Εκτύπωση

της Χρύσας Καραμήτρου

Αντισυνταγματικά αλλά και αντίθετα με τις διεθνείς συμβάσεις έκρινε κατά πλειοψηφία το ΣτΕ τα «νέα» Θρησκευτικά, επειδή «κλονίζουν τη θρησκευτική χριστιανική συνείδηση» και «αλλοιώνουν τον ορθόδοξο χαρακτήρα του κράτους». Βέβαια, η υπερσυντηρητική και νομικά ανυπόστατη αυτή απόφαση του ΣτΕ ήταν απολύτως αναμενόμενη. Ας μην αυταπατόμαστε! Το ΣτΕ δρα ως νομικός και θεσμικός «χωροφύλακας» του οργανικού δεσμού μεταξύ αστικού Κράτους και Εκκλησίας, πριμοδοτώντας κάποιες φορές τις εκσυγχρονιστικές αποχρώσεις αυτού του δεσμού, κυρίως όμως πριμοδοτώντας τις υπερσυντηρητικές (όπως κάνει τώρα με την απόφαση αυτή). Τιμώντας, λοιπόν, το ΣτΕ τον ρόλο του ως εγγυήτρια δύναμη της καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων, πήρε την εν λόγω απόφαση. Ας τα πάρουμε, όμως, τα πράγματα με τη σειρά:

Άρθρο 16 (παρ. 2) του Συντάγματος σχετικά με τους σκοπούς της Παιδείας:

«Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες».

Τι υσχυρίζεται το ΣτΕ: Τα «νέα» Θρησκευτικά «είναι αντίθετα με την ελληνική νομοθεσία και συγκεκριμένα με το άρθρο 16 του Συντάγματος το οποίο ορίζει ότι η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του κράτους και μεταξύ των σκοπών της είναι η ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης, δηλαδή της ορθόδοξης χριστιανικής  συνείδησης των μαθητών που ασπάζονται την επικρατούσα θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού».

Τι συμβαίνει πραγματικά: Στο άρθρο 16 του Συντάγματος δεν γίνεται ΠΟΥΘΕΝΑ λόγος για την ανάπτυξη της ορθόδοξης, χριστιανικής συνείδησης των μαθητών, παρά μόνο της εθνικής και θρησκευτικής. Γιατί, λοιπόν, το ΣτΕ την προσδιορίζει ως τέτοια (ορθόδοξη χριστιανική); Βασικό επιχείρημα για τη μονοφωνική επιβολή της χριστιανικής, ορθόδοξης κοσμοαντίληψης είναι ότι το άρθρο 3 του Συντάγματος αναγνωρίζει ως «επικρατούσα θρησκεία» την ορθόδοξη χριστιανική. Είναι γεγονός ότι ο όρος αυτός στο Σύνταγμα του 1975, αν και είχε απλώς και μόνο αναγνωριστικό χαρακτήρα του δόγματος της πλειοψηφίας χωρίς καμία δέσμευση για προνομιακή μεταχείρισή της, έχει προκαλέσει πολλά προβλήματα. Κι αυτό γιατί ερμηνευμένος νομολογικά σε υπερσυντηρητική κατεύθυνση (όπως συμβαίνει τώρα) κατέληξε στην de facto αναγωγή της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης σε «επίσημη θρησκεία» του ελληνικού κράτους. Σε αυτήν την αμφιλεγόμενη διατύπωση βασίστηκε και ο νόμος 1566/1985 «για τη δομή και λειτουργία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης» που εντάσσει ανάμεσα στους άλλους στόχους της παιδείας και τη «συνειδητοποίηση της βαθύτερης σημασίας του ορθόδοξου χριστιανικού ήθους» και την «πίστη προς τα γνήσια στοιχεία της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης». Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι η σχετικοποίηση της συνταγματικής προστασίας της ανεξιθρησκίας και της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης (άρθρο 13).

Άρθρο 13 (παρ. 1, 2) του Συντάγματος σχετικά με τη θρησκευτική ελευθερία:

«(1) Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός. (2) Κάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων. H άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται να προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. O προσηλυτισμός απαγορεύεται».


Τι υσχυρίζεται το ΣτΕ: Τα «νέα» Θρησκευτικά «είναι αντίθετα και με τη διάταξη του άρθρου 13  του Συντάγματος που κατοχυρώνει  ως απαραβίαστη την ελευθερία της  θρησκευτικής συνείδησης, γιατί  η υπουργική απόφαση (Φίλη) κλονίζει την ορθόδοξη χριστιανική συνείδηση που πριν από την έναρξη του σχολικού βίου διαμορφώνουν οι μαθητές το πλαίσιο του οικογενειακού τους περιβάλλοντος. Μάλιστα, η εισαγόμενη με την προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών είναι ικανή να παρέμβει στον ευαίσθητο ψυχικό κόσμο των μαθητών που δεν διαθέτουν  την κριτική αντίληψη  των ενηλίκων και να τους εκτρέψει από την ορθόδοξη χριστιανική συνείδηση».

Τι συμβαίνει πραγματικά: Κάθε νοήμων άνθρωπος, αντιπαραβάλλοντας το περιεχόμενο του άρθρου 16 από τη μία και την αιτιολόγηση του ΣτΕ από την άλλη μπορεί να καταλάβει ότι η απόφαση αυτή αποτελεί όχι απλώς παράδειγμα υπερσυντηρητικής ερμηνείας των άρθρων και των νόμων, αλλά «μνημείο» ερμηνείας «κατά πώς μας βολεύει και πώς μας αρέσει»! Κι εκεί που μας χρωστούσανε … μας πήραν και το βόδι! Οι υπερσυντηρητικοί κύκλοι, ο Πειραιώς Σεραφείμ, η Μητρόπολή του, οι Θεολόγοι, οι Χριστιανικές Οργανώσεις, τα Χριστιανικά Σωματεία, η Ένωση Πολυτέκνων κι από κοντά η Χρυσή Αυγή να σιγοντάρει, όλοι αυτοί ισχυρίζονται ότι τα «νέα» Θρησκευτικά κλονίζουν την ορθόδοξη χριστιανική πίστη των παιδιών τους και παραβιάζεται κατά αυτόν τον τρόπο η ελευθερία της θρησκευτικής τους συνείδησης. Επικαλούνται, λοιπόν, το άρθρο 13 για την προστασία των θρησκευτικών ελευθεριών αυτοί, που καταπατούν χρόνια και χρόνια κάθε έννοια ανεξιθρησκίας και ελευθερίας (των άλλων)! Αυτοί, που το αστικό κράτος τούς έχει δώσει «γη και ύδωρ», σχετικοποιώντας με τις ευλογίες τους κάθε έννοια δημοκρατίας και «κράτους δικαίου». Φυσικά, το ΣτΕ τους δικαιώνει, κουρελιάζοντας για άλλη μια φορά κάθε έννοια λογικής και ευθυκρισίας και μάλιστα βάζοντας τη σφραγίδα του σε μια άποψη που λέει ότι τα παιδιά είναι «κτήματα» των γονιών τους, ότι πρέπει να έχουν στερεώσει την κληρονομημένη από αυτούς θρησκευτική αντίληψη ήδη από την προσχολική ηλικία κι ότι κάθε παρεκτροπή από αυτήν είναι ανεπίτρεπτη!

ΠΡΩΤΟ ΠΡΟΣΘΕΤΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ

Εις την Σύμβασιν περί προασπίσεως των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών / Άρθρον 2 «Δικαίωμα στην εκπαίδευση»:

«Ουδείς δύναται να στερηθή του δικαιώματος όπως εκπαιδευθή. Παν Κράτος εν τη ασκήσει των αναλαμβανομένων υπ’ αυτού καθηκόντων επί του πεδίου της μορφώσεως και της εκπαιδεύσεως θα σέβεται το δικαίωμα των γονέων όπως εξασφαλίζωσι την μόρφωσιν και εκπαίδευσιν ταύτην συμφώνως προς τας ιδίας αυτών θρησκευτικάς και φιλοσοφικάς πεποιθήσεις».

Τι ισχυρίζεται το ΣτΕ: Τα «νέα» Θρησκευτικά «είναι αντίθετα, επίσης, με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), γιατί στερούν από τους μαθητές του Ορθόδοξου Χριστιανικού δόγματος το δικαίωμα να διδάσκονται αποκλειστικά τα δόγματα, τις ηθικές αξίες και τις παραδόσεις της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού, ενώ η νομοθεσία προβλέπει  για μαθητές Ρωμαιοκαθολικούς, Εβραίους και Μουσουλμάνους να διδάσκονται αυτοτελώς το μάθημα αυτό».

Τι συμβαίνει πραγματικά: Επικαλούνται, εξάλλου, οι ενάγοντες και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που αναγνωρίζει  στους γονείς το δικαίωμα να καθορίζουν την εκπαίδευση των παιδιών τους σε σχέση με τις θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις τους. Ας πούμε, λοιπόν, εδώ στους ένθερμους και ένθεους υπερορθόδοξους χριστιανούς (και στο ΣτΕ που τους κάνει πλάτες), ότι δεν αποτελούν το κέντρο του κόσμου, ούτε τους μοναδικούς «κατοίκους» του! Υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι εδώ, πολίτες άθεοι, αγνωστικιστές, ετερόδοξοι, ετερόθρησκοι κλπ. οι οποίοι θα μπορούσαν, επίσης, να προσφύγουν στο ΣτΕ για καταπάτηση των δικαιωμάτων τους. Το βασικό επιχείρημα εδώ όμως είναι ότι τα παιδιά των «άλλων» αποτελούν μειοψηφία, σε αντίθεση με την πλειοψηφία των «παιδιών των ορθόδοξων χριστιανών», του 96% -όπως λένε- του ελληνικού πληθυσμού. Επομένως, προχωράμε με λογικές του τύπου: «Είμαστε περισσότεροι και σας κερδίζουμε! Αποφασίζουμε ότι το μάθημα των Θρησκευτικών θα είναι ορθόδοξο χριστιανικό. Κι εσείς, οι λιγότεροι, πάρτε τα παιδιά σας με μια απαλλαγή εκτός τάξης … και πολύ σας είναι!». Αστεία πράγματα! Τα Συντάγματα ούτε είναι ούτε λειτουργούν με γκάλοπ, αλλά –έχουν την πρόθεση τουλάχιστον- με κανόνες να συμπεριλαμβάνουν με κάποιον τρόπο ακόμη και τον έναν … κι ας είναι και ο μοναδικός! Τι έχουν να πουν, αλήθεια, οι «πλειοψηφικοί» για το άρθρο 5 του Συντάγματος; «(1) Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη. (2) Όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων. Εξαιρέσεις επιτρέπονται στις περιπτώσεις που προβλέπει το διεθνές δίκαιο. (3) Η προσωπική ελευθερία είναι απαραβίαστη». Ας τους πούμε, λοιπόν, ότι είναι κάπως … προκλητικό να επικαλούνται αυτή τη σύμβαση (ΕΣΔΑ), τη στιγμή που θεωρούνται πιστοί της «επικρατούσας θρησκείας» κι ότι η εν λόγω διάταξη προφανώς υφίσταται, προκειμένου να προστατευτούν τα δικαιώματα κυρίως των «μειοψηφιών» από την καταναγκαστική επιβολή κυρίαρχων δογμάτων, απόψεων, πεποιθήσεων και εκδηλώσεων που τους επιβάλλονται από τις «πλειοψηφίες»! Μπορούμε να πούμε ότι οι Ρωμαιοκαθολικοί, οι Εβραίοι και οι Μουσουλμάνοι (αν και είναι κομμάτι μιας άλλης πολύ μεγάλης κουβέντας) αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα θρησκευτικών μειονοτήτων, που τα δικαιώματά τους χρήζουν προστασίας.

Αφήνοντας την (ατέρμονη) νομική συζήτηση, αυτό που πρέπει να τονίσουμε εδώ είναι ότι οι «πλειοψηφίες» και οι «μειοψηφίες» δεν είναι «φυσικά φαινόμενα», ούτε αιωνίως αμετάβλητες και αυστηρά καθορισμένες. Το ζητούμενο πρέπει να είναι η κατάργηση –για όλη την κοινωνία και ειδικά για τα παιδιά- κάθε μορφή θεσμικής, κρατικής, εκκλησιαστικής «πνευματικής αστυνόμευσης και επιβολής» διαμέσου του θεσμού της παιδείας. Επιπλέον, τα παιδιά γεννιούνται με βασικές ελευθερίες και δικαιώματα, που υπερβαίνουν ακόμη και τα «θέλω» των γονιών τους: Να πιστεύουν ή να μην πιστεύουν, να σκέφτονται ελεύθερα, να αλλάζουν θρησκεία ή πεποιθήσεις κλπ. Οι γονείς είναι υποχρεωμένοι να συμπαραστέκονται και να βοηθούν τα παιδιά τους να μαθαίνουν και να αποφασίζουν εκείνα για τη ζωή τους (Άρθρο 14 / Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού) και όχι να τα «καπελώνουν»! Αλήθεια; Αυτά τα άρθρα των συμβάσεων περί δικαιωμάτων των παιδιών δεν τα γνωρίζει το ΣτΕ;

Η θρησκευτική πίστη είναι προσωπική επιλογή και ως τέτοια πρέπει να περιορίζεται στην ιδιωτική σφαίρα. Τα μέλη της κοινωνίας έχουν (αν θέλουν) το δικαίωμα να θρησκεύονται, το κράτος όμως όχι! Το δικαίωμα, μάλιστα, της θρησκευτικής ελευθερίας προστατεύεται με μη αναθεωρήσιμη διάταξη (άρθρο 13) σε αντίθεση με την αναθεωρήσιμη διάταξη για τους σκοπούς της παιδείας (άρθρο 16) όσο κι εκείνη περί επικρατούσας θρησκείας (άρθρο 3). Είναι ολοφάνερο ότι ο στόχος ήταν, εξαρχής, να προστατευθεί η θρησκευτική συνείδηση (καταφατική ή αποφατική) ως ατομικό δικαίωμα και προσωπικό φρόνημα των πολιτών από τους επηρεασμούς του κράτους και των ιδεολογικών του μηχανισμών.

Σε πείσμα όλων αυτών οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι τα «νέα» Θρησκευτικά μπορούν «… ύπουλα και μεθοδευμένα να επιβάλλουν ένα πολυθρησκειακό συνονθύλευμα στα παιδιά τους, να τα δηλητηριάσουν πνευματικά, να προξενήσουν ανεπανόρθωτη κι επικίνδυνη θρησκευτική σύγχυση και βλάβη, οδηγώντας τα, στην πανθρησκεία, τον αγνωστικισμό και την αθεΐα …» (απόσπασμα από το ψήφισμα του τελευταίου συλλαλητηρίου ενάντια στα «νέα» Θρησκευτικά). Οι ισχυρισμοί τους είναι ανυπόστατοι, καθώς το περιεχόμενό των νέων βιβλίων εξακολουθεί να είναι ομολογιακό με στοιχεία περί άλλων θρησκειών, όπως υποστηρίζουν, άλλωστε, και οι ίδιοι οι συντάκτες τους: «Τα νέα Αναλυτικά Προγράμματα των Θρησκευτικών σχεδιάστηκαν, για να γνωρίζουν οι μαθητές και οι μαθήτριες σε εύρος και βάθος κυρίως την ορθόδοξη πίστη και κληρονομιά αλλά και –σε ένα βαθμό– πτυχές της πίστης και της παράδοσης και των άλλων θρησκειών του κόσμου». Και αλλού: «Το νέο πρόγραμμα σπουδών σε ένα ποσοστό 80% περιλαμβάνει την ορθόδοξη θεολογία. Από εκεί και πέρα έρχεται σε ανοιχτό διάλογο με τα επίσημα θρησκεύματα του κόσμου …». Προφανώς, όμως, το ΣτΕ και οι προστατευόμενοί του δεν είναι άνθρωποι του … ανοιχτού διαλόγου! Δεν τους φτάνουν οι αγιασμοί, οι εκκλησιασμοί, οι θρησκευτικές εικόνες στα σχολεία, οι παρεμβάσεις της Εκκλησίας στα βιβλία, το Υπουργείο Παιδείας που είναι και Θρησκευμάτων (παγκόσμια πρωτοτυπία)! Απαιτούν και επιβάλλουν, τον απόλυτο σκοταδισμό σε έναν διαρκή «ιερό πόλεμο» ιδεολογικών χαρακωμάτων, πετώντας στο πυρ το εξώτερον ακόμη και τις ισχνές αναφορές στις άλλες θρησκείες!

Και μετά από όλα αυτά τίθεται το ερώτημα: Θα θέλαμε μια αναθεώρηση του Συντάγματος; Επιθυμούμε τον διαχωρισμό Κράτους-Εκκλησίας; Σαφώς! Πρώτα – πρώτα θα έπρεπε να αναθεωρηθεί το άρθρο 3 περί «επικρατούσας θρησκείας» (αν όχι να καταργηθεί), καθώς προκαλεί σύγχυση και είναι ο κύριος λόγος για τον οποίο τίθεται σε αμφισβήτηση η ολοκληρωμένη προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας. Επειδή, όμως, αυτές είναι διαδικασίες σύνθετες, χρονοβόρες, και δύσκολα επιλυόμενες σε προοδευτική κατεύθυνση στα πλαίσια των αστικοδημοκρατικών συμφωνιών ή διεκδικήσεων, αυτό που προέχει είναι να απαιτήσουμε καταρχάς ένα είδος προοδευτικής επανερμηνείας του Συντάγματος. Το Σύνταγμα, ως προϊόν του ανθρώπινου λόγου μπορεί να έχει κενά, αμφιλεγόμενες διατυπώσεις, προβληματικούς ορισμούς και για αυτό ακριβώς προβλέπεται ως δυνατότητα και η αναθεώρησή του. Δεν είναι το Σύνταγμα που κάνει προσηλυτισμό! Οι άνθρωποι τον κάνουν!

Σε σχέση με το μάθημα των Θρησκευτικών, για παράδειγμα, το Σύνταγμα δεν καθορίζει ούτε τις τάξεις στις οποίες πρέπει να διδάσκεται, ούτε τις ώρες διδασκαλίας του, ούτε το περιεχόμενό του, ούτε επιβάλλει την πρωτοκαθεδρία του. Ως προς την θρησκευτική αγωγή γενικότερα σίγουρα δεν επιβάλλει πολλές από τις δραστηριότητες και τις εκδηλώσεις της σχολικής ζωής, που συνδέονται με τη θρησκεία. Ως προς το περιεχόμενο της σχολικής γνώσης δεν είναι το Σύνταγμα που απαγορεύει -λόγου χάρη- τη διδασκαλία της θεωρίας της εξέλιξης του Δαρβίνου στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα και υπαγορεύει τη θρησκευτική προσέγγιση της εξέλιξης του κόσμου! Όλα αυτά είναι αποτελέσματα επιλογών και συμφωνιών, οι οποίες πρέπει να καταγγέλλονται, να αίρονται και να αλλάζουν προς προοδευτικότερες κατευθύνσεις.

Το μάθημα των Θρησκευτικών είναι το βασικό όχημα της μονοφωνικής θρησκευτικής αγωγής στην Ελλάδα. Ωστόσο, είναι μόνο μία πτυχή του ασφυκτικού εναγκαλισμού κράτους και Εκκλησίας. Ως τέτοια εξετάζοντάς το και συζητώντας αποκλειστικά για αυτό, επιβάλλεται να απαιτήσουμε -μακριά από θρησκειολογικά ημίμετρα- τη ριζική αναμόρφωση και αλλαγή του μαθήματος, σε μάθημα «Ιστορίας των Θρησκειών». Ένα μάθημα, δηλαδή, που παρουσιάζει τη γέννηση, τη διαμόρφωση και την εξέλιξη των διαφόρων θρησκειών στον κόσμο, ως προϊόντα συγκεκριμένων ιστορικών, κοινωνικών και πολιτισμικών συνθηκών. Με ένα τέτοιο μάθημα θα μπορούσαν οι μαθητές και οι μαθήτριες να προσεγγίσουν με επιστημονική ματιά το θρησκευτικό φαινόμενο, ξεκινώντας από την αρχέγονη μυθολογική συνείδηση και συνεχίζοντας με την εμφάνιση και την εξέλιξη των μεγάλων θρησκειών σε συνάρτηση με την εμφάνιση και την εξέλιξη των ταξικών κοινωνιών, αλλά και τη συμβολή τους στη διαμόρφωση των εθνο-κρατικών σχηματισμών. Ένα τέτοιο μάθημα της Ιστορίας των Θρησκειών σαφώς πρέπει να παρουσιάζει και το δογματικό περιεχόμενο των θρησκειών, καθώς και τα πολιτισμικά, τελετουργικά, καλλιτεχνικά χαρακτηριστικά τους. Τέλος, κρίνεται αναγκαίο το μάθημα αυτό να περιλαμβάνει και τις διάφορες φιλοσοφικές αντιλήψεις για τη θρησκεία, συμπεριλαμβάνοντας και τις αθεϊστικές ή κριτικές απόψεις, από την αρχαία ελληνική σκέψη μέχρι τον Διαφωτισμό, τον Μαρξισμό, τον Νίτσε και τον Φρόυντ.

Η Εκκλησία είναι ένας οργανισμός, που επιδιώκει την αναπαραγωγή του. Λειτουργεί σαν εταιρεία, όπου η αύξηση των πιστών-πελατών εξασφαλίζει τη συνέχειά της, την υπεροχή της, τη δύναμή της, ακόμη και την αύξηση των κερδών της. Έχοντας λόγο, εξάλλου, ακόμη και σε πολύ σημαντικές στιγμές της ζωής ενός ανθρώπου (γέννηση-νηπιοβαπτισμός / γάμος / θάνατος-ταφή) έχει δημιουργήσει ένα πλέγμα ισχυρής εθιμικής επιβολής της στο κοινωνικό σύνολο, από την οποία είναι αρκετά δύσκολο να ξεφύγει κανείς! Ο ένας τρόπος παραγωγής πιστών στην Ελλάδα είναι ο διαρκής προσηλυτισμός στο εκπαιδευτικό σύστημα με τη σταδιακή και δρομολογημένη εμφύτευση στο μυαλό των παιδιών της ορθόδοξης, χριστιανικής πίστης. Ωστόσο, η πλειοψηφία των παιδιών, πριν ακόμη περάσει την πύλη του σχολείου, έχει περάσει την πύλη της εκκλησίας μέσω του νηπιοβαπτισμού! Έτσι, τα μικρά κεφαλάκια καταγράφονται ως πιστοί και χρησιμοποιούνται ως αριθμοί, και επομένως ως μέσο πίεσης σε μελλοντικές διαπραγματεύσεις σχετικά με εκκλησιαστικά και θρησκευτικά ζητήματα –κι ας μην το υποτιμούμε καθόλου το γεγονός αυτό. Έτσι, η Εκκλησία-εταιρεία έχει βρει τον αποτελεσματικότερο τρόπο να «συνεταιρίζεται» με τους γονείς, θεωρώντας τα παιδιά ιδιοκτησιακό στοιχείο αυτής της εταιρείας!

Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, με απλές και βασικές επιλογές, πριν μιλήσουμε για τις μεγάλες επαναστάσεις! Το ζήτημα του σεβασμού της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης έχει να κάνει και με την προσωπική στάση του καθενός και της καθεμιάς από εμάς, που δεν μπορεί να είναι μια a la cart επίκληση και υπεράσπιση της ανεξιθρησκίας! Κάθε προοδευτικός άνθρωπος που σέβεται τον εαυτό του, που μιλάει στο όνομα ποικίλων ελευθεριών, που οραματίζεται και αγωνίζεται για μια κοινωνία πνευματικής και κοινωνικής χειραφέτησης των ανθρώπων, οφείλει να σκεφθεί και πιθανόν να επαναπροσδιορίσει πρωτίστως τη δική του σχέση τόσο με το θρησκευτικό φαινόμενο όσο και με τους φορείς του και τους εκπροσώπους του επί της γης.

Ειδικότερα, θεωρούμε ότι πρέπει επιτέλους το μαχόμενο, προοδευτικό, ριζοσπαστικό εκπαιδευτικό κίνημα να επιβάλλει τη δική του ατζέντα στη σχετική συζήτηση. Μέσα σε ένα γενικότερο κλίμα ανορθολογισμού και θρησκευτικού φανατισμού οι προοδευτικοί εκπαιδευτικοί ως σκεπτόμενοι παιδαγωγοί και επιστήμονες πρέπει να δώσουν την ιδεολογική μάχη στον χώρο της εκπαίδευσης για τη δημιουργία κριτικών συνειδήσεων ενάντια σε κάθε μορφή χειραγώγησης και καταπίεσης.

Μέρες που είναι … για την Επανάσταση του 1821 … συνειρμικά μιλώντας … δρα και αποφασίζει για άλλη μια φορά η από καιρό δημιουργημένη «Ιερή Συμμαχία» Κράτους (και Παρακράτους) – Εκκλησίας (και Παραεκκλησίας) – Στε και άλλων, που επιβουλεύεται και καταστρατηγεί δικαιώματα και ελευθερίες. Μια και αναφερθήκαμε εκτενώς σε διατάξεις του Συντάγματος, ας θυμηθούμε το έργο του Ιάκωβου Καμπανέλη «Το Μεγάλο μας Τσίρκο», όπου οι μεγάλες δυνάμεις (η άλλη «Ιερή Συμμαχία») συζητούν για την παραχώρηση Συντάγματος στο επαναστατημένο ελληνικό κράτος, μετά το κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου.

Ακόμη κι αν αλλάξουμε τη λέξη «Σύνταγμα» στον διάλογό τους σε «Ελευθερία Συνείδησης», προκύπτει ένα εύστοχο λεκτικό και νοητικό αποτέλεσμα…

-Να έχουν Σύνταγμα (Ελευθερία Συνείδησης) ή να μην έχουν;

-Αφού δεν είχαν, γιατί να έχουν;

-Θα τους παρέσυραν αυτοί που έχουν…

-Να αρκεστούν εις αυτά που έχουν!

-Δεν είναι και ώριμοι για να το έχουν!

-Για το καλό τους ας μην το έχουν…

-Δεν επιτρέπεται να το έχουν!

-Αποφασίζουμε να μην το έχουν!

-ΝΑ ΜΗ ΤΟ ΕΧΟΥΝ!

-Και αν επιμένουν να το έχουν;

-Και αν το έχουν χωρίς να το έχουν;

-Τι εννοείτε έχουν δεν έχουν;

-Εάν νομίζουν ότι το έχουν και στην ουσία δεν το έχουν! Αυτοί θα χαίρονται ότι το έχουν κι εμείς θα ξέρουμε πως δεν το έχουν!

– …Έτσι θα έχουν χωρίς να έχουν και δεν θα έχουν ενώ θα έχουν!

-Αποφασίζουμε να έχουν;

-Εάν εμποδίσουμε να έχουν, υπάρχει κίνδυνος να έχουν! Ο μόνος τρόπος να μην έχουν, είναι να αφήσουμε να έχουν.

Για παράδειγμα, όσα δεν έχουν είναι όσα αφήσαμε να έχουν!

Σημαία μας, τα Συντάγματα των κοινωνικοπολιτικών απελευθερωτικών αγώνων ενάντια σε κάθε μορφή προσηλυτισμού, δογματισμού, πνευματικής χειραγώγησης και καταπίεσης.

Ας μην αφήσουμε να παίζουν άλλο πια το παιχνίδι τους στις πλάτες μας!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here