αριστερό, αυτή τη φορά, πρόεδρο της Βουλής, λόγω αρμοδιότητας, συμβολικά υπογράμμισε το κλείσιμο ενός υπερδεκαετούς κύκλου αγώνων ενάντια στις πιο ακραιφνείς νεοφιλελεύθερες πολιτικές στην οργάνωση και τη λειτουργία των ΑΕΙ. Ωστόσο, η πάλη που δόθηκε, όλα αυτά τα χρόνια, από προοδευτικές δυνάμεις της «Αριστεράς», είχε σημαντική θετική απήχηση, καθώς συνετέλεσε στην καθυστέρηση των πολιτικών αυτών. Η ΑΔΙΠΠΔΕ έχει παραγκωνιστεί, με τις αντιδράσεις των εκπαιδευτικών. Με δεδομένο ότι, εν τω μεταξύ, στη διακυβέρνηση της χώρας αναδείχτηκε πρώτη πολιτική δύναμη ο ΣΥΡΙΖΑ, η απόληξη αυτής της πάλης έχει κληρονομήσει στη σημερινή κυβέρνηση μια σημαντική παρακαταθήκη: την κεφαλαιοποίηση του αγώνα που δόθηκε για την εξουδετέρωση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που επιβλήθηκαν. Οι εξελίξεις που δρομολογούνται με την επόμενη φάση «πιστοποίησης των προγραμμάτων σπουδών» είναι στρατηγικής σημασίας για την επανεκκίνηση της πάλης. Δεν πρόκειται για ρεβανσισμό αλλά για αναχαίτιση ενός διαγραφόμενου τέλους του πανεπιστημίου και την ουσιαστική αποκατάσταση. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ έχει ακόμη ένα υψηλής προτεραιότητας θέμα εκπαιδευτικής πολιτικής να αντιμετωπίσει, χωρίς ιδεολογικές μετατοπίσεις και διολισθήσεις ή το φόβο του πολιτικού κόστους από την σφοδρότητα των πιέσεων και των επιθέσεων που θα δεχτεί. Είναι πολλαπλώς αξιοποιήσιμη η εμπειρία με την υπόθεση ΕΣΡ. Γιατί να είναι «πολιτικοί ογκόλιθοι» οι ΑΔΙΠ και ΑΔΙΠΠΔΕ; Πώς συμφιλιώνει η κυβέρνηση τις προτεραιότητες που βάζουν οι Ανεξάρτητες Αρχές στην εκπαίδευση με τις προτεραιότητες επιβίωσης της δημόσιας εκπαίδευσης, σε μια εποχή δύσκολης διαχείρισης ενός μη βιώσιμου χρέους; Σε μια εποχή κατάργησης ή συγχώνευσης σχολικών και ακαδημαϊκών μονάδων, πώς λύνει τη μεγάλη πολιτική αντίφαση με το να συνεχίζει να χρηματοδοτεί τη συγκρότηση/εμπέδωση νέων πολυδάπανων αρχών (ΑΔΙΠ/ΑΔΙΠΠΔΕ) που προωθούν τη διάλυση της δημόσιας εκπαίδευσης; Γνωρίζουμε πως η όποια απόπειρα θεσμικής και νομοθετικής παρέμβασης θα έδινε τροφή στους ντόπιους εισηγητές και συνομιλητές της τρόικας να καταγγείλουν μια ενδεχόμενη «κατεδάφιση» ή «ανακαίνιση»! Η πρώην Υπουργός της Παιδείας, κ. Διαμαντοπούλου, ξέρει να κάνει «αυτή τη δουλειά» Ποιος, αλήθεια, στην ΑΔΙΠ κόπτεται για την επιβίωση και την αναβάθμιση του ελληνικού πανεπιστημίου και του ΤΕΙ; Αν οι πολιτικές της Bologna Process και της ΑΔΙΠ κάνουν θραύση, με πρωτοφανή κυνισμό, εν μέσω μνημονίων, με τα θλιβερά επιτεύγματά τους, πώς θα «ανακόψουμε τη φόρα και τον αέρα»;

Πίσω από όλα τα παραπάνω, υπάρχει μια σειρά ερωτημάτων: Μήπως, οι πολιτικές «διασφάλισης ποιότητας» στην ελληνική ανώτατη εκπαίδευση βρίσκονται σε δομική αντιφατική σχέση με τις πολιτικές «μνημονίων», σε μια περίοδο παρατεταμένης δημοσιονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης; Το πρόβλημα είναι η μεγάλη καθυστέρηση στην υιοθέτηση και προώθηση των σχετικών πολιτικών ή η απροσδόκητη υποχώρηση των αντιστάσεων στην επιβολή των συγκεκριμένων πολιτικών; Όταν στη Μεγάλη Βρετανία, με την εμπειρία πολλών χρόνων(1990-2016) από τη δύσκολη εφαρμογή των σχετικών πολιτικών, αναζητούν πλαίσιο «αρχιτεκτονικής ρύθμισης» της «ποιότητας» που να εδραιώνεται στο ρίσκο ( δείκτης της αγοράς), τι είναι αυτό που κινητοποιεί τους πολυάριθμους εγχώριους πρωταγωνιστές της Bologna Process ώστε να επιμένουν σε ασκήσεις επί χάρτου στην εκπαιδευτική πολιτική μιας χώρας του «ευρωπαϊκού νότου» που ασφυκτιά σε καθεστώς μη βιώσιμου χρέους; Πώς θα απαντήσουμε σε αυτά και σε άλλα συναφή ερωτήματα; Το θέμα, είναι έτσι κι αλλιώς, υπόθεση μιας άκρως συγκρουσιακής συμβίωσης. Οπότε;

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

ΑΔΙΠ (2016), Έκθεση Ποιότητας της Ανώτατης Εκπαίδευσης 2015, Αθήνα, ΑΔΙΠ.

ENQA (2015), Report of the Panel appointed to undertake a review of the Hellenic Quality Assurance and Accreditation Agency (HQA) for the purposes of the granting of full membership of the European Association for Quality Assurance in Higher Education (ENQA)

HQA (2014), Self-Evaluation Report HQA, Athens, Greece.

(1)Βλ.Μαυρογιώργος, Γ. (2015), Οίκοι Αξιολόγησης στην Εκπαίδευση και το “Αόρατο Χέρι” της Αγοράς, Οσελότος, Γιάννενα.

(2) Αναφερόμαστε στη γνωστή αλληγορία του ανέμελου βατράχου που την εμπνεύστηκε ο Ελβετός Ολιβιέ Κλερκ, συγγραφέας και φιλόσοφος, που προσπαθούσε με φαινομενικά απλές ιστορίες να αφυπνίσει τους πολίτες για τις δυσμενείς αλλαγές που αγόγγυστα δέχονται στη ζωή τους: «Μια φορά και ένα καιρό, ήταν ένας βάτραχος, τον οποίο κάποιοι επιτήδειοι έβαλαν μέσα σε μία ευρύχωρη κατσαρόλα γεμάτη με δροσερό νερό, όπου επέπλεαν και μερικά κουνουπάκια. Ο βάτραχος κάτω από αυτές τις συνθήκες αισθάνθηκε πανευτυχής. Τι πιο ωραίο από το να κολυμπάς μέσα σε πισίνα και να σου έχουν και έτοιμα μεζεδάκια. Σε λίγο ένας από τους επιτήδειους άναψε μία φουφού κάτω από την κατσαρόλα και το νερό άρχισε να γίνεται χλιαρό. Ο βάτραχος μέσα στο χλιαρό νερό αισθάνθηκε ουράνια αγαλλίαση. Το χλιαρό νερό για τον βάτραχο ήταν άκρως επικούρειο. Όταν μετά από λίγο το νερό ζεστάθηκε περισσότερο ο βάτραχος αισθάνθηκε βαρύς, αδρανής, υπνώδης, αδιάθετος. Δεν έπραξε το επιβαλλόμενο, δηλαδή να πηδήσει έξω από την κατσαρόλα και να σωθεί. Έτσι, όταν τελικά το νερό έβρασε ο βάτραχος εξέπνευσε». Όπως σημειώνεται, «Αυτή η ιστορία δεν είναι κάποια παραβολή της Καινής Διαθήκης. Είναι μία πλεύριση της πραγματικότητας, που βιώνουμε σήμερα όλοι εμείς, οι αφελείς Έλληνες -σαν άλλοι βάτραχοι- όπου ενώ συμβαίνουν πράγματα γύρω μας, τα οποία μας σημαίνουν επικείμενα δεινά, εμείς εξακολουθούμε και πιστεύουμε, ότι κολυμπάμε στα κρυστάλλινα νερά της εκτελεστέας υπόσχεσης» (Κ. Αργυρόπουλος, «Ό βάτραχος και οι Επιτήδειοι», 6.10 2014, http://eidafos.blogspot.gr/ ). Όταν μια αλλαγή γίνεται με τρόπο σχετικά αργό, διαφεύγει τη συνείδηση και στην πλειονότητα των περιπτώσεων δεν προκαλεί καμία αντίδραση, καμιά αντίσταση. Ακόμα και στην περίπτωση των διανοουμένων του Πανεπιστημίου, το πεδίο των πιο ριζοσπαστικών φοιτητικών εξεγέρσεων, όπου περισσεύουν η διανοητική εγρήγορση και οι αγωνιστικές κινητοποιήσεις.

*Πηγή Alfavita.gr. Πρόκειται για εκτενέστερη εκδοχή άρθρου που είχε δημοσιευθεί στο «Παιδεία και Κοινωνία». τχ 112, Αυγή της Κυριακής,29-30.10.2016

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Η πρόσφατη ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΩΝ ΠΡΥΤΑΝΕΩΝ αποφάσισε::»7. Πιστοποίηση Προγραμμάτων Σπουδών

    Η Σύνοδος επαναλαμβάνει τη θέση της να υποστηριχτεί η ΑΔΙΠ, ώστε να επιτελέσει το έργο της συνολικά και να προχωρήσει άμεσα στην πιστοποίηση των Προγραμμάτων Σπουδών. Προς επίτευξη του παραπάνω στόχου, συμφωνήθηκε η συγκρότηση τριμερούς Επιτροπής από την Σύνοδο, το ΥΠΠΕΘ και την ΑΔΙΠ. Επιπρόσθετα, κρίνεται απαραίτητη η άμεση χρηματοδότηση των ΜΟΔΙΠ των ΑΕΙ (ιδίως μέσω πόρων από το ΕΣΠΑ), ώστε να συνεχιστούν από τα Ιδρύματα οι διαδικασίες διασφάλισης ποιότητας» Πρόκειται για ομόφωνη απόφαση!!!. Ποιο Πανεπιστήμιο για ποια έρευνα και ποια εκπαίδευση;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here