Εκτύπωση

Κάθε άτομο και κάθε ομάδα που επιδιώκει να επηρεάσει την πραγματικότητα και να μεταβάλη σε πράξη ένα θεωρητικό ζήτημα κάνει πολιτική

Δημήτρης Γληνός

Φέτος, συμπληρώνονται 90 χρόνια από τη διάσπαση του Εκπαιδευτικού Ομίλου με την αποχώρηση της συντηρητικής-αστικής πτέρυγας του δημοτικιστικού κινήματος. Ο Δημήτρης Γληνός, μετά την αποχώρηση της αστικής τάσης του Εκπαιδευτικού Ομίλου, ως κύριος εκπρόσωπος της ριζοσπαστικής σοσιαλιστικής πτέρυγας του κινήματος, θα γράψει τη Διακήρυξη της Διοικητικής Επιτροπής του Εκπαιδευτικού Ομίλου και τις νέες προγραμματικές  θέσεις του σωματείου,  οι οποίες διαμορφώνουν, κατά τη γνώμη μας,  για πρώτη φορά στην Ελλάδα ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα μορφωτικής πάλης για την εργαζόμενη πλειοψηφία. 

To κείμενο της Διακήρυξης  μπορούμε να πούμε ότι συνιστά μια μεγάλη θεωρητική και πολιτική τομή σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο πορεύτηκε ο εκπαιδευτικός δημοτικισμός στις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Αν μέχρι τότε κυρίαρχο στοιχείο της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης ήταν το γλωσσικό ζήτημα , τώρα  η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση αποκτά ένα βαθύτερο κοινωνικό και πολιτικό περιεχόμενο. Ο αγώνας για την εισαγωγή  της  δημοτικής  γλώσσας στο ελληνικό σχολείο δεν εγκαταλείπεται αλλά  η  υπόθεση της  εκπαιδευτικής  μεταρρύθμισης  είναι πια ζήτημα  κοινωνικού μετασχηματισμού και συγκεκριμένα του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού.  Με το συγκεκριμένο κείμενο  ο Γληνός , που έχει πλέον μετά το 1922 πραγματοποιήσει  αποφασιστική στροφή προς τον μαρξισμό , συγκρούεται με  την αστική πτέρυγα του δημοτικιστικού κινήματος (Δελμούζος, κ.α) πάνω σε θεμελιώδη ζητήματα που αφορούν την πολιτική και ταξική φύση της εκπαίδευσης. Επισημαίνει τον στενό ορίζοντα της αστικής πτέρυγας του Δημοτικισμού και την αδυναμία του να δει με κριτικό τρόπο την κατάσταση στην ελληνική κοινωνία μετά το 1922. Είναι ουσιαστικά το πρώτο κέιμενο που θέτει τη σχέση του σχολείου με τις κοινωνικές  τάξεις , κριτικάρει σωστά τις έννοιες του έθνους και της εθνικής αγωγής, καθώς και τη θέση των θρησκευτικών στο αναλυτικό πρόγραμμα  και βάζει τις βάσεις μιας  σοσιαλιστικής θεωρίας της εκπαίδευσης και μιας αντίστοιχης εκπαιδευτικής αλλαγής.

Το κείμενο, αν και πολυμελετημένο και πολυσχολιασμένο, παραμένει κτήμα μόνο μερικών ειδικών της ιστορίας της ελληνικής εκπαίδευσης, καθώς παραμένει, σε μεγάλο βαθμό, άγνωστο στην ελληνική εκπαιδευτική κοινότητα.  Από αυτή την άποψη, αξίζει η κριτική ανάγνωσή του σήμερα ως ενός γραπτού που έρχεται, όχι από το ηρωικό αγωνιστικό μας παρελθόν, αλλά από το μέλλον, φωτίζοντας με κριτικό πνεύμα και αγωνιστική διάθεση και τη σημερινή μορφωτική πάλη της εργαζόμενης πλειοψηφίας και των μάχιμων εκπαιδευτικών του δημόσιου σχολείου.

Το κείμενο του Δημήτρη Γληνού αποτελεί στο σήμερα μια κόκκινη υπογράμμιση, με ανεξάντλητο θεωρητικό πλούτο και αξία σε πλήρη αντιπαράθεση με το  γκρίζο της παιδαγωγικής ένδειας που καλλιεργεί η θετικιστική  τεχνοκρατία των υπερεθνικών οργανισμών. Ο διαλεκτικός τρόπος κατανόησης της εκπαιδευτικής αλλαγής, από τη μεριά του, είναι η καλύτερη απάντηση στους ποικίλους “κάπηλους ιδανικών”, οι οποίοι και τότε και σήμερα προσπαθούν να ακυρώσουν πολιτικά στην πράξη κάθε ριζοσπαστική εκπαιδευτική πρόταση, προς όφελος της νέας γενιάς και των λαϊκών στρωμάτων, εξυπηρετώντας, σε τελική ανάλυση,  τη διαίωνιση της αστικής εξουσίας. Τολμηρός όχι μόνο για την εποχή του, αλλά και στο σήμερα, ο δάσκαλος Δημήτρης Γληνός έχει πολλά, ακόμη και σήμερα,  να μας διδάξει . Για όλους τους παραπάνω λόγους το κείμενο του 1927, 90 χρόνια πριν, παραμένει το ίδιο νεανικό και ανυπότακτο.

Η Σ.Ε του Σελιδοδείκτη

H Διακήρυξη της Διοικητικής Επιτροπής του “Εκπαιδευτικού Ομίλου”

Η Διοικητική Επιτροπή τους Εκπαιδευτικού Ομίλου ύστερα από τις συζητήσεις της εφετεινής γενικής συνέλευσης του Φλεβάρη και του Μάρτη και τις προτάσεις, που ψηφίστηκαν στη συνεδρίαση που έγινε στις 24 Μάρτη, θεωρεί υποχρέωσή της να ανακοινώση στα μέλη του Ομίλου, που δεν παρακολούθησαν τη γενική συνέλευση, στον ελληνικό δασκαλικό κόσμο και στον ελληνικό λαό το ιστορικό της διάσπασης και τις νέες προγραμματικές γραμμές του σωματείου.

  1. Ο Εκπαιδευτικός Όμιλος και η Δράση του

Στα 1910, εποχή, που η ελληνική αστική τάξη βρίσκεται στην δημιουργικότερή της στιγμή προπαρασκευάζοντας την εξόρμησή της για την ολοκλήρωση του “ εθνικού” της έργου, ιδρύεται ο Εκπαιδευτικός Όμιλος για να καταπολεμήση και να κατανικήση οριστικά τον πνευματικό μεσαίωνα, που κυριάρχησε στην Ελλάδα όλο τον 19ο αιώνα. Γύρω από τον Όμιλο συσσωματώνονται τα πιο ζωντανά και πιο δημιουργικά στοιχεία του τόπου, εθνικιστές του τύπου του Δραγούμη και του Μαβίλη, φιλελεύθεροι και σοσιαλιστικά διαφωτισμένοι αστοί, όπως και οι λεγόμενοι “κοινωνιολόγοι” της εποχής εκείνης. Ακόμη και καθαρά θεωρητικοί σοσιαλιστές, σαν τον Σκληρό παρακολουθούσαν συμπαθητικά και ενισχυτικά το έργο του.

Κυριώτερο σύμβολο και όπλο του αγώνα η γλώσσα.

Αντίπαλοι του δημοτικισμού και του Εκπαιδευτικού Ομίλου υψώνονται τότες η Εκκλησία, το Πανεπιστήμιο και ο Παλιός πολιτικός κόσμος, η τριαδική εκπροσώπηση της μεσαιωνικής παράδοσης, που κρατούσε ψυχικά απομονωμένο και σκλάβο τον Έλληνα μικροαστό και μικροαγρότη , καθώς και το εργατικό και αγροτικό προλεταριάτο.

Από τη σύγκρουση των δύο αυτών κόσμων φάνηκε να νικάη ο δημοτικισμός παράλληλα με την πολιτική επικράτηση των διαφωτισμένων αστικών στοιχείων. Έτσι η δεκαπενταετία από τα 1910 ως το 1925 με όλες τις περιπέτειες των εσωτερικών και εξωτερικών αγώνων, παρουσιάζει μια επίμονα αναγεννητική προσπάθεια μέσα στην ελληνική παιδεία. Ο Εκπαιδευτικός όμιλος, μ’ολο που στην αρχή φαινότανε περιορισμένος μόνο στη γλωσσική μεταρρύθμιση, όμως γρήγορα δυναμωμένος από ειδικούς παιδαγωγούς, άρχισε να ζητάει ουσιαστικότερες μεταβολες στο σύνολο του εκπαιδευτικού συστήματος ( Πρόγραμμα δημοτικών σχολείων 1912, Νομοσχέδια 1913).

Στα 1914 το πρόγραμμά του ζητάει δημοκρατικό άπλωμα της παιδείας σε όλο το λαό, συγχρονισμό όλων των στοιχείων της αγωγής, στροφή στο φυσικό κόσμο, επιστημονικά μέσα αγωγής, μελέτη του Ελληνόπουλου και των όρων της ελληνικής ζωής. Στο πρόγραμμα αυτό έμεινε πιστός ο Εκπαιδευτικός Όμιλος και ζητούσε και περίμενε την πραγμάτωσή του από τους προοδευτικούς πολιτικούς της άρχουσας τάξης.

Το κόμμα των Φιλελευθέρων που περιελάμβανε στους κύκλους του τους περισσότερους από τους πολιτικούς αυτούς, πότε δειλά και σκεπασμένα και πότε φανερωτά δεχότανε και υποστήριζε την πολιτική του Εκπαιδευτικού Ομίλου.

Αν και το κόμμα αυτό κυβέρνησε με κάποιες διακοπές την Ελλάδα μια δεκαετία πολύ λίγα ήταν τα θετικά του έργα, που απόμειναν μέσα στην παιδεία.

Τη νέα οργάνωση των σχολείων που μελέτησε και σχεδίασε στα 1913 (νομοσχέδια Τσιριμώκου) την άφησε έκθετη και από τότε ποτέ δεν θέλησε να επιδιώξει και να πραγματοποιήση είτε το ίδιο το σχέδιο, είτε  άλλο αναθεωρημένο.

Τη δημοτική γλώσσα την καθιέρωσε στα δημοτικά σχολεία σε δύο στιγμές επαναστατικής του δράσης, τον Ιούνιο του 1917 και στα 1923. Ταυτόχρονα όμως άφησε αυτό το έργο να χτυπηθεί, να συκοφαντηθη και να υπονομευτή μέσα από τους ίδιους του τους κόλπους. Και όλως διόλου αναπάντεχα το Σεπτέμβριο του 1926 ξανάφερε την καθαρεύουσα στις δύο ανώτερες τάξεις του Δημοτικού Σχολείου.

To μεγάλο πρόγραμμα για την προετοιμασία του νέου διδαχτικού προσωπικού, που ψηφίστηκε άρχισε μερικά να πραγματώνεται στα 1923 και 1924 (Νέα Διδασκαλεία πολυτάξια και μονοτάξια με υποτροφίες όλων των μαθητών, Τεχνικό Διδασκαλείο και τεχνική μετεκπαίδευση Δημοδιδασκάλων, Πρότυπο Πειραματικό Διδασκαλείο( Μαράσλειο), Παιδαγωγική Ακαδημία, αποστολές στο εξωτερικό), το άφησε να χτυπηθή με τον ίδιο τρόπο από το φθινόπωρο του 1924. Από τη μια μεριά με την πρόφαση των οικονομιών το κατακομμιάτιασε (κυβέρνηση Μιχαλοκόπουλου). Από την άλλη, αφού το συκοφάντησε με σημαντικά δημοσιογραφικά του όργανα (Εστία) το είδε όχι δυσάρεστα να συντρίβεται από την Παγκαλική διχτατορία, που ουσιαστικά πραγματοποιούσε μ’ αυτή την ενέργεια την επιθυμία όλων των αντιδραστικών στοιχείων.

Και το μόνο αληθινά σημαντικό κέρδος των αγώνων αυτών, που απομένει, είναι το ξύπνημα του δασκάλου. Ο δάσκαλος, ξένος προν σε κάθε ζωντάνια και μακριά από την ψυχική κατάσταση και τα αληθινά συμφέροντα των παιδιών του λαού, αποναρκωμένος “εκ των άνω” με τα αερολογήματα “περί προγονικής ευκλείας” και “περί της αθανάτου ημών γλωσσής” , καταδικασμένος να ξεραίνη το νεοελληνικό εγκέφαλο με το λίβα της γραμματικής, άνοιξε σήμερα τα μάτια του και μπορούμε να πούμε, πώς οι περισσότεροι δάσκαλοι σήμερα ακούνε με περιφρόνηση τους αερόλους και τους κάπηλους “ιδανικών” να τους μιλούν για ιδανικά, που και οι ίδιοι δεν τα πιστεύουν και τα υποστηρίζουν από συνειδητό υπολογισμό ατομικό ή ταξικό.

  1. Η αντιδραστική μεταστροφή της άρχουσας τάξης

Γιατί όμως οι δεκαπεντάχρονοι αυτοί αγώνες του Ομίλου δώσανε τόσο μικρό θετικό κέρδος, μ’ όλο πού πολλά μέλη του εργάστηκαν αρκετά μέσα στο κράτος; Τα αίτια είναι βαθύτερα.

Το κόμμα των Φιλελευθέρων, που από τα 1910 αντιπροσωπεύει την “ανορθωτική” κίνηση στην Ελλάδα, σε όλες τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις του (εργατική πολιτική, αγροτική πολιτική, εκπαιδευτική πολιτική) βάδισε δειλά και αντιφατικά, έχοντας αδιάκοπα να υπερνικήση εσωκομματική αντίδραση έντονη και αποτελεσματική. Την αδυναμία του αυτή τη μεγάλωσαν οι ελληνικές περιπέτειες του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού πολέμου, διότι δώσανε ευκαιρία στα παλιά αντιδραστικά στοιχεία να παρασύρουν με το μέρος τους την πλειοψηφία των μικροαστικών και των λαϊκών τάξεων, που υπέφεραν φοβερά από τον πόλεμο και τον διχασμό.

Κοντά σ’ αυτά τα αίτια η εξέλιξη της εθνικής οικονομίας, η σχετική ανάπτυξη του καπιταλισμού και του βιομηχανισμού στη χώρα μας, η προσφυγική συρροή, η ατελή λύση του αγροτικού ζητήματος, δημιούργησαν και εδώ αισθητό εργατοαγροτικό ζήτημα, που έγινε αφορμή μεγάλης ανησυχίας στην άρχουσα τάξη, όπως το παγκόσμιο εργατικό κίνημα έστρεψε στη συντηρητική αντίδραση τον κυρίαρχο αστισμό.

Η βαίαη ανατροπή και η εξόντωση του φεουδαρχικού και αστικού κοινωνικού καθεστώτος της Ρωσσίας, η έντονη δράση των κομμουνιστικών κομμάτων στη Δύση, οι ισχυρότατες και βαθιές μεταπολεμικές κρίσεις του καπιταλισμού, η συναίστηση για τον κλονισμό και την κατάρρευση όλου του ηθικού και ιδεολογικού επιστρώματος της αστικής κοινωνίας, γέννησαν στις ευρωπαϊκές αστικές τάξεις μια συντηρητική και αντιδραστική κίνηση και θεωρητική πραχτική, που ολοένα δυναμώνει. Διχτατορίες, φασισμός, οικουμενικές κυβερνήσεις, προετοιμάζουν και πραγματοποιούν την περίδοδο της αστικής απολυταρχίας. Η αστική τάξη αιστάνεται για ενοχλητικές και επικίντυνες και καταργεί ελευτερίες που αυτή η ίδια είχε καταχτήσει και καθιερώσει στην επαναστατική της περίοδο, καθώς και τις ελευτερίες, που είχε αναγνωρίσει ως τώρα στην εργατική τάξη.

Αυτά είναι τα αίτια, που ενεργώντας όλα μαζί, στρέψανε και την ελληνική αστική τάξη, ύστερα από μια βραχύχρονη περίοδο σχετικού φιλελευθερισμού, στην αντίδραση, που ολοένα και εδώ μεγαλώνει.

Κάθε προοδευτική ιδέα χαρακτηρίζεται κομμουνισμός, κάθε ελευθερία είναι ενοχλητική είτε με σοφιστικά πλαγιοβαδίσματα ουσιαστικά “αναιρείται” είτε καταλιέται με την άμεση βία. Η άρχουσα τάξη και εδώ γίνεται ολοένα και συντηρητικότερη και σήμερα όλα τα κόμματά της, δίχως καμιά ουσιαστική διαφορά, ταυτίζονται και συνεργάζονται. Από την άλλη μεριά με τη συνειδητοποίηση των προβλημάτων στην εργατική τάξη και με το σχετικό ξύπνημα των δασκάλων, οι απαιτήσεις για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση γίνονται όσο πάει και ουσιαστικώτερες. Και έτσι το λίγο, που δόθηκε στην εκπαίδευση φαίνεται μηδαμινό και οι ελπίδες για κάποια άμεση  πρόοδο στην παιδεία κάθε μέρα και λιγοστεύουν. Γι’ αυτό βλέπουμε πόσο επίμονα πιστεύεται και χαρακτηρίζεται και πιστεύεται για κομμουνισμός και η γλωσσική και μόνο μεταρρύθμιση στην εκπαίδευση, που στην πραγματικότητα ήταν παντού γνώρισμα του αστικού απολυτρωτικού αγώνα. Έτσι εξηγιέται η μικρή επιτυχία που είχε ως τώρα το εκπαιδευτικό πρόγραμμα του Ομίλου.

Ταυτόχρονα όμως αυτή η διαμόρφωση των αντικειμενικών όρων δημιούργησε και μέσα στον Εκπαιδευτικό Όμιλο ζυμώσεις και συζητήσεις που φέρανε στην κρίση της φετεινής Γενικής Συνέλευσης .

  1. Η φετεινή συζήτηση στον Εκπαιδευτικό Ομιλο

Ο Εκπαιδευτικός όμιλος από το τέλος του 1920, με τις βδομαδιάτικες συγκεντρώσεις, ομιλίες και συζητήσεις των μελών του ήταν σε αδιάκοπη επαφή με τα ρεύματα των ιδεών, που κυκλοφορούσαν και στον τόπο μας και στον έξω πολιτισμένο κόσμο.

Οι ζυμώσεις αυτές, που έγιναν μάλιστα εντονότερες στα τελευταία τρία χρόνια (1924,25, 26) φέρανε μια ριζική διχογνωμία και μέσα στη Διοικητική Επιτροπή και στον πλατύτερο κύκλο του Όμιλου.

Έτσι παρουσιάστηκε από δύο μεριές η απαίτηση να αναθεωρηθούν οι προγραμματικές αρχές του Όμιλου α) από στοιχεία συντηρητικά που άρχισαν να θεωρούν επικίντυνο πια για όλη την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, να υπάρχουν μέσα στον Όμιλο μέλη, που τείνουν να συσχετίσουν το εκπαιδευτικό πρόβλημα με το κοινωνικό. Τα μέλη αυτά τα θεωρούν υπεύθυνα και για τους κρατικούς διωγμούς των μεταρρυθμιστών. Και β) απο στοιχεία ριζοσπαστικά που ήθελαν ίσα ίσα να ξεκαθαρίσουν την αόριστη και συχυσμένη κοινωνιολογική βάση, που είχαν ως τώρα τα αιτήματα της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Κάθε προσπάθεια για να κρατηθή ο Όμιλος ενωμένος γύρω από το πρόγραμμα του 1914 αποδείχτηκε μάταια και άσκοπη. Και είναι πολύ χαρακτηριστικό για την προοδοφοβία και την αντιδραστική μεταστροφή των συντηρητικών ότι αυτοί επιμένανε με πείσμα να ξεκαθαριστή ο Όμιλος από κάθε προοδευτικό στοιχείο.

  1. Τι ζητούσανε οι συντηρητικοί

Οι απαιτήσεις των συντηρητικών συγκεντρώθηκαν σε τρία σημεία.

Το πρώτο αναφέρεται στον ταξικό χαραχτήρα της Παιδείας και το χαραχτήρα του αγώνα για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση.

Κάθε προσπάθεια να σχετιστή και το έργο του σχολείου και ο αγώνας για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση με την κοινωνική σύνθεση και τους αγώνες των κοινωνικών τάξεων, τη θεωρήσανε για μεταστροφή του έργου του Ομίλου σε επιχείρηση πολιτική. Το καθαρό παιδαγωγικό αντίκρισμα  των πραγμάτων, είπαν, είναι ολότελα ανεξάρτητο από την κοινωνική σύνθεση και τους κοινωνικούς αγώνες, είναι υπερταξικό. Γι’ αυτό είναι μπορετή η ύπαρξη υπερταξικής παιδείας, ανεξάρτητα από την ύπαρξη κοινωνικών τάξεων. Έτσι, όσοι δέχονται, πώς όλες οι κοινωνικές οργανώσεις και η παιδεία είναι αναγκαστικά εξαρτημένες από τη μορφή της κοινωνικής σύνθεσης, δεν είναι παιδαγωγοί, μα πολιτικοί ή ακόμη χειρότερα “πολιτεύονται” . Ο Όμιλος λοιπόν ή πρέπει να δηλώση και να αναγράψη στο πρόγραμμά του, ότι στέκεται “υπεράνω των τάξεων” ή παύει να είναι εκπαιδευτικό σωματείο, αλλάζει σκοπό και κατεύθυνση και γίνεται σωματείο πολιτικό.

Το δεύτερο σημείο αναφέρεται στη διδασκαλία των θρησκευτικών μαθημάτων. Ζητήσανε οι συντηρητικοί να γραφτή στο αναθεωρημένο πρόγραμμα του Εκπαιδευτικού Ομίλου, πως η καλλιέργεια του θρησκευτικού συναιστήματος είναι ένα από τα απαραίτητα στοιχεία της αγωγής, και γι’ αυτό δεν μπορεί να χωριστή από την έννοια της αγωγής η διδασκαλία των θρησκευτικών μαθημάτων στα σχολεία. Έργο του Ομίλου θα ήταν, συνεχίζοντας την ως τώρα ταχτική του, να φροντίση να γίνη το πρόγραμμα και η διδασκαλία των θρησκευτικών, όσο μπορεί πιο μεθοδική.

To τρίτο σημείο αναφέρεται στην έννοια της εθνικής αγωγής.

Διατυπώσανε δηλαδή οι συντηρητικοί την απαίτηση να ξεκαθαριστή στο πρόγραμμα του Ομίλου, πώς με τον όρο εθνική αγωγή, πρέπει να εννοούμε και την καλλιέργεια του συνειδητού εθνικισμού και πως βασικός στόχος της εθνικής αγωγής είναι και η “εθνική αυτοσυντήρηση”. Και ακόμα πώς για την εθνική αυτοσυντήρηση είναι απαραίτητο πάνω από το συμφέρο τη συνείδηση και την αλληλεγγύη μιας κοινωνικής τάξης, να υψώνεται πάντα το αίστημα του “εθνικού συνόλου”.

Τις απαιτήσεις αυτές των συντηρητικών τις πολέμησαν έντονα τα προοδευτικά στοιχεία του Ομίλου.  Η μακρότατη δεκαήμερη και διεξοδική συζήτηση πάνω σ’ αυτά τα αιτήματα, δικαίωσε τους προοδευτικούς, γιατί κανένα από τα αιτήματα αυτά δεν άντεξε στον επιστημονικό έλεγχο, που τους έγινε.

Οι προοδευτικοί είδαν στις απαιτήσεις αυτές καθαρώτατα τα σημάδια της αντιδραστικής μεταστροφής.

  1. Έχει σχέση η παιδεία με τις κοινωνικές τάξεις ;

Το πρώτο αίτημα σχετικά με τον ταξικό χαρακτήρα της παιδείας δεν έχει κανένα άλλο σκοπό, παρά να διώξη κάθε υποψία, πως ο ‘Ομιλος και η Εκπαιδευτική μεταρρύθμιση έχουν οποιαδήποτε σχέση με τον κομμουνισμό και την κομμουνιστική κίνηση, αφού η αναγνώριση της πάλης των τάξεων είναι η βασική αρχή του επιστημονικού σοσιαλισμού, λοιπόν και του κομμουνισμού.

Αστήριχτο αίτημα για να πετύχει αβέβαιο αποτέλεσμα. Γιατί, για να σταθή το αίτημα αυτό, θα έπρεπε να αποδειχτή επιστημονικά πρώτα πρώτα αν καμιά από τις ιστορικά μελετημένες σύνθετες κοινωνίες ήταν χωρίς κοινωνικές τάξεις, έπειτα αν στάθηκε μέσα σε αυτές παιδεία, που να μην ήταν  ταξικά καθορισμένη, τρίτο αν μπορεί να λείψει ο ταξικός χαρακτήρας της εκπαίδευσης, χωρίς να λείψουν οι κοινωνικές τάξεις, τέταρτο αν υπάρχει καθαρά παιδαγωγικό (δηλαδή ανεξάρτητο από κάθε σχέση με την κοινωνική οργάνωση), αντίκρισμα των πραγμάτων για μια παιδεία δημόσια και κρατικά οργανωμένη. Η θεωρία το κράτος “υπεράνω των τάξεων” τη στιγμή που υπάρχουν τάξεις, είναι καθαρό ξεγέλασμα για να κρύψη την πραγματικότητα δηλ “το κράτος υπέρ της άρχουσας τάξης”. Το ίδιο είναι ξεγέλασμα εκεί όπου υπάρχουν κοινωνικές τάξεις για να αποσκεπάση την πραγματικότητα δηλ. το “η παιδεία όργανο της άρχουσας τάξης”.

Γι’  αυτό η θεωρία, πως ο Εκπαιδευτικός Όμιλος άμα δεκτή ειλικρινά την αρχή της πάλης των τάξεων, παύει να είναι εκπαιδευτικό σωματείο και γίνεται πολιτικό δε σημαίνει τίποτα άλλο πώς ο Όμιλος δεν πρέπει ίσα ίσα να αντικρίζη το συμφέρον του συνόλου, παρά μιας τάξης, της αστικής και να μελετάη τα εκπαιδευτικά ζητήματα μέσα στα πλαίσια μόνο των δικών της συμφερόντων.

Μόνο λοιπόν άμα αναγνωρίση και δεχτή την αλήθεια για τον κοινωνικό καθορισμό της παιδείας, τότε και μόνο τότε εργάζεται πραγματικά για το σύνολο, τότε και μόνο τότε αγκαλιάζει ολόκληρο το πρόβλημα της παιδείας.

Γιατί τότε βλέπει ο Όμιλος την αλήθεια και την ερμηνεύει σωστά. Βλέπει, ως ποιο σημείο μπορεί να προχωρήση η άρχουσα τάξη στην οργάνωση της παιδείας και ακόμη πως το σημείο αυτό, που άγρυπνα φυλάγεται, είναι η γραμμή του ταξικού συμφέροντος.

Βλέπει πως κανένας ρωμαντικός φιλανθρωπισμός και μόνο o αγώνας μπορεί να δόσει ένα μέρος ή το σύνολο από τα πνευματικά αγαθά, σε κείνους που σήμερα δεν τα έχουν, όπως μόνο με τον αγώνα μπορούν να καταχτήσουν οι αδικημένοι ένα μέρος ή το σύνολο από τα υλικά αγαθά.

Βλέπει, πώς αυτοί αποτελούν σήμερα τα οχτώ δέκατα του λαού κι όμως η αδικία υπάρχει. Εκπαιδευτική πρόοδος και εκπαιδευτική αναγέννηση δεν σημαίνει τίποτα άλλο παρά να καταχτήσουν αληθινά τα πνευματικά αγαθά όλοι όσοι έχουν φυσιολογικά τη δυνατότητα μέσα τους. Ο Εκπαιδευτικός Όμιλος λοιπόν δεν μπορεί να λέγεται και να είναι αληθινά προοδευτικό σωματείο, αν δεν μελετήση τα μέσα και δε βοηθήση με όλη του τη δύναμη για να λείψη αυτή η αδικία. Αυτό είναι το νόημα της Λαϊκής Εκπαιδευτικής Μεταρρύθμισης. Και ο Εκπαιδευτικός Όμιλος, όταν πάψη να επιδιώκη και να προετοιμάζη μια ουσιαστική λαϊκή εκπαιδευτική μεταρρρύθμιση, τότε ίσα ίσα βγαίνει έξω από το σκοπό του και αλλάζει κατεύθυνση.

Τις ιδέες αυτές διατυπώσανε οι προοδευτικοί του Ομίλου με την ακόλουθη αρχή.

Κάθε σημαντική κοινωνική μεταρρύθμιση, άρα και η εκπαιδευτική, γίνεται με μέσο την πάλη των κοινωνικών τάξεων”.

Η ελληνική αστική τάξη, όπως έδειξε η ως τώρα πείρα του Εκπαιδευτικού Ομίλου, ή καταπολεμάει άμεσα ή δεν επιδιώκει ειλικρινά μιαν ουσιαστική λαϊκή εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση. Γι’ αυτό ο Όμιλος βλέπει, πώς η λαϊκή εκπαιδευτική μεταρρύθμιση δε μπορεί να έχη άλλο κοινωνικό φορέα και πρόμαχο παρά τις κοινωνικές εκείνες τάξεις, που σαν αδικημενές συνειδητοποιούν καθαρά τα κοινωνικά προβλήματα και αγωνίζονται για την πραγματοποίηση κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, αναγκάζοντας έτσι και την άρχουσα τάξη να βελτιώνη τους θεσμούς της. Γι’ αυτό ο Εκπαιδευτικός Όμιλος, σα σωματείο εκπαιδευτικής πρωτοπορείας έχει χρέος να εργάζεται για να εκφράζη τα εκπαιδευτικά αιτήματα και να διαμορφώνη την εκπαιδευτική συνείδηση των λαϊκών τάξεων (εργατικής, αγροτικής, μικροαστικής).

  1. Πολιτικό Σωματείο ή Σωματείο Εκπαιδευτικής Πολιτικής ;

Με το να δεχτή ο Όμιλος αυτή την αρχή δε γίνεται πολιτικό σωματείο, αλλάζει μόνο την εκπαιδευτική του πολιτική.

Γιατί ο Όμιλος δίχως να είναι ποτέ ίσαμε με τώρα πολιτικό σωματείο, δηλαδή χωρίς να ανήκη ποτέ σε κανένα πολιτικό κόμμα ή να προπαγανδίζει ωρισμένη γενική πολιτική γραμμή, ήταν πάντα σωματείο εκπαιδευτικής πολιτικής.

Κάθε άτομο και κάθε ομάδα, που επιδιώκει να επηρεάση την πραγματικότητα και να μεταβάλη σε πράξη ένα θεωρητικό αίτημα κάνει πολιτική.  Ο Εκπαιδευτικός Όμιλος ποτέ δεν ήταν σωματείο για να μελετάη μόνο θεωρητικά ειδικά επιστημονικά θέματα. Πρώτα πρώτα τα μέλη του δεν ήταν μόνο ειδικοί επιστήμονες, μα διανοούμενοι, πολιτικοί και επιστήμονες όλων των κλάδων. Έπειτα ο βασικός σκοπός του ήταν “να βοηθήση ν’ αναγεννηθή η ελληνική παιδεία” δηλαδή ωρισμένες εκπαιδευτικές αρχές, που αναγνωρίζονται για σωστές από τα μέλη του, να γίνουν πραγματικότητα καθολική μέσα στην ελληνική παιδεία. Και τα δύο λοιπόν αυτά έκαμαν ολοφάνερα τον Όμιλο σωματείο εκπαιδευτικής πολιτικής.

  1. Ο Εκπαιδευτικός Όμιλος σωματείο πνευματικής πρωτοπορείας

Ούτε πάλι μπορεί να νοηθή, πως το σωματείο αλλάζει σκοπό και κατεύθυνση, επειδή οι αρχές του θα ήταν δύσκολο να εφαρμοστούν αμέσως τώρα και θα έπρεπε να υπάρξη ένα μικρό ή μεγάλο στάδιο προπαρασκευής. Γιατί και τον καιρό, που ιδρύθηκε ο Όμιλος, οι αρχές του φαίνονταν πολύ μακριά από μια άμεση πραγμάτωση και ο βασικός χαρακτήρας του σωματείου ήταν προδρομικός.

Ο Όμιλος ιδρύθηκε σαν ένα σωματείο πνευματικής πρωτοπορείας και τέτοιο πρέπει να παραμείνη. Αν η εξέλιξη της πραγματικότητας ανάγκασε το κράτος για μια στιγμή να δεχτή μερικά το γλωσσικό πρόγραμμα του Όμιλου θα ήταν ολέθρια πλάνη να γίνη γι ‘αυτό εξάρτημα του Κράτους και να υποστηρίζη μόνο εκείνα τα αιτήματα που μπορούν να έχουν άμεση εφαρμογή στο σημερινό κράτος.  Τότε ίσα ίσα και θα άλλαζε κατεύθυνση και σκοπό, επειδή θα θυσίαζε τα ουσιαστικώτερα αιτήματα της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης.

Αυτή τη σύχυση ανάμεσα στον Εκπαιδευτικό Όμιλο και στο κράτος, η σύχυση δηλαδή ανάμεσα στον Όμιλο σαν σωματείο προοδευτικής εκπαιδευτικής πολιτικής και στην εκπαιδευτική πολιτική του σημερινού κράτους, θόλωσε την αντίληψη ωρισμένων κρατικών υπαλλήλων και πραχτικών παιδαγωγών και τους έκαμε να πιστέψουν, πώς ο Όμιλος δε μπορεί να ζητάη πράγματα, που δεν θα τους άφηνε το σημερινό κράτος να τα εφαρμόσουν αμέσως στα σχολειά ή και θα τους καταδίωκε γι’  αυτό.

Τις αντιλήψεις αυτές για τον χαραχτήρα του Ομίλου τις διατυπώσανε οι προοδευτικοί στις ακόλουθες αρχές :

1) O σκοπός του Εκπαιδευτικού Ομίλου παραμένει ο ίδιος δηλ. να βοηθήση να αναμορφωθή η Ελληνική Παιδεία.

2) Ο Εκπαιδευτικός Όμιλος δεν είναι πολιτικό σωματείο δηλ. δεν είναι προσκολλημένος σε κανένα πολιτικό κόμμα. Είναι σωματείο μελέτης των εκπαιδευτικών προβλημάτων και κοινωνικού διαφωτισμού πάνω σε αυτά. Καθορίζει και ασκεί ωρισμένη εκπαιδευτική πολιτική για να πετύχη την πραγματοποίηση του σκοπού του.

  1. Ο Εκπαιδευτικός Όμιλος και τα Θρησκευτικά

Ο Εκπαιδευτικός Όμιλος δεν είχε ποτέ ως τώρα δημιουργήσει θέμα θρησκευτικών. Αυτό είχε ειδικά αίτια.

Η θρησκευτικότητα στους νεώτερους Έλληνες είναι γενικά εξωτερική και τυπολατρική. Η εκκλησία σαν καθαρός θρησκευτικός οργανισμός έμεινε σχεδόν νεκρή. Η ίδια η εκκλησία νομίζει, πως έχει δικαιώματα να την ευγνωμονούν οι Έλληνες πολύ περισσότερο για την πολιτική της δράση από την εποχή της υποδούλωσης ως σήμερα, παρά για την καθαρή θρησκευτική.

Κληρονόμος και πιστός φύλακας της μεσαιωνικής παράδοσης δεν είχε σύμμαχο ορθόδοξη φεουδαρχική τάξη για να βγη υποστηριχτής της, όπως έγινε στη Δύση με την καθολική εκκλησία και έτσι να καταπιέση τα δίκια της αστικής τάξης στο ανέβασμά της. Την στιγμή του απολυτρωτικού αγώνα (1821) αγωνίστηκε και αυτή μαζί με το άλλο έθνος και διατήρησε την πνευματική της εξουσία χωρίς μεγάλη αντίθεση με τη νέα τάξη. Στο λεύτερο μάλιστα βασίλειο εύκολα υποτάχτηκε στο κράτος και έγινε οργανό του. Οι Έλληνες λοιπόν αστοί έχοντας μπροστά τους μια εκκλησία ουσιαστικά νεκρή, μια θρησκεία περιωρισμένη στους τύπους και χρήσιμη να συγκρατή τα λαϊκά στρώματα (όλοι οι Έλληνες αστοί ομολογούν στις ιδιωτικές τους ομιλίες πως οι ίδιοι δεν πιστεύουν, θεωρούν όμως τη θρησκεία χρήσιμη για τον “λαό”) δε βρέθηκαν ποτέ στην ανάγκη να κάμουν αγώνες απολυτρωτικούς από την τυρρανία της θρησκευτικής παράδοσης. Η αντίθεση ανάμεσα στη θρησκεία και τη φιλοσοφία, στη θρησκεία και την επιστήμη, που στη Δύση γέννησε τόσους αγώνες, τόσους διωγμούς, τόσες θυσίες, στην Ελλάδα που δεν είχε ζήσει αληθινή αστική “αναγέννηση πέρασε, σαν αδύναμος αντίχτυπος.

Γιατί εδώ στην Ελλάδα δεν είχαμε ούτε θρησκεία ζωντανή, μα ούτε και επιστήμη και φιλοσοφία ζωντανή. Για αυτό ο  Εκπαιδευτικός Όμιλος ζητώντας την εκπαιδευτική αναγέννηση δεν ένιωσε την ανάγκη να καταπολεμήση άμεση τη θρησκευτική επιρροή.

Έτσι το πρόβλημα της διδασκαλίας των θρησκευτικών δεν ήρθε ποτέ στις προγραμματικές του αρχές.

Η Εκκλησία όμως, συντηρητική πάντα και προστάτρια της μεσαιωνικής παράδοσης, που μέσα σ’αυτήν ήταν και η αρχαϊστική παράδοση της γλώσσας, ευτύς από την πρώτη στιγμή και σε διάφορες περιστάσεις (1901, 1908, 1911, 1918, 1927) πήρε εχτρική στάση απέναντι στον Εκπαιδευτικό Όμιλο και στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Γιατί και μόνο  η γλωσσική μεταρρύθμιση που ζητούσε ο Όμιλος φαινότανε τρομερό χτύπημα απέναντι στην παράδοση.

Σ’ αυτό συντελέσανε πολύ και οι αντιδραστικοί γλωσσολόγοι και αρχαϊστές και ωρισμένοι δημοκόποι και κάπηλοι του συντηρητισμού.

Οι αντιδραστικοί γλωσσολόγοι χάνοντας το γλωσσικό ζήτημα στο καθαρά επιστημονικό γλωσσικό επίπεδο, ανακάτωναν τη θρησκεία στα γλωσσολογικά τους επιχειρήματα για να οχλαγωγήσουν. Η εκκλησία μη μπορώντας να επιβάλη την πνευματική τυρρανία στο καθαρά γλωσσικό επίπεδο μόνο “εν ονόματι του αρχαϊσμού” καταπολεμούσε την μεταρρύθμιση για “επικίνδυνη στη θρησκεία”. Επίμονες έρευνες, ανακρίσεις, δίκες δεν κατόρθρωσαν ποτέ να αποδείξουν ούτε την παραμικρή αντιθρησκευτική ενέργεια από μέρους του Εκπαιδευτικού Ομίλου, γιατί δεν έγινε ποτέ τέτοια ενέργεια. Δεν θα μπορούσε λοιπόν κανείς να υποθέση, πώς μόνο η ανάγκη να αποκρούσουν την αστήριχτη αυτή κατηγορία έκαμε τους συντηρητικούς να διατυπώσουν το αίτημά τους για τα θρησκευτικά. Πολύ περισσότερο τους έσπρωξε σ’ αυτή η ανάγκη να υψώσουν απέναντι στα προοδευτικά στοιχεία του Ομίλου ένα απαράδεχτο αίτημα, για να τα διώξουν και να εξασφαλίσουν έτσι τη συντηρητική στροφή του σωματείου.

Από τη στιγμή όμως που δημιουργήθηκε μέσα στον Όμιλο το ζήτημα των θρησκευτικών σα ζήτημα αρχής, τότε δε χωρούσε σ’ ένα σωματείο πραγματικών προοδευτικών ανθρώπων άλλη λύση παρά εκείνη που δόθηκε. Η θρησκεία είναι ζήτημα συνείδησης, κάτι τόσο εσωτερικό και ατομικό, που καμιά γενική αναγκαστική λύση δεν είναι ανεχτή. Γι’ αυτό ο Όμιλος δε μπορεί παρά να διακυρήξη ότι η υποχρεωτική διδασκαλία ωρισμένου θρησκευτικού δόγματος δεν είναι αναπόσπαστη από την έννοια της δημόσιας αγωγής.

Η αντίληψη αυτή διατυπώθηκε από τους προοδευτικούς στην ακόλουθη αρχή :

Ο Εκπαιδευτικός Όμιλος επιδιώκοντας ως τώρα την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση ποτέ δε δημιούργησε ζήτημα διδασκαλίας των θρησκευτικών. Επειδή όμως αντικρίζει επίμονα για εμπόδιο στο έργο του αδιάκοπες κατηγορίες για αθεϊα,  αντιθρησκευτικότητα, επιβολή κατά της θρησκείας κτλ νομίζει χρέος του να διακυρήξη ότι το θρησκευτικό ζήτημα το θεωρεί κατ’ εξοχήν ζήτημα της ελευθερίας συνείδησης και επομένως δεν θεωρεί αναπόσπαστη από την έννοια της δημόσιας αγωγής τη διδασκαλία θρησκευτικών μαθημάτων στα σχολεία” .

  1. Ο αντεθνικός Όμιλος

Η τρίτη απαίτηση των συντηρητικών σχετικά με την “εθνική αγωγή “ είχε σκοπό να αποκρούση κάθε υπόνοια, ότι ο Εκπαιδευτικός Όμιλος και οι ιδέες του έχουν οποιαδήποτε σχέση με τον κομμουνισμό. Ο Εκπαιδευτικός Όμιλος ιδρύθηκε από πολλούς εθνικιστές και σε μια εποχή όπου ελληνική άρχουσα τάξη έκαμε την ισχυρότατη εθνικιστική της προσπάθεια. Ο Όμιλος επιδοκίμαζε τη γενική εθνικιστική τάση της εποχής, να συμπέσουν απόλυτα τα όρια έθνους και κράτους. Επιδοκίμαζε ακόμα την πολιτική “ των ιστορικών δικαιωμάτων” και των “ιστορικών ορίων του κράτους”.

Ταυτόχρονα όμως μερικά μέλη του υποστήριζαν μια ανώτερη “ανθρωπιστική” αντίληψη της πατρίδας. Δεν ήθελαν να καλλιεργή το σχολείο το τυφλό εθνικό μίσος.

Και όμως, όπως και στα θρησκευτικά, αντιμετώπιζε πάντα ο Όμιλος κατηγορίες για “αντεθνικότητα”. Τα αντιδραστικά στοιχεία της ελληνικής κοινωνίας που κυριαρχούσαν πνευματικά ως τότε, θεωρούσανε για κίντυνο της κυριαρχίας τους την επικράτηση της δημοτικής. Άκροι εθνικιστές, πατριδοκάπηλοι, δημοτικοί γλωσσολόγοι, που έχαναν το ζήτημα στο καθαρά επιστημονικό επίπεδο, ύψωναν για εκφοβιστικό επιχείρημα στην αδιαφώτιστη λαϊκή μάζα τους “εθνικούς κινδύνους”.

Η παλιά αυτή ταχτική μ’ όλους τους ολοφάνερους παραλογισμούς της σαν αυτόν, που ως τα 1912 παρουσίαζε τους δημοτικιστές για εξαγορασμένα όργανα του Πανσλαυβισμού και μόλις άλλαξε το καθεστώς στη Ρωσσία δε δίστασε να τους παρουσιάση για όργανα του κομμουνισμού, ήταν και είναι πάντα όπλο δοκιμασμένο και αποτελεσματικό στα χέρια των εκμεταλλευτών.

  1. Εθνικιστικές, σοσιαλιστές και κομμουνιστές

Η αλήθεια είναι άλλη. Ο Όμιλος ευτύς από την ίδρυσή του είχε μέσα στους κόλπους του εχτός από πολλά συντηρητικά μέλη του και μερικά μέλη σοσιαλιστικά διαφωτισμένα. Από τα μέλη αυτά έμειναν μόνο θεωρητικοί ή ρωμαντικοί σοσιαλιστές και συμμορφώθηκαν σε όλα με τα κινήματα της ελληνικής αστικής τάξης. Ήταν οι “κοινωνιολόγοι” διαφωτισμένοι αστοί ανάλογα με τους διαφωτισμένους φεουδάρχες της Ευρώπης τον 18ο αιώνα. Αυτοί σήμερα ταυτίστηκαν με τις ιδέες των συντηρητικών του Ομίλου νομίζοντας άκαιρη και ολέθρια κάθε ουσιαστική αντιμετώπιση των προβλημάτων για λόγους σκοπιμότητας.

Άλλα από τα μέλη του Ομίλου ήταν εξελιχτικοί σοσιαλιστές, που επειδή βλέπανε πώς ο λαός ήταν ολότελα καθυστερημένος και πως δεν υπήρχανε ακόμα οι αντικειμενικοί όροι για μια πραγματική σοσιαλιστική κίνηση, συνεργάστηκαν στη δημοτικιστική κίνηση, συνεργάστηκαν στο δημοτικιστικό αγώνα, πιστεύοντας τον σαν αναγκαίο προπαρασκευαστικό στάδιο ως που να δημιουργηθούν οι όροι εκείνοι.

Αυτοί βάζανε για μόνη προϋπόθεση της συνεργασίας τους να μην υψώση ποτέ ο Όμιλος “όρια προς τα αριστερά”.

Τέλος τον τελευταίο καιρό, που δημιουργήθηκε και στην Ελλάδα κίνημα κομμουνιστικό, ήταν στον  Εκπαιδευτικό Όμιλο και λίγα μέλη με καθαρή κομμουνιστική ιδεολογία ή συμπαθητικά στον κομμουνισμό. Αυτή είναι η απόλυτα αντικειμενική κατάσταση του Ομίλου. Η κατάσταση αυτή, που αντικαθρεφτίζει και την κοινωνική σύνθεση του τόπου και την κίνηση των δημιουργικών στοιχείων της ελληνικής κοινωνίας, εξηγεί πως και η γραμμή και της θεωρητικής και της πραχτικής δράσης του σωματείου δεν είχε βγη ως τώρα από το πλαίσιο του αστικού εθνικισμού. Επικρατούσαν τα συντηρητικά στοιχεία.

Ταυτόχρονα, όμως η εξέλιξη των αντικειμενικών όρων της ελληνικής ζωής εξηγεί, γιατί τα προοδευτικά στοιχεία σιγά- σιγά πλήθαιναν και δυνάμωναν μέσα στον Όμιλο έτσι που την κρίσιμη στιγμή αντιτάχτηκαν αποτελεσματικά στις απαιτήσεις των συντηρητικών. Γι’ αυτό, όταν διατυπώθηκε η απαίτηση να γραφτή στο πρόγραμμα του Ομίλου η “συνειδητή εθνική αγωγή” σαν αναπόσπαστο στοιχείο της έννοιας της αγωγής, τότε για τα προοδευτικά μέλη του Ομίλου γεννήθηκε ζήτημα αρχής. Είδαν  να υψώνονται και μ’ αυτό, όπως και με τα άλλα δύο ζητήματα, τα “όρια προς τα αριστερά”, δηλαδή η κατάλυση του προοδευτικού χαρακτήρα του σωματείου.

  1. Εθνική αγωγή”, “εθνικό σύνολο”, “εθνική αυτοσυντήρηση”.

Έπρεπε λοιπόν να ξεκαθαριστή το πολυσήμαντο περιεχόμενο των όρων εθνική αγωγή, εθνικό σύνολο, εθνική αυτοσυντήρηση.

Γιατί γύρω από τις έννοιες αυτές, όπως και γύρω από την έννοια “θρησκευτικό συναίσθημα” μπορεί να γίνεται ένα παιχνίδι από λέξεις που να αποσκεπάζη και τις πιο άκρατες πισωδρομικές αντιλήψεις.

Η έννοια του συνόλου που χρησιμεύει για σύνορο στην κοινωνική συνείδηση των ανθρώπων κάθε εποχής, αλλάζει κάθε φορά. Σε άλλους καιρούς ήταν το γένος, η φατρία, η φυλή, το άστυ το κράτος, η θρησκευτική ολότητα, ο μονάρχης.

Αν μάλιστα η έννοια του εθνικού συνόλου χρησιμοποιείται από τη μια μεριά για να στηρίζονται αντιθέσεις, μίση, φυλετικές προκαταλήψεις που γίνονται εμπόδιο στην ανάπτυξη των αντικειμενικών όρων που τείνουν να ενώσουν τους ανθρώπους σε υπερεθνικές ενότητες και από την άλλη μεριά χρησιμοποιείται για να σκεπάζη τις εσωτερικές αντιθέσεις συμφερόντων και να διακιολογή τη διατήρηση της κοινωνικής αδικίας και τις εκμετάλλευσης, που υπάρχει, τότε η έννοια του εθνικού συνόλου γίνεται εμπόδιο στην ανάπτυξη του ανθρωπισμού και είναι ασυμβίβαστη με την ανθρωπιστική αγωγή. Δεν πρέπει να ξεχνάη κανένας πώς το πρόσχημα του “συμφέροντος της ολότητας” μίλησαν όλες οι τυρρανίες σε όλες τις εποχές. Και η σημερινή άρχουσα τάξη δεν κάνει εξαίρεση σ’ αυτό. Γι’ αυτό η έννοια του έθνους πρέπει να περιοριστή μέσα στην περιοχή της παιδείας σε ό,τι πραγματικά αποτελεί την ιδιοτυπία και την ενότητα του πολιτισμού ενός λαού.

Γλώσσα, τέχνη, ήθη και έθιμα, όσο και είναι ζωντανά και όπως διαμορφώνονται από την εξέλιξη των αντικειμενικών όρων της ζωής και από την αλληλεπίδραση των σημερινών πολιτισμένων λαών, πρέπει ν’ αποτελούν τα στοιχεία της εθνικής αγωγής.

Με την ίδια προσοχή πρέπει να αντικρίσωμε και την έννοια της “εθνικής αυτοσυντήρησης” ή την “αυτοσυντήρηση του εθνικού συνόλου”.

Γιατί και εδώ η αοριστία του όρου μπορεί να χρισιμέψη για να αποσκεπάση την πιο μαύρη κοινωνική αντίδραση. Η αυτοσυντήρηση του συνόλου δεν είναι αξία απόλυτη, εξαρτιέται από την ποιότητα του συνόλου. Όσο το σύνολο είναι χωρισμένο σε ανταγωνιζόμενες κοινωνικές τάξεις τότε, όπως βεβαιώνει όλη η ζωή η ως τα σήμερα ιστορική εμπειρία, οι κοινωνικές τάξεις θα προτιμούν  τη δική τους αυτοσυντήρηση από τη συντήρηση του συνόλου.

Γι’ αυτό η έννοια της αυτοσυντήρησης του συνόλου δε μπορεί να σταθή σαν κάτι απόλυτο, δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να κρύβη κάτω από αυτήν τη συντήρηση της κυρίαρχης τάξης και των συμφερόντων της.

Δεν μπορεί λοιπόν σήμερα να χρησιμέψη για απόλυτη αξία της παιδείας η έννοια αυτή.

Αυτό όμως δε σημαίνει κήρυγμα θεληματικής υποταγής σ’ ένα ξένο καταχτητή.

Η σοσιαλιστική κίνηση, που ζητάει να μεγαλώση τη λευτεριά του λαού απέναντι στη εσωτερική σκλαβιά, όχι μόνο αποκρούει φυσικά κάθε μορφή εξωτερικής σκλαβιάς παρά ζητάει με το να  δυναμώνη την αλληλεγγύη των αδικημένων κοινωνικών τάξεων, να αυξήση τη λευτεριά σ’ όλους τους λαούς.

Τις αντιλήψεις αυτές διατυπώσανε οι προοδευτικοί στην ακόλουθη αρχή:

“ Ως προς το πρόβλημα της εθνικής αγωγής και τις κατηγορίες για αντεθνικότητα  που επίσης αντίκρισε ο Όμιλος, θεωρεί χρέος του να διακυρήξη πως για το περιεχόμενο της έννοιας “εθνική αγωγή” αναγνωρίζει μόνο να στηρίζεται η παιδεία στα ζωντανά στοιχεία του πολιτισμού, που αποτελούν τα χαραχτηριστικά γνωρίσματα του λαού μας, όπως αυτά κάθε φορά διαμορφώνονται. Επομένως δεν πρέπει να γίνεται εκμετάλλευση της έννοιας του εθνισμού, είτε και της εθνικής αγωγής με την καλλιέργεια του σωβινισμού, ούτε να ταυτίζεται η έννοια του έθνους με τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης”.

12 . Ο δάσκαλος και η λευτεριά της σκέψης του

Πάνω στη συζήτηση όμως παρουσιάστηκε και ένα τέταρτο σημείο αντιγνωμίας με όμοιο χαρακτηριστικό. Οι συντηρητικοί δηλαδή έφερναν ένα έμμεσο επιχείρημα επιχείρημα για τις απόψεις τους.

Ο δάσκαλος, έλεγαν, ούτε μπορεί, ούτε είναι σωστό να δεχτή αντιλήψεις, που τον βγάζουν έξω από το έργο του, τον κάνουν πολιτικό.

Η επαγγελματική μάλιστα αντίληψη του δασκάλου για τη σχέση του με το κράτος, να το θεωρή ο δάσκαλος το κράτος για εργοδότη του και τον εαυτό του για εργάτη, αφαιρεί τον καθαρά ιδεολογικό χαραχτήρα αυτής της σχέσης. Ο δάσκαλος παύει να είναι ιεροφάντης μιας υψηλής κοινωνικής λειτουργίας και γίνεται ένας μισθωτός. Ένας εργάτης με συμφέροντα αντίθετα με τον εργοδότη του.

Το βαθύτερο νόημα της επιχειρηματολογίας αυτή ήταν, πως ο δάσκαλος δε θα μπορή να είναι μέλος του Εκπαιδευτικού Ομίλου, αν γίνει σωματείο προοδευτικό, όπως το θέλουν οι ριζοσπαστικοί  και ακόμα περισσότερο, πως το κράτος έχει το δικαίωμα και να εμποδίση με τη βία και να τιμωρήση το δάσκαλο, που θα ήθελε να είναι μέλος ενός τέτοιου σωματείου.

Έτσι συμπληρώνοντας την αντιδραστική τους μεταστροφή τα συντηρητικά μέλη του Ομίλου, έφτασαν να δεχτούν και να υψώσουν την κρατική βία φόβητρο και εμπόδιο στην ελεύθερη σκέψη.

Γι’  αυτό ήταν ανάγκη να τονιστή πια μέσα στις προγραμματικές αρχές του Ομίλου το δικαίωμα του δασκάλου πρώτα – πρώτα να στοχάζεται και να έχη γνώμη για τα εκπαιδευτικά ζητήματα, μα και ακόμα τη γνώμη του αυτή να την ανακοινώνη στους συναδέλφους του και να συνεργάζεται μαζί τους για να διαφωτίση την κοινωνία για αυτά. Γιατί ο δάσκαλος δε γίνεται ποτέ πολιτικός με το να σκέφτεται, πως θα καλυτερέψη η παιδεία και να ζητάη να φωτίσει και τους άλλους, έτσι που η σκέψη του να γίνη αναγνωρισμένη πράξη ή κατάσταση. Έτσι μόνο εχτελεί σωστά το χρέος του και απέναντι στο κράτος και στην κοινωνία. Η αντίθετη αντίληψη ίσα ίσα είναι εκείνη, που κάνει το δάσκαλο ένα απλό και άψυχο μισθωτό όργανο, του αφαιρεί την κυριώτερη προϋπόθεση της προσωπικότητας δηλαδή τη λεύφτερη σκέψη και τον κάνει από ιεροφάντη μιας κοινωνικής λειτουργίας ένα απλό πνευματικό προλετάριο, που δουλεύει μηχανικά για να κερδίση ένα κομμάτι ψωμί.

Και ούτε είναι διαφορετικό το αποτέλεσμα, αν πη κανένας, πώς έχει το δικαίωμα να στοχάζεται λεύτερα ο δάσκαλος, όμως δεν έχει δικαίωμα, να ανακοινώση σε άλλους τη γνώμη του και να συνεργάζεται μαζί τους για να αλλάξη την πραγματικότητα. Πώς θα αφαιρέσουμε από το δάσκαλο τι δικαίωμα αυτό, που έχει κάθε άνθρωπος και κάθε μέλος της κοινωνίας;

Μπορεί βέβαια η βία της άρχουσας τάξης να πνίγη το δικαίωμα αυτό. Το κράτος όμως που γίνεται όργανο αυτής της βίας πώς θα δικαιολογηθή ; Αν όπως λέει, αντιπροσωπεύη το σύνολο, τότε δεν έχει δικαίωμα να καταπνίγη τη γνώμη της μειονότητας, που με το καιρό μπορεί να γίνει και πλειονότητα. Αν ομολογήση ότι είναι κράτος βίας, τότε θα του αντιταχτή δικαιωματικά μια άλλη οποιαδήποτε βία, μικρή ή μεγάλη. Ο δάσκαλος, που θα υποχρεωθή, να καταπνιγή η σκέψη του, θα γίνη διπλά σκλάβος ή θα καταντήση ένας ψυχικά ανάπηρος άνθρωπος ανίκανος πια να μορφώση άλλους ή θα γίνη ένας κρυφός επαναστάτης γεμάτος πίκρα και μίσος, που θα περιμένη τη στιγμή για να τινάξη στον αέρα το καθεστώς, που του αφαιρεί ολότελα τον ανθρωπισμό του.

Δεν θα κέρδιζε τίποτα λοιπόν το κράτος και η παιδεία με μια τέτοια ταχτική. Αυτή η λογική ανάγκασε λαούς πολιτισμένους σαν τον Αγγλικό, Γαλλικό, Γερμανικό να αναγνωρίζουν στο δάσκαλο το δικαίωμα της ελέφτερης σκέψης και γνώμης. (Στη Γαλλία π.χ η ομοσπονδία των σοσιαλιστών δασκάλων έχει 70 χιλιάδες μέλη και η κομμουνιστική 40 χιλιάδες ).

Τις αντιλήψεις αυτές διατυπώσανε οι προοδευτικοί του Ομίλου στην ακόλουθη αρχή :

“ Φυσικός και κύριος εργάτης της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης είναι ο δάσκαλος. Επομένως ο Εκπαιδευτικός Όμιλος φρονεί, ότι ο δάσκαλος χωρίς να παραβαίνη τους νόμους και τα προγράμματα του Κράτους κατά την εχτέλεση του έργου του μέσα στο σχολειό, έχει όχι μόνο το δικαίωμα της ελεύτερης σκέψης μα ακόμη και το δικαίωμα σαν άτομο και σαν ομάδα να διαφωτίζη την κοινωνία και να συντελή στην αναδιαμόρφωση της παιδείας. Ο Εκπαιδευτικός Όμιλος θεωρεί ηθική του υποχρέωση να προστατέψει αυτά τα δικαιώματα των δασκάλων” .

  1. Η τελική ψηφοφορία και το συμπέρασμα από τη συζήτηση.

 Η τελική ψηφοφορία για την εκλογή της Διοικητικής Επιτροπής του Ομίλου έδωκε τη νίκη στις αρχές των προοδευτικών.

Γιατί αναγνωρίστηκαν από την πλειοψηφία των μελών της γενικής συνέλευσης τα ακόλουθα βασικά γεγονότα .

Α) Ότι ο Όμιλος με το να αναγνωρίζη, οδηγημένος από την κοινωνιολογική επιστήμη, τις πραγματικές κοινωνικές δυνάμεις, που μπορούν να κινηθούν για να πραγματοποιηθή η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, δεν αλλάζει χαραχτήρα δεν γίνεται σωματείο πολιτικό και δεν παύει να είναι σωματείο εκπαιδευτικό. Ίσα – ίσα αποχτάει πραγματικό στήριγμα για την εκπαιδευτική του πολιτική.

Β) Ότι αν ο Όμιλος μείνη τυφλά προσκολλημένος στις γραμμές που χάραξε η δράση ορισμένων μελών του μέσα στο κράτος ως τώρα, αφήνει να εκφυλιστή η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση σε καθαρά μορφική. Η  γλωσσική μεταρρύθμιση μόνη της δεν αποτελεί ουσιαστική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση.

Γ) Ότι η απλή μεθοδολογική μεταρρύθμιση δηλ. η εισαγωγή των αρχών του σχολείου εργασίας, αίτημα που διατυπώνουν και οι καθαρευουσιάνοι παιδαγωγοί, δε φτάνει, κι αν ακόμα είναι συνδυασμένη με τη γλωσσική μεταρρύθμιση για να δώση ουσιαστικό χαραχτήρα στη λαϊκή εκπαιδευτική μεταρρύθμιση.

Δ) Ότι οι αρχές των συντηρητικών για τον υπερταξικό χαραχτήρα της παιδείας, για τη θρησκευτική και την εθνική αγωγή αποτελούν αναμφισβήτητα γνωρίσματα αντιδραστικής μεταστροφής, που θα οδηγήσουν σιγά – σιγά μόνο σε ουσιαστική σύμπτωση με τους καθαρευουσιάνους, μα θα ανοίξουν το δρόμο και στον εκπαιδευτικό φασισμό, στην εκπαιδευτική θεωρία της αστικής απολυταρχίας. Ένας παραλληλισμός με τις εκπαιδευτικές θεωρίες του ιταλικού φασισμού δείχνει το πράγμα ολοφάνερα.

Ε) Ότι αν γινόταν δεχτά τα αιτήματα των συντηρητικών ο Εκπαιδευτικός Όμιλος θα άλλαζε χαραχτήρα, σκοπό και κατεύθυνση, και αντί να βοηθή την αναμόρφωση της ελληνικής παιδείας με την τάση να υψώση το λαό, θα βοηθούσε να στερεώνεται ουσιαστικά η κυριαρχία των λίγων εις βάρος του λαού. Η λαϊκή εκπαιδευτική μεταρρύθμιση θα γινόταν αντιλαϊκή εκπαιδευτική μεταρρύθμιση.

ΣΤ) Και τέλος ο Εκπαιδευτικός Όμιλος φαινομενικά μόνο θα καταπολεμούσε τον ελληνικό μεσαίωνα πραγματικά, θα ήταν σύμμαχος του.

Έτσι με τη νίκη των προοδευτικών στοιχείων του ο Εκπαιδευτικός Όμιλος πέτυχε να διατηρήση το βασικό του χαραχτήρα σα σωματείο εκπαιδευτικής πρωτοπορείας, πέτυχε να συγχρονιστή με την κοινωνική κατάσταση της Ελλάδας και να πατήση σε βάση ακλόνητη, πέτυχε να πλατύνη και να βαρύνη την προοπτική της δράσης του και να σταθή πραγματικά δίπλα στον λαό, στις ανάγκες, στις στερήσεις του, στους πόθους του και να τον βοηθήση στην εξύψωσή του. Πέτυχε να ανοίξη το δρόμο στη συνεννόηση με τα ανάλογα εκπαιδευτικά κινήματα όλων των λαών που αγωνίζονται για να εξυψωθούν σπάζοντας τα πνευματικά τους δεσμά. Πέτυχε να βρεθή πραγματικά δίπλα στο δάσκαλο, συναγωνιστής στον σκληρό του αγώνα, σύμβουλος και οδηγητής του  και πέτυχε τέλος να δημιουργήση τις μόνες αληθινές δυνατότητες για μια θετική δράση για την παιδεία και τον πολιτισμό μας.

Και τώρα μπορεί να αντικρίση δημιουργικά και αναπλαστικά τη σύχρονη παιδεία μας και τα προβλήματά της.

14 . Η αποσύνθεση της ελληνικής παιδείας

Ποια είναι η σημερινή κατάσταση της ελληνικής παιδείας;

Η ελληνική παιδεία παρουσίασε πολύ έντονα όλα τα γνωρίσματα της αθλιότητας του κοινωνικού και πνευματικού καθεστώτος, που κυριάρχησε από τον καιρό της Επανάστασης του 1821. Φεουδαρχισμός με κούφιες αστικές φόρμες στην πολιτική και κοινωνική ζωή, αρχαϊσμός, ολιγαρχικό πνεύμα και αντιλαϊκότητα στην παιδεία.

Μετά από 100 χρόνια λεύτερης ζωής ο περιούσιος λαός είναι κατά 50% αναλφάβητος, δηλαδή στο τελευταίο σκαλοπάτι της αγραμματωσύνης μέσα στην Ευρώπη. Οι άρχοντες του και οι επίσημοι πνευματικοί του αντιπρόσωποι τον απατούν αναίσχυντα. Δισεκατομμύρια, στραγγισμένα από τον ιδρώτα του λαού, μεταμορφώθηκαν σε κολοσσαίες περιουσίες τοποθετημένες στο εξωτερικό αφορολόγητες και στα παιδιά του λαού το κράτος παρέχει ως σήμερα σταύλους για σχολειά, θρανία στρεβλωτικά και άχυρα για πνευματική τροφή. Και ο λαός προτιμάει την αγραμματωσύνη από τον όλεθρο της υγείας του και από το στρέβλωμα του νου. Το μόνο που προσπάθησε να οργανώση ο κοτζαμπασισμός, μια υπερτροφική Μέση παιδεία, έχει και αυτή όλα τα γνωρίσματα του μεσαίωνα και είναι το ίδιο αντιλαϊκή στην ουσία της, παραστρατημένη και άκαρπη .

Όσο για το βαθύτερο πνευματικό της περιεχόμενο περνάει και αυτή τα τελευταία τριάντα χρόνια μια περίοδο καθαρά αποσυνθετική.

Τα παλιά της ιδανικά, που την κυριάρχησαν όλο το δέκατο ένατο αιώνα έπεσαν συντρίμμια και κανένας δεν πιστεύει ειλικρινά σ’ αυτά.

Ποιος πιστεύει σήμερα στην ανάσταση του αρχαίου πολιτισμού, ποιος πιστεύει ειλικρινά στην ανάσταση των εξωτερικών μορφών του, ποιος πιστεύει ειλικρινά και σ’ αυτό το ξερό γλωσσογραμματικό ιδανικό;

Μα ενώ έλειψε η πίστη σ’ αυτό το άπιαστο, ρωμαντικό και σχολαστικό κατασκεύασμα, μήπως αναπληρώθηκε με μια σωστή αντίληψη και μια ιστορική κατανόηση του αρχαίου κόσμου, έτσι που να αντικαταστήση το συντριμμένο είδωλο;

Η Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου ούτε στον ψευτοκλασικισμό πιστεύει πραγματικά, ούτε ένα νεοκλασικισμό καλλιεργεί, ούτε από μια καθαρή επιστημονική αντίληψη του αρχαίου κόσμου έχει ιδέα. Ένα τυφλό επαγγελματικό πείσμα κρατάει σήμερα κλειστά τα μάτια των κλασικιστών. Η ψυχή τους είναι άδεια, μα δε τολμούν να  ανοίξουν τα μάτια τους και ν’ αντικρίσουν την πραγματικότητα.

Μα δεν είναι μικρότερη η ολιγοπιστία και η κενότητα μέσα στις ψυχές και για το θρησκευτικό και πατριωτικό ιδανικό, χωρίς στη θέση τους να έχει μπη τίποτα άλλο.

Και αυτό ακόμη το ιδανικό της απλής πολυμάθειας ή της ακριβολογημένης γνώσης είναι ξεπεσμένο.

Όλο ο μηχανισμός της παιδείας μας κινιέται αυτόματα και μηχανικά πάνω στα παλιά καλούπια, μα δεν αλέθει πια ούτε στάρι ούτε καν σκύβαλα. Τρίζουν απαίσια τα σκουριαμένα σιδερικά του.

Αυτό το αποσυνθετικό φαινόμενο μη μπορώντας ή μη θέλοντας να το εξηγήσουν οι πρόμαχοι των περασμένων το αποδίδουν στους “μαλλιαρούς” και στην ολέθρια “μεταρρύθμιση”.

Ενώ είναι αλήθεια ότι η μεταρρυθμιστική κίνηση, που αντιπροσώπευε τις ιδέες της νέας αστικής τάξης, δεν πρόφτασε να φέρη μέσα στην παιδεία τις δικές της ιδέες.

Δεν κατάχτησε το Πανεπιστήμιο, ούτε τα Διδασκαλεία  του Κράτους, δεν έκαμε προγράμματα νέα, οργάνωση σχολείων νέα. Δεν άλλαξε το εσωτερικό πνεύμα της παιδείας.

Δεν πρόφτασε παρά μόνο να φέρη τη δημοτική γλώσσα στις τέσσερις πρώτες τάξεις του δημοτικού σχολείου και να κρούση τη ψυχή των δασκάλων, φέρνοντας τους το μήνυμα και τη λαχτάρα κάποιου νέου κόσμου, που δεν τους ανοίχτηκε ακόμα.

Έτσι έχουμε σήμερα παιδεία χωρίς ιδανικά και ιδανικά χωρίς παιδεία.

Νεοκλασικισμός, Δημοτικισμός, Συγχρονισμός, Δημοκρατική Παιδεία, Επιστημονισμός, Πραχτική Παιδεία, Τεχνική Παιδεία, Καλαισθητική Αγωγή δεν πρόφτασαν καν να πάρουν καθαρή μορφή στη συνείδηση των φωτισμένων της αστικής τάξης και αυτή έγινε και όλας δύσπιστη σ’αυτά, έχασε κάθε πεποίθηση στις νέες ιδέες γιατί έγινε συντηρητική και καχύποπτη και αναγκάζει τους πνευματικούς τους αντιπροσώπους να στραφούν πίσω και να αναζωογωνήσουν τον Μεσαίωνα να ξαναταριχέψουν τους νεκρούς.

Δισταχτική, αναποφάσιστη, πισωδρομική η άρχουσα τάξη αφήνει να ξεπέση οριστικά όλος ο εκπαιδευτικος της οργανισμός σε μια συμφεροντολογική βιομηχανία προσοντούχων αγράμματων .

Oύτε να δαπανήση γι αυτή θέλει, ούτε να στοχαστή σοβαρά. Η οργάνωσή της είναι παλιά, άχρηστη, αντιλαϊκή, τα προγράμματα και οι μέθοδοι της καθυστερημένες, η διοίκηση της κακή, ο δάσκαλος φτωχός βιοπαλαιστής και άτελα μορφωμένος, τα χτίρια της σταύβλοι, τα διδαχτικά μέσα πρωτόγονα ή ανύπαρχτα . Και όμως το κράτος θέλει οικονομίες από την παιδεία, το κράτος με εξήμισυ εκατομμύρια ψυχές ξοδέβει για όλη τη δημοτική και μέση παιδεία, τα μισά από όσα ξοδέβει μόνο η συντριμμένη από τον πόλεμο πόλη της Βιέννης με πληθυσμό 1.800.000 για τα δικά της δημοσυντήρητα σχολεία!

  1. Τα τρία μεταρρυθμιστικά ρεύματα

Απέναντι σε αυτή την κατάσταση έχομε τρία μεταρυθμιστικά ρεύματα :

Α) το καθαρευουσιάνικο

Β) το συντηρητικό δημοτικιστικό

Γ) το ριζοσπαστικό δημοτικιστικό (σοσιαλιστές)

Α. Η καθαρευουσιάνικη μεταρρύθμιση

Οι καθαρευουσιάνοι δεν αρνούνται να γίνει η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Μόνο στα 1892 εποχή της απόλυτης κυριαρχίας του Κοντισμού, η φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου των Αθηνών “απεφάνθη” πως πάντα της ημετέρας παιδείας έχουσι καλώς και ουδεμιάς χρήζουν μεταβολής.

Τώρα όμως αναγκασμένοι από τη γενική δυσαρέσκεια δέχονται πως είναι ανάγκη να γίνη αλλαγή σε δύο μόνο σημεία α) στην οργάνωση β) στη μέθοδο διδασκαλίας .

Για την οργάνωση δέχονται να αυξηθούν τα χρόνια της υποχρεωτικής φοίτησης στο δημοτικό και σε 6 και σε 8 . Με το άλλο όμως χέρι εκμηδενίζουν αυτή την ενισχυση του Δημοτικού Σχολείου, γιατί υπστηρίζουν με όλη τους τη δύναμη, ότι τα παιδιά που θα φοιτήσουν στα σχολειά της Μέσης Παιδείας πρέπει να φεύγουν από το δημοτικό σχολείο από την τετάρτη. Έτσι τα “Ελληνικά σχολεία” θα διατηρηθούν ή όπως είναι τώρα ή θα μεταρρυθμιστούν. Και με αυτόν τον τρόπο γκρεμίζεται κάθε προσπάθεια για το δημοτικό σχολείο και ο ολιγαρχικός χαρακτήρας της παιδείας μας παραμένει ακέραιος. Δέχονται ακόμη οι καθαρευουσιάνοι να διαιρεθούν τα Γυμνάσια σε κλασικά και πραχτικά. Όσο για τη μέθοδο της διδασκαλίας και της αγωγής το μιμητικό και αντιγραφικό πνεύμα, που κυριαρχεί σε όλα τα φανερώματα του καθαρευουσιανισμού, τους έκαμε φανατικούς υποστηριχτές του “σχολείου εργασίας”. Μα πόσο εξωτερικός και επιπόλαιος ο τρόπος , που το καταλαβαίνουν, φαίνεται από το καταπληχτικό γεγονός, που πιστεύουν ότι μπορεί να υπάρξει σχολείο εργασίας με καθαρεύουσα.

Το καθαρευουσιάνικο λοιπόν μεταρρυθμιστικό ρεύμα είναι καθαρά εξωτερικό. Δεν αγγίζει κανένα από τα ουσιαστικά προβλήματα της παιδείας.

Δεν έχει καμιά σχέση με την κίνηση του πολιτισμού, με τις κοινωνικές ανάγκες και ροπές , με τις ιδεολογικές μεταβολές, που έγιναν στο σύγχρονο κόσμο και στον ελληνικό και στον ξένο. Η βασική τους αρχή μπορεί να διατυπωθή έτσι : “ Όλα τα παλιά είναι καλά φτάνει να στηριχτούν, όπως πρέπει, με μια καλή μέθοδο διδασκαλίας και αγωγής” .

Και φυσικά περιμένουν κάθε μεταρρύθμιση από την καλή θέληση εκείνων που κυβερνούν.

Β. Το συντηρητικό δημοτικιστικό ρεύμα

Το συντηρητικό δημοτικιστικό ρεύμα, όπως μάλιστα παρουσιάστηκε στην τελευταία γενική συνέλευση του Ομίλου παρουσιάζει μόνο τα τυπικά χαρακτηριστικά της αστικής αναγέννησης. Όσο για την ουσία όμως φανερώνει καθαρά την αντιδραστική μεταστροφή.

Η σπουδαιότερη διαφορά του από τους καθαρευουσιάνους είναι στη γλώσσα, διαφορά καθαρά μορφική. Η δεύτερη διαφορά, η κάπως βαθύτερη, που παρακολουθεί τη γλώσσα δηλ. αναγνώριση της νεοελληνικής παράδοσης, της “νεοελληνικής πραγματικότητας”, που ως τώρα αρνιούνται οι καθαρευουσιάνοι, καταντάει το ίδιο τυπική και εξωτερική ύστερα από το στατικό και αναδρομικό χαραχτήρα, που θέλουν να δώσουν σ’ αυτή την παράδοση οι συντηρητικοί δημοτικιστές.

H τυπική προσκόλληση σε μια παράδοση είτε αρχαία είτε νέα, είναι ουσιαστικά το ίδιο πράγμα και η διαφορά είναι εξωτερική.

Όσο μάλιστα οι συντηρητικοί δημοτικιστές αρνιούνται την προσαρμογή της παιδείας στον αντιθετικό δυναμισμό των κοινωνικών τάξεων, όσο δέχονται την καλλιέργεια του θρησκευτικού συναιστήματος και τη διδασκαλία ωρισμένου θρησκευτικού δόγματος, όσο καθιερώνουν ένα στατικό εθνισμό για απαραίτητο στοιχείο της αγωγής, ουσιαστικά δεν γίνεται τίποτα άλλο παρά μια προσπάθεια να στηριχτούν αξίες που σήμερα πια εξυπηρετούν τη συντήρηση ωρισμένου κοινωνικού καθεστώτος.

Γι’ αυτό το συντηρητικό δημοτικιστικό ρεύμα σε όλα τα ουσιαστικά σημεία δεν παρουσιάζει καμιά διαφορά από τον καθαρευουσιανισμό.

Το ότι δέχεται και υποστηρίζει τη μέθοδο του σχολείου εργασίας ή την αλλαγή της σχολικής οργάνωσης δεν αλλάζει τίποτα στο βάθος.

Γιατί, όσο για τη σχολική οργάνωση δεν ξέρομε ακόμα , ποια μορφή θα δεχτή οριστικά, ώστε να κρίνουμε, αν δεν θα ταυτιστεί με τα ολιγαρχικά μεταρρυθμιστικά σχέδια, που εδώ και στην Ευρώπη  με επιστημονικά τάχα επιχειρήματα, παρμένα από τη ψυχολογία του παιδιού, υποστηρίζονται. Και όσο για τη μέθοδο του σχολείου εργασίας φτάνει να αναφέρομε ότι ο αντιδραστικότατος Ιταλικός Φασισμός δέχεται και καλλιεργεί την ιδέα αυτή και θεωρητικά και πραχτικά πολύ έντονα.

Έτσι ο συντηρητικός δημοτικισμός μόνο εξωτερικές διαφορές παρουσιάζει με τον καθαρευουσιανισμό. Χαραχτηριστικό για την ουτοπία του είναι ότι περιμένει και αυτός κάθε καλυτέρεψη της παιδείας από την “καλή θέληση και το διαφωτισμό όλων των κομμάτων”.

Γ. Το σοσιαλιστικό δημοτικιστικό ρεύμα και οι εκπαιδευτικές αρχές του

Το σοσιαλιστικό δημοτικιστικό ρεύμα όπως παρουσιάστηκε στην τελευταία γενική συνέλευση του Ομίλου και όπως τείνει να διαμορφωθή τώρα, αντιπροσωπεύει την πιο βάσιμη, την πιο επιστημονική, την πιο ουσιαστική αντίληψη για μια εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που σκοπός της είναι να υψώση πραγματικά το επίπεδο του πολιτισμού του ελληνικού λαού.

Το σημαντικότερο στήριγμα του σοσιαλιστικού δημοτικιστικού ρεύματος είναι η επίγνωση των όρων και των συντελεστών μιανής λαϊκής Εκπαιδευτικής Μεταρρύθμισης. Από την επίγνωση αυτή πηγάζουν οι ακόλουθες αρχές.

1) Επειδή η σημερινή κοινωνία είναι αναμφισβήτητα ταξικά οργανωμένη και την κυριαρχία την έχει η αστική τάξη, όλοι οι κρατικοί οργανισμοί, άρα και η παιδεία, είναι συμμορφωμένοι με τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης. Τίποτα δε μπορεί να γίνει ενάντια στα συμφέροντά της από καλή της θέληση. Κάθε τι, που θα γίνει για το συμφέρο άλλων κοινωνικών τάξεων, θα προέλθη από δυναμική επιβολή.

2) Η τάξη, που κάθε φορά κυριαρχεί, έχει συμφέρο να μονοπωλή τα πνευματικά αγαθά, όπως έχει την τάση να συγκεντρώνη αποκλειστικά στον εαυτό της και τα υλικά αγαθά. Η πνευματική εκμετάλλευση είναι παρακολούθημα και μέσο της υλικής εκμετάλλευσης. Όπου παρουσιάζεται προοδευμένη λαϊκή παιδεία, πήγασε από τη δυναμική επιβολή των λαϊκών τάξεων.

3) Παιδεία λοιπόν αληθινά δημοκρατική με απόλυτη ισότητα και δικαιοσύνη και συμμετοχή όλων των πολιτών, αγοριών και κοριτσιών, στα πνευματικά αγαθά του πολιτισμού και με αντίστοιχη καλλιέργεια των ικανοτήτων τους, δε μπορεί να υπάρξη παρά μόνο σε μια κοινωνία, που δεν θα υπάρχουν κοινωνικές τάξεις και εκμετάλλευση. Το ιδανικό της σωστής παιδείας μόνο σε μια σοσιαλιστικά οργανωμένη κοινωνία μπορεί να πραγματοποιηθή.

4) Η σημερινή οργάνωση της ελληνικής παιδείας είναι από λόγους ιστορικής καθυστέρησης ασύμφορη και για την ίδια την αστική τάξη πολύ περισσότερο όμως είναι ολέθρια για την πνευματική πρόοδο όλων των λαϊκών τάξεων, του εργάτη, του αγρότη, του μικροαστού. Αυτοί, τα οχτώ δέκατα του λαού είναι σήμερα οι πραγματικά αδικημένοι.

Μα την πνευματική αδικία, όπως και την υλική, έχουν συμφέρο από όλους τους άλλους να την τινάξουν εκείνοι, που υποφέρουν περισσότερο απ’ αυτήν, δηλ. οι εργάτες και οι αγρότες. Αυτοί λοιπόν μαζί με τους μικροαστούς, που είναι το ίδιο αδικημένοι, όσο συνειδητοποιούν τα προβλήματά τους και αγωνίζονται για την εξύψωσή τους, μπορούν και πρέπει να είναι οι απαιτητές για μια λαϊκή εκπαιδευτική μεταρρύθμιση.

Η αστική τάξη μόνο όσο αναγκάζεται απ’ αυτούς, θα δίνει στους θεσμούς του κράτους λαϊκότερο χαραχτήρα και θα πραγματοποιή εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις.

5) Η παιδεία πρέπει να προπαρασκευάζη όλους τους πολίτες, αγόρια και κορίτσια, με απόλυτη, οργανικά εκφρασμένη αμεροληψία και ισότητα και αντίστοιχα με τις φυσικές ικανότητές τους, για τη ζωή και με τη ζωή.

6) Οι κυριώτατες μορφές της σημερινής ζωής είναι ο τεχνικός και ο γεωργικός πολιτισμός που και οι δύο γίνονται ολοένα και τελειότεροι με τη βοήθεια των φυσικών και οικονομικών επιστημών και της τεχνικής. Γι’ αυτό κυριαρχική έννοια και ιδανικό της σύγχρονης παιδείας πρέπει να είναι η έννοια της δημιουργικής εργασίας.

7) Την παιδεία πρέπει να κυβερνάη πνεύμα επιστημονικό, η εξελιχτική αντίληψη του φυσικού και ιστορικού “γίγνεσθαι”, η κατανόηση και η κυρίαρχηση του φυσικού και ηθικού κόσμου.

8) Το να κάμη τον άνθρωπο ικανό με βάση τη δημιουργική εργασία και την κοινωνική δικαιοσύνη να υψωθή μαζί με το κοινωνικό σύνολο προς την ελευθερία και τη χαρά της ζωής, αυτός είναι ο ιδανικός σκοπός της αγωγής.

9) Η κοινωνικότητα, που ολένα αυξάνει μέσα στον πολιτισμό επιβάλλει στην παιδεία να καλλιεργή συστηματικά το πνεύμα της ομαδικής εργασίας, της ευθύνης, της κοινωνικής αλληλεγγύης, του καθολικού ανθρωπισμού.

10) Στην ελληνική παιδεία πρέπει να χτυπηθή το ίδιο και ο ο ρωμαντικός ψευδοκλασικισμός και ο ρωμαντικός δημοτικισμός και ελληνοκεντρισμός. Η καλλιέργεια των στοιχείων του εθνικού πολιτισμού δεν πρέπει να γίνεται εμπόδιο για το ξάπλωμα και την αφομοίωση των στοιχείων του υπερεθνικού πολιτισμού. Το να εργαστούμε δημιουργικά και να ζήσουμε εντατικά μέσα στον πολιτισμένο κόσμο, επιδιώκοντας μίαν ενότητα ανθρώπινου πολιτισμού, πρέπει να νικάη την τάση να υψώσουμε εμπόδια στην ενότητα αυτή ιδιότυπα εθνικά στοιχεία, πού μόνο διακοσμητικό χαραχτήρα μπορεί να έχουν.

Οι αρχές αυτές καθορίζουν βέβαια μια εξέλιξη της παιδείας με μακριά προοπτική και η πραγματωσή τους θα χρειαστή μεγάλους αγώνες και πολύν καιρό.

Για το αμεσώτερο όμως μέλλον και μέσα στους σημερινούς αντικειμενικούς όρους, το δημοτικιστικό σοσιαλιστικό ρεύμα θα προσπαθήση με όλη του τη δύναμη να πραγματοποιηθούν τα ακόλουθα αιτήματα :

α) Το Κράτος να ξοδεύη για την παιδεία και μάλιστα για την λαϊκή ανάλογα με τη σημασία του οργανισμού αυτού. Οι σημερινές δαπάνες για την Παιδεία πρέπει τουλάχιστον να γίνουν ανάλογες με τις δαπάνες των άλλων αστικών κρατών της Δυτικής Ευρώπης.

β) Η διοίκηση της Παιδείας να περάση στα χέρια των δασκάλων και του λαού. Ζητούμε συνολική αποκέντρωση και αυτοδιοίκηση, όχι μόνο στα ζητήματα, που αφορούν την υποχρεωτική φοίτηση, τα σχολικά χτίρια, τα σχολικά μέσα και υλικά, τις υποτροφίες και τα βοηθήματα, τα βιβλία και το υλικό διδασκαλίας, που πρέπει να δίνονται δωρεάν στα άπορα παιδιά, καθώς και τα συσσίτια για αυτά όχι μόνο στα διοικητικά ζητήματα, μα και στα ζητήματα των προγραμμάτων, των διδαχτικών βιβλίων και όλου του οργανισμού της παιδείας.

γ) Ζητούμε νέα οργάνωση της παιδείας με βάση την εξύψωση του λαϊκού σχολείου. Ζητούμε από το κράτος να στρέψη όλη την προσοχή του και να διαθέση όλα τα μέσα για να λειτουργήση κανονικά και άνετα ένα συγχρονισμένο οχτάχρονο ενιαίο σχολείο. Ζητούμε να οργανωθή υποχρεωτική μετεκπαίδευση και επαγγελματική εκπαίδευση όλων των ειδών. Ζητούμε να αναδιοργανωθή η Μέση Παιδεία και τα σχολεία της να γίνουν πολύμορφα, αντίστοιχα με τις ικανότητες των παιδιών και τις κοινωνικές λειτουργίες.

Ζητούμε ακόμα να αναδιοργανωθή σύμφωνα με τις παραπάνω αρχές και προ πάντων τις αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης και της δημιουργικής εργασίας η ανώτερη Παιδεία και μάλιστα η Πανεπιστημιακή.

δ) Ζητούμε να αναθεωρηθούν τα προγράμματα των σχολείων. Γλώσσα της παιδείας πρέπει να είναι η δημοτική από το νηπιαγωγείο ως το πανεπιστήμιο και όλα τα διδαχτικά και τα βοηθητικά βιβλία όλων των τάξεων να γράφωνται στη δημοτική γλώσσα.

Η υποχρεωτική διδασκαλία των θρησκευτικών να καταργηθή από τα δημόσια σχολεία.

Από τα διδαχτικά βιβλία και τα προγράμματα να λείψη κάθε καλλιέργεια εθνικού φανατισμού και μίσους ενάντια σε άλλους λαούς.

Να δοθή εξαιρετική σημασία στην υγιεινή και στη σωματική αγωγή των παιδιών του λαού χωρίς όμως υποταγή της φυσικής αγωγής σε σκοπούς στρατιωτικούς.

ε) Ζητούμε να μελετηθή σοβαρά και να εισαχθή σε όλα τα είδη των Σχολείων η μέθοδος του σχολείου εργασίας και οι σχολικές κοινότητες, να ιδρυθούν πρότυπα σχολεία εργασίας και να γίνη κατάλληλη μετεκπαίδευση όλου του προσωπικού.

στ) Ζητούμε να αναδιοργανωθή η μόρφωση του διδαχτικού προσωπικού. Να ετοιμάζονται με κρατικά μέσα και με ανάλογες σπουδές αρκετοί δάσκαλοι σε όλα τα είδη των σχολείων και των μαθημάτων.

Οι δάσκαλοι κάθε βαθμού πρέπει να μορφώνονται “κατ’ αρχήν” σαν επιστήμονες. Γι αυτό πρέπει να αναδιοργανωθούν οι Πανεπιστημιακές σχολές, καθώς και τα διδασκαλεία του κράτους και να γίνουν σοβαρές εκπαιδευτικές αποστολές στο εξωτερικό.

ζ) Ζητούμε να εξομοιωθούν και να διαβαθμιστούν ενιαία οι δάσκαλοι όλων των σχολείων.

η) Ζητούμε να χτυπηθή ριζικά η αγραμματοσύνη και αμορφωσιά του λαού. Γι αυτό πρέπει να οργανωθή πλατειά Λαϊκή Μετεκπαίδευση γενική και τεχνική σε όλο το κράτος.

Οι αρχές και τα αιτήματα του σοσιαλιστικού δημοτικιστικού ρεύματος είναι σήμερα το πρόγραμμα του Εκπαιδευτικού Ομίλου. Η συζήτησή τους, η ανάπτυξη τους, η τροποποίησή τους, ο λεπτομερέστατος καθορισμός τους, η διατύπωση του περιεχομένου τους στο κάθε τι, θα είναι ένα από τα κύρια έργα του Ομίλου στις επιτροπές μελέτης, στις συγκεντρώσεις του, στις διαλέξεις του, στις συνελεύσεις του.

Ένα πρόγραμμα πλατύ θετικής και γόνιμης εργασίας ανοίγεται μπροστά στον Εκπαιδευτικό Όμιλο και τα μέλη του.

Πρόγραμμα, που θα φωτίση το λαό για τα πνευματικά δικαιώματά του και θα δώση στον εργάτη της Παιδείας βαθειά επίγνωση του έργου του, θα του γεμίση τη ψυχή μέ ένα ιδανικό, θα τον προετοιμάση για να γίνει αληθινός εργάτης του γενικού καλού, θα τον οπλίση με αυτοπεποίθηση και ενθουσιασμό και από απλό πνευματικό μεροκαματιάρη, που τον θέλη η αντίδραση, θα τον κάνη  αυτοσυνείδητο υπερήφανο οικοδόμο μιας καλύτερης κοινωνίας.

Όλοι τώρα έχουν μπροστά τους ολοκάθαρα και τους σκοπούς και την κατεύθυνση του Εκπαιδευτικού Ομίλου .

Ας κρίνουν, ας αποφασίσουν και ας τοποθετήσουν τον εαυτό τους εκεί, που η εσωτερική του ορμή και κλίση τους οδηγεί.

 

 

 

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here