Εκτύπωση

της Σοφίας Χατζοπούλου,

Η ώρα 11 και μισή. Μόλις έχουν ανάψει τα φώτα αλλά κι οι συζητήσεις στην κινηματογραφική αίθουσα, όπου παίζεται η καινούργια ταινία του Φατίχ Ακίν “ Μαζί ή τίποτα”.

Γροθιά στο στομάχι η ταινία του Τουρκογερμανού σκηνοθέτη που πραγματεύεται το θέμα το οποίο ταλανίζει τις σύγχρονες κοινωνίες, την άνοδο του νεοναζισμού και τις ρατσιστικές επιθέσεις από μέλη ακροδεξιών οργανώσεων.

Η ιστορία εκτυλίσσεται στο Αμβούργο, στη Γερμανία, και βασίζεται κατά πολύ στην πραγματική δίκη της Γερμανικής νεοναζιστικής οργάνωσης ΝSU που ξεκίνησε στις 6 Μαΐου του 2013 με κατηγορίες για δέκα δολοφονίες, οκτώ οικονομικών μεταναστών τουρκικής καταγωγής, ενός Έλληνα και μιας Γερμανίδας αστυνομικού. Λίγους μήνες αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 2013 θα έπεφτε νεκρός ένας άλλος άνθρωπος , ο Παύλος Φύσσας, από τα μέλη της εγχώριας ναζιστικής οργάνωσης, της Χρυσής Αυγής. Και οι δύο δίκες δεν έχουν τελειώσει ακόμα…

Ο Φατίχ Ακίν δείχνει ακριβώς την ανεκτική στάση αστυνομίας και δικαστικών αρχών, οι οποίες δεν παραλείπουν να κωλυσιεργούν και να αναπαράγουν στερεότυπα, καθοδηγώντας τις έρευνες και τις διαδικασίες, δίνοντας ελαφρυντικά και τελικά κάλυψη σε τέτοιες οργανώσεις κι εγκλήματα.

Ακριβώς με αυτό έρχεται αντιμέτωπη η ηρωίδα της ταινίας Κάτια, μια Γερμανίδα που παρά τις αντιρρήσεις της οικογένειάς της , είναι παντρεμένη με τον Νουρί, κουρδικής καταγωγής, ο οποίος πέφτει θύμα ρατσιστικής επίθεσης στο γραφείο του μαζί με τον εξάχρονο γιό τους Ρόκο. Ο Νουρί μετά την αποφυλάκισή του για ναρκωτικά κι έχοντας αποκτήσει πτυχίο Οικονομικών στη φυλακή ανοίγει λογιστικό γραφείο για να στηρίξει την οικογένειά του. Παρά την στροφή στη ζωή του, όμως, μετά την βομβιστική επίθεση το θύμα αντιμετωπίζεται ως ύποπτος από τις αρχές, που προσπαθούν να παρουσιάσουν το αποτρόπαιο αυτό γεγονός ως υπόθεση ναρκωτικών ή ξεκαθάρισμα λογαριασμών ανάμεσα σε αλλοδαπούς, μια σταθερή προκατάληψη απέναντι στους ξένους. Ακόμα και η αξιοπιστία της μαρτυρίας της Κάτιας αμφισβητείται από το δικαστήριο, παρουσιάζοντάς την ως ναρκομανή λόγω της σχέσης της με τον σύζυγό της.

Δυνατές στιγμές μέσα σ’ αυτό το δικαστικό δράμα οι καταθέσεις, αφενός του πατέρα του ενός από τους κατηγορούμενους για την επίθεση (πρόκειται για ένα ζευγάρι), και αφετέρου του Έλληνα ιδιοκτήτη ξενοδοχείου στην Ελλάδα, η καθεμία για τον δικό της λόγο. Από τη μία πλευρά ο πατέρας, ένας φιλήσυχος πολίτης, ο οποίος έχει βάσιμες υποψίες – σχεδόν είναι βέβαιος – για τις ιδεολογικές επιλογές του παιδιού του και για το τι συμβαίνει στο γκαράζ του σπιτιού του, αλλά επιλέγει την αδράνεια και την ανοχή μέχρι που τα θανάσιμα σχέδια του γιου του μπαίνουν σε εφαρμογή. Μόνο τότε ο πατέρας αυτός, σύμβολο μιας κοινωνίας σε ύπνωση, θα παραδεχτεί το λάθος του και θα ζητήσει συγνώμη, αλλά είναι πολύ αργά. Από την άλλη, ο ξενοδόχος από την Ελλάδα, μέλος της Χρυσής Αυγής προσφέρει άλλοθι και κάλυψη στο δολοφονικό ζευγάρι, αποκαλύπτοντας τις διασυνδέσεις των νεοναζιστικών οργανώσεων και του οργανωμένου εγκλήματος μίσους πέρα από εθνικά σύνορα. Ανατριχιαστική η στιγμή που ο δικαστής ενημερώνεται ότι ο ξενοδόχος είναι μέλος της Χρυσής Αυγής, μιας «νεοναζιστικής οργάνωσης από την Ελλάδα» όπως αναφέρει, κι ο τελευταίος απαντάει ότι “Δεν είμαστε νεοναζί. Είμαστε μια δημοκρατική οργάνωση εκλεγμένη από τον ελληνικό λαό”…

Τελικά το δικαστήριο θα αθωώσει τους κατηγορούμενους λόγω αμφιβολιών, στις οποίες συνέβαλε κυρίως η μαρτυρία του ομοϊδεάτη τους στην Ελλάδα, και η Κάτια θα αφεθεί μετέωρη στο προσωπικό της δράμα, στην θλίψη, στην απόγνωση, στην ανάγκη για εκδίκηση κι απόδοση δικαιοσύνης. Το τέλος της ταινίας έχει χαρακτηριστεί από πολλούς αμφιλεγόμενο, ανάλογα με την προσωπική σκοπιά του καθενός. Πάντως σίγουρα προσφέρει τροφή για σκέψη, όντας ένα δυνατό σχόλιο για μια κοινωνία που εθελοτυφλεί, κρίνει και περιθωριοποιεί, συγκαλύπτει και δολοφονεί.

Πίσω στην πραγματική ζωή η δίκη του NSU στη Γερμανία δεν έχει ακόμα τελειώσει, παρά τα ατράνταχτα στοιχεία. Αφού για χρόνια η στάση των αρχών οδηγούσε τις έρευνες μακριά από το ενδεχόμενο του οργανωμένου εγκλήματος ρατσιστικού μίσους, συνεχίζεται η ολιγωρία παρά την πληθώρα πια των αποδείξεων που συνηγορούν ακριβώς σε αυτό. Η ίδια τακτική και στην ανάλογη δίκη για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Δίκες που καθυστερούν, αναβάλλονται και παρεμποδίζονται, με κίνδυνο να μπουν στο αρχείο της συλλογικής μνήμης, χωρίς την πραγματική απόδοση δικαιοσύνης σε προσωπικό αλλά και σε κοινωνικοπολιτικό επίπεδο με τον καθοριστικό χαρακτηρισμό τέτοιων οργανώσεων ως παράνομων.

Λίγα λεπτά μετά την ταινία η πραγματικότητα για άλλη μια φορά μάς κοιτάζει απειλητικά. Η είδηση κυριαρχεί σε όλα τα δίκτυα με εξαίρεση φυσικά τα τηλεοπτικά. Πέντε τραυματίες, οι τρεις σοβαρότερα, σε επίθεση στο αυτοδιαχειριζόμενο στέκι “Φαβέλα” στον Πειραιά. Οι δράστες μπήκαν στον χώρο με λοστούς και πυρσούς φωνάζοντας “Αίμα, τιμή, Χρυσή Αυγή”. Μια από τους τραυματίες ήταν και η δικηγόρος της οικογένειας Φύσσα στην αντίστοιχη δίκη…Τις επόμενες μέρες στο δικαστήριο ο δικηγόρος υπεράσπισης των δολοφόνων του Παύλου υποβίβασε την επίθεση με λοστό στο κεφάλι σε “ατύχημα”, και η δίκη πήρε άλλη μια αναβολή…

Η ταινία μόλις τελείωσε. Η συνέχεια στην πραγματικότητα….

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here