Εκτύπωση
1ο ΜΕΡΟΣ: «Συνάντηση με το Διομήδη Κομνηνό»

Συγγραφή, επιμέλεια: Γιώτα Ιωαννίδου

(από τους αφηγητές – κείμενα για το Διομήδη Κομνηνό βασισμένα σε συνέντευξη του πατέρα του Γιάννη Κομνηνού – αποσπάσματα από το ποίημα «Σώπα, μη μιλάς» του Ασιζ Νεσίν)

Πέρασαν κιόλας 43 χρόνια…  Από τις 17 Νοέμβρη του 1973

Και να μαστε πάλι εδώ.  Να μιλήσουμε για την ιστορία και να μας μιλήσει κι αυτή.

Σ’ αυτό θα μας βοηθήσει ο Διομήδης. Για την ακρίβεια το σκισμένο, ματωμένο μπλουζάκι του.

Ο Διομήδης Κομνηνός ήταν ένας από μας. Δεκαεπτάχρονος μαθητής.

Μόλις είχε περάσει τις εξετάσεις του για το Πολυτεχνείο.

Ο πατέρας του έλεγε ότι «ήταν πολύ απασχολημένος με το διάβασμα και το φλερτ με τα κορίτσια».

Γεννήθηκε στα «πέτρινα χρόνια».  1949 – 1967 ανάμεσα

Σε μια ταραγμένη εποχή

Μεγάλωσε στην εποχή της χούντας. Στην εποχή του «Σώπα»

……σε μια εποχή που….

«Σώπα ο ενας, σώπα ο άλλος, σώπα οι επάνω, σώπα οι κάτω,
σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσα μας.
Στόμα είχαμε και μιλιά δεν είχαμε.
Φτιάξαμε το σύλλογο του «Σώπα».
και μαζευτήκαμε πολλοί,
μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη, αλλά μουγκή!»

…μα ο Διομήδης περίμενε και έλπιζε στη στιγμή που οι φθόγγοι και οι ψίθυροι θα γίνονταν από τραύλισμα κραυγή και όλοι θα μιλούσαν δυνατά και ελεύθερα.

Ο Διομήδης τα παρακολουθούσε όλα, από τους παράνομους ραδιοφωνικούς σταθμούς και τις κρυφές συζητήσεις. «Ήταν προβληματισμένος και πολιτικοποιημένος» έλεγε ο πατέρας του. «Είχε μια εσωτερική προετοιμασία για ότι θα συνέβαινε».

Γι’ αυτό βρέθηκε στην κατάληψη της Νομικής Σχολής στις 21 Φεβρουαρίου του 1973, μαζί με 4.000 φοιτητές. Κατά την εκκένωση της Σχολής από την αστυνομία χτυπήθηκε άσχημα. Μετά για μέρες κρυβόταν.

«Ήταν φυσικό λοιπόν να πάει και στο Πολυτεχνείο», εξομολογιόταν ο πατέρας του.

Βρέθηκε εκεί από την Τετάρτη 14 Νοέμβρη , όταν αποφασίστηκε η κατάληψη και δημιουργήθηκε η Συντονιστική Επιτροπή.

 Όταν κατέβηκαν εκατοντάδες εργάτες και μαθητές και κάναν την ημέρα γιορτή.

 «Ερχόταν κάποια ώρα στο σπίτι το πρωί για να πλυθεί, να αλλάξει και να ησυχάσει τη μητέρα του» λέει ο πατέρας.

Ήταν εκεί την Παρασκευή 16 Νοέμβρη όταν ήρθαν οι αγρότες από τα Μέγαρα.

Τότε που οι μαθητές  έκαναν μια μεγάλη, ανθρώπινη αλυσίδα από την πύλη της Στουρνάρα μέχρι το πρόχειρο ιατρείο για να μεταφέρουν γρήγορα τους τραυματισμένους.

Αυτοί που το πρωί έπαιζαν στο προαύλιο τώρα στέκονταν ώρες εκεί τραγουδώντας. Όρθιοι με έναν ματωμένο διάδρομο να έχει σχηματιστεί ανάμεσά τους.

Ο Διομήδης μετά την Παρασκευή το απόγευμα δεν ξαναγύρισε σπίτι. Μετέφερε τραυματίες. Γωνία 3ης Σεπτεμβρίου, Μάρνη και Αβέρωφ. Μία σφαίρα καρφώθηκε στην καρδιά του.

Η οικογένεια του και οι φίλοι πέρασαν νύκτα ξάγρυπνη. Όταν μετά τα μεσάνυχτα της Παρασκευής, προς  το Σάββατο 17 Νοεμβρίου, ένα τανκ έπεσε με ορμή πάνω στην κεντρική πύλη του Πολυτεχνείου, η ανησυχία κορυφώθηκε.

Οι νεκροί του Πολυτεχνείου δεν ήθελαν να πεθάνουν. Ούτε να γίνουν ήρωες. Αγαπούσαν τη ζωή στη μέγιστη έκφρασή της: την ελευθερία

Ο Διομήδης Κομνηνός ήταν ένας από μας. Δεν φοίτησε ποτέ στο Πολυτεχνείο αλλά το ματωμένο, σκισμένο μπλουζάκι του βρίσκεται πάντα εκεί. Και περιφρονεί τους επικήδειους. Θέλει όμως να μας θυμίζει ότι πάνε μπροστά την ιστορία όλοι αυτοί που στη σημαία τους γράφουν:  

«Ναι. Εμένα με νοιάζει»…

2ο ΜΕΡΟΣ: Θεατρικό «ΕΜΕΝΑ ΜΕ ΝΟΙΑΖΕΙ»

Το σενάριο γράφτηκε από τον Θωμά Μενεξέ (Πηγή)

Υπόθεση του έργου: Ο κ. Βαγγέλης και η γυναίκα του παίζουν κουμ-καν με τους φίλους τους την παραμονή του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967. Έξι χρόνια αργότερα ο κ. Βαγγέλης διαπιστώνει με έκπληξη ότι τα παιδιά του συμμετέχουν στην εξέγερση του Πολυτεχνείου

Πρόσωπα του έργου (7):

(1) κ. Βαγγέλης – (2) κ. Αφροδίτη (σπιτονοικοκύρηδες)
(3) κ. Αντρέας – (4) κ. Μυρτώ (φίλοι τους που παίζουν μαζί κουμ-καν)
(5) κ. Παναγιώτης (γείτονας του κ. Βαγγέλη – είναι κι αυτός στην παρέα του κουμ-καν)
(6) Πέτρος – (7) Έλλη (τα δύο παιδιά του κ. Βαγγέλη, που πηγαίνουν κρυφά στην εξέγερση του Πολυτεχνείου)

Αφηγητές:
από (4) ως (11) ανάλογα με το πλήθος των μαθητών της τάξης

Α΄ ΣΚΗΝΗ

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Η εξέγερση του Πολυτεχνείου έγινε στις 17 Νοέμβρη του 1973

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Ολα όμως είχαν ξεκινήσει πολύ νωρίτερα. 6 χρόνια πριν.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Στις 21 Απριλίου του 1967

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Αλλιώς είχε πέσει να κοιμηθεί η Ελλάδα εκείνο το βράδυ, αλλιώς ξύπνησε.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Κοιμήθηκε με Δημοκρατία.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Μια Δημοκρατία τραυματισμένη, ταλαιπωρημένη, γεμάτη διαμάχες, προβλήματα και διχόνοια.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Που όμως ήταν… Δημοκρατία.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Κι αλλιώς ξύπνησε η Ελλάδα το επόμενο πρωί.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Ένας περίεργος θόρυβος ακουγόταν στους δρόμους.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Ήταν ο θόρυβος των τανκς που είχαν βγει για να σώσουν υποτίθεται τους Έλληνες.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Και το μόνο που κατάφεραν ήταν να τους καταπιέσουν και να τους αδικήσουν.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Δεν ήταν λίγοι αυτοί που γνώριζαν τι θα συμβεί.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Κάποιοι είχαν προσπαθήσει να προειδοποιήσουν τον κόσμο.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Δυστυχώς όμως δεν εισακούστηκαν

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 1: Η Δημοκρατία αποδεικνυόταν γι’ άλλη μια φορά -ελπίζουμε η τελευταία- ανίκανη να υπερασπίσει τον εαυτό της.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 2: Πάντως το βράδυ της 20ης Απριλίου του 1967 η ζωή συνέχιζε τον κανονικό της ρυθμό…

(Σκηνικό: το εσωτερικό ενός σπιτιού. Μια παρέα 5 ατόμων παίζει χαρτιά – Κάποιοι σηκώνονται να φύγουν)

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Πού πάτε ρε παιδιά; Φεύγετε από τώρα;

ΑΝΤΡΕΑΣ: Τι να κάνουμε, Βαγγέλη; Παρτίδα δε σταυρώσαμε όλο το βράδυ…

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Να παίξουμε άλλη μία. Μπορεί να είναι η τυχερή σας.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Αμάν, ρε Βαγγέλη. Αχόρταγος είσαι με τα χαρτιά. Άσε τους ανθρώπους να φύγουν. Δουλειά έχουν αύριο.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Γιατί εγώ τι έχω; Δεν έχω δουλειά; Άμα νυστάξατε να σας φέρω να πιείτε ένα ΤΑΜ ΤΑΜ. Υπέροχο ποτό. Έχει καφεϊνη…

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ: Βαγγέλη, παίζουμε οι δυο μας, άμα θέλεις.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Α, όχι. Χωρίς τον Αντρέα και τη Μυρτώ δεν έχει γούστο το κουμκάν.

ΜΥΡΤΩ: Κάνε υπομονή ως το Σάββατο που θα έρθετε σπίτι μας.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Καλά, αφού επιμένετε, δεν μπορώ να πω τίποτε άλλο. Ο καθένας είναι ελεύθερος να κάνει ό,τι θέλει. Δημοκρατία έχουμε…

ΑΝΔΡΕΑΣ: Ως πότε όμως θα έχουμε Δημοκρατία… αυτό κανείς δεν το ξέρει…

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: (ταραγμένος) Τι εννοείς, Αντρέα; Γνωρίζεις κάτι που δεν το ξέρουμε εμείς;

ΑΝΤΡΕΑΣ: Πολλά ακούγονται, Βαγγέλη μου. Λένε πως ετοιμάζεται πραξικόπημα…

ΑΦΡΟΔΙΤΗ: (κάνει το σταυρό της) Χριστός και Παναγία, τι είναι αυτά που ακούω νυχτιάτικα…

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ: Τι πραξικόπημα και βλακείες, λες Αντρέα; Για σοβαρέψου, σε παρακαλώ!

ΑΝΤΡΕΑΣ: Σοβαρός είμαι. Αυτά που σου λέω τα έχω ακούσει από έγκυρες πηγές.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ: Δε θα επιτρέψει ο λαός να γίνει πραξικόπημα.

ΜΥΡΤΩ: Μα τι μπορεί να κάνει ο λαός;

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ: Σε πληροφορώ, κυρία Μυρτώ, ο λαός έχει μεγάλη ωριμότητα. Θα αντιδράσει αν δει ότι κινδυνεύει η Δημοκρατία.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Ρε παιδιά, τόση ώρα που μιλάτε θα είχαμε τελειώσει την παρτίδα…

ΑΝΤΡΕΑΣ: Βαγγέλη, είσαι τόσο αναίσθητος; Για δικτατορία μιλάμε, για κατάργηση της ελευθερίας!!

ΜΥΡΤΩ: Βαγγέλη, σύνελθε. Δε σε νοιάζει καθόλου αν έρθει δικτατορία;

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Όχι, δε με νοιάζει. Εγώ κοιτάζω τη δουλειά μου και τα δυο μου τα παιδάκια. Δεν έχω πειράξει κανέναν. Γιατί να με πειράξουν λοιπόν αν αλλάξει η κυβέρνηση;

ΑΝΤΡΕΑΣ: Μα δε καταλαβαίνεις τι σου λέω; Δε μιλάμε για μια απλή αλλαγή κυβέρνησης.

ΜΥΡΤΩ: Μιλάμε για πραξικόπημα! Για χούντα!

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ: Ησυχάστε, τίποτα δε θα γίνει. Ο λαός σήμερα είναι πολιτικά ώριμος. Δε θα επιτρέψει κάτι τέτοιο. Κοιμηθείτε χωρίς άγχος. Άντε… τα λέμε το Σάββατο… Καληνύχτα…

ΜΥΡΤΩ – ΑΝΤΡΕΑΣ: Καληνύχτα

ΑΦΡΟΔΙΤΗ – ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Καληνύχτα

(Φεύγουν όλοι )

Β΄ ΣΚΗΝΗ

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 3: Και κοιμήθηκαν όλοι ήσυχοι.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 4: Μόνο που όταν ξύπνησαν η χούντα είχε αναλάβει την εξουσία

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 3: Έμβλημα της χούντας ήταν ο φοίνικας που αναγεννάται από τις στάχτες του.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 4: Ετσι είναι και ο φασισμός. Εκεί που νομίζεις πως τελείωσε οριστικά…

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 3: Ξαφνικά επανεμφανίζεται, κυριαρχεί και γεμίζει με αίμα τις σελίδες της ιστορίας.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 4: Γι’ αυτό οι πολίτες πρέπει να επαγρυπνούν.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 3: Να μη μένουν αδιάφοροι.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 4: Να μη λένε εμένα τι με νοιάζει, εγώ κοιτάζω τη δουλειά μου

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 3: Αυτό θέλει ο φασισμός. Αδιάφορους ανθρώπους που κοιτάζουν τη δουλειά τους

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 4: Σαν τον κύριο Βαγγέλη και την κυρία Αφροδίτη

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 3: Δυο καλοκάγαθους συνηθισμένους ανθρώπους

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 4: Που νομίζουν πως ξύπνησαν μα δυστυχώς ακόμα κοιμούνται…

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 3: Τον ύπνο του δικαίου…

(Ίδιο σκηνικό. Ο κύριος Βαγγέλης και η κυρία Αφροδίτη μόλις έχουν ξυπνήσει)

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Γυναίκα, ετοίμασέ μου, σε παρακαλώ έναν καφέ. Κάτι έχουν τα μάτια μου. Φαίνεται είναι από τη νύστα.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Τι έχουν τα μάτια σου;

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Να, πριν από λίγο κοίταζα απ’ το παράθυρο και μου φάνηκε πως είδα να περνάει ένα τανκς…

ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Αχ, Βαγγέλη μου, δεν είναι η νύστα. Το ποτό είναι. Ήπιες πολύ χθες το βράδυ.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Υπερβολές. Δυο ποτηράκια ήπια όλα κι όλα.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Δεν ήπιες δύο. Τέσσερα ήπιες. Τα μέτραγα εγώ αλλά έχε χάρη που είχαμε κόσμο και δεν ήθελα να σου κάνω σκηνή…

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Τέλος πάντων, γυναίκα, ετοίμασέ μου έναν μερακλίδικο καφέ κι άσε τα πολλά λόγια. Βάλε και λίγη μουσική στο ράδιο να ξυπνήσουμε…

ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Δεν έχει μουσική. Άνοιξα προηγουμένως το ραδιόφωνο και παίζει μόνο εμβατήρια. Μήπως είναι καμιά γιορτή;

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Τι γιορτή, ρε γυναίκα; 21η Απριλίου έχουμε. Ξέρεις κανέναν άγιο να γιορτάζει τέτοια μέρα;

ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Μυστήριο… Πολύ μυστήριο…

(Χτυπάει η πόρτα – ακούγεται η φωνή του Παναγιώτη, του γείτονα)

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ: Γείτονες ανοίξτε! Ανοίξτε! Έχω νέα!!

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Ο Παναγιώτης είναι. Άνοιξέ του. Κάτι θέλει να μας πει.

(Η κυρία Αφροδίτη ανοίγει την πόρτα. Μπαίνει ο Παναγιώτης ανάστατος)

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ: Βαγγέλη, Αφροδίτη, έχω σπουδαία νέα. Σήμερα το πρωί συνέβη κάτι πολύ σημαντικό. Κάτι που θα αλλάξει τον ρου της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας!

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Τι έγινε; Συμφώνησαν επιτέλους ο Παπανδρέου με το Μητσοτάκη;

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ: Δεν είναι ώρα για αστεία, Βαγγέλη. Η Ελλάς ανοίγει σήμερα νέο κεφάλαιο.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Μα τι έγινε; Θα μας πεις επιτέλους;

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ: Επανάσταση!

ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Τι επανάσταση, πού βρισκόμαστε; Στο 1821;

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ: Δεν εννοώ τέτοια επανάσταση. Οι στρατιωτικοί ανέλαβαν την εξουσία. Αυτό εννοώ.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Μα δεν άκουσα να γίνονται εκλογές.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ: Δε χρειάζονται πια εκλογές. Βλέπετε, ο λαός δεν είναι ώριμος…

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Για στάσου, Παναγιώτη, γιατί δε μας τα λες καλά. Εσύ, χθες δε μας έλεγες πως ο λαός είναι πολιτικά ώριμος και δε θα επιτρέψει σε κανέναν να απειλήσει τη δημοκρατία;

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ: Άσε τι έλεγα χθες… Δεν ήξερα πως ο Συνταγματάρχης Παπαδόπουλος ηγείται των επαναστατών.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Δηλαδή, Παναγιώτη μου, έγινε πραξικόπημα;

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ: Επανάσταση! Όχι πραξικόπημα. Έχει μεγάλη διαφορά!

ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Μα, εσύ, χθες το βράδυ…

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ: Ε, σταματήστε επιτέλους! Ξεχάστε τι έλεγα χθες το βράδυ. Συνεννοηθήκαμε; Από σήμερα όλα αλλάζουν. Με ειδοποίησαν μάλιστα πως αναλαμβάνω γραμματέας στο Υπουργείο Οικονομικών.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Και τι σχέση έχεις, εσύ, με την οικονομία;

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ: Εγώ δεν έχω σχέση; Ξέρεις πόσα χρόνια είμαι διαχειριστής σ’ αυτή την πολυκατοικία;

ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Άμα είναι έτσι…

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ: Έτσι είναι. Και στο κάτω κάτω η αλλαγή θα είναι προσωρινή. Μόλις ο Παπαδόπουλος βάλει τη χώρα σε μια τάξη θα προκηρύξει πάλι ελεύθερες εκλογές. Νομίζω πως λίγες εβδομάδες αρκούν για να βρει ο τόπος την ηρεμία του.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Δηλαδή όταν λες λίγες εβδομάδες, πόσες εννοείς;

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ: Πέντε, το πολύ δέκα…

 (Φεύγει μόνο ο κ. Παναγιώτης)

Γ΄ ΣΚΗΝΗ

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 5: Πέρασαν 5 εβδομάδες.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 6: Πέρασαν 10

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 5: Πέρασαν 20, 30, 40…

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 6: Για να φτάσουμε στις 332 εβδομάδες κι η Ελλάδα να βρίσκεται ακόμη στο γύψο.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 5: Είναι Νοέμβρης του 1973

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 6: Η Ελλάδα διανύει τον 6ο χρόνο δικτατορίας.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 5: Όπως λέει και ο λαός: “Ουδέν μονιμότερον του προσωρινού”

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 6: Οι δικτάτορες έχουν οδηγήσει τη χώρα στη διεθνή απομόνωση

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 5: Φυλακές, βασανιστήρια κι εξορία περιμένουν όποιον αντιστέκεται…

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 6: ¨Η όποιον τολμάει να διατυπώσει ελεύθερα τη γνώμη του.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 5: Η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 6: Οι φοιτητές κάνουν κατάληψη στη σχολή του Πολυτεχνείου.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 5: Ζητούν την πτώση της χούντας και ελεύθερες εκλογές.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 6: Γρήγορα μαζεύονται στο πλευρό τους μαθητές, εργάτες, νέοι και νέες απ’ όλη την Αθήνα.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 5: Οι τύραννοι αρχίζουν να φοβούνται.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 6: Το ποτήρι της λαϊκής οργής κι αγανάκτησης έχει πλέον ξεχειλίσει.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 5: Οι στιγμές είναι μεγάλες. Όλοι το αντιλαμβάνονται αυτό.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 6: Όλοι εκτός από τον κύριο Βαγγέλη. Που συνεχίζει ακόμα να κοιτάζει τη δουλειά του.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Γυναίκα, κόκαλα έχει αυτός ο καφές;

ΑΦΡΟΔΙΤΗ: (Του φέρνει τον καφέ) Τώρα, Βαγγέλη μου, ούτε μισό λεπτό δεν μπορείς να κάνεις υπομονή;

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Μα γιατί άργησες τόσο πολύ;

ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Ε, να, βγήκα στο μπαλκόνι να δω τι γίνεται. Θαρρώ πως απόψε θα έχουμε επεισόδια στο Πολυτεχνείο. Είδα στρατό και τανκς να έρχεται.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Και τι μας νοιάζει εμάς, ρε γυναίκα. Ας νοιαστούν όσοι έχουν τα παιδιά τους εκεί.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Ε, πώς, ρε Βαγγέλη; Γιατί το λες αυτό; Επειδή έτυχε τα δικά μας τα παιδιά να είναι ήσυχα, δε θα νοιαστούμε για τα παιδιά των άλλων;

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Όχι, δε θα νοιαστούμε! Νοιάστηκε ποτέ κανείς για μένα όταν δούλευα σα το σκυλί απ’ το πρωί ως το βράδυ για να τα φέρουμε βόλτα; Όχι, βέβαια. Εγώ λοιπόν γιατί να νοιαστώ για όλους αυτούς;… Αφροδίτη μου, σ’ αυτόν τον κόσμο, όπως έστρωσες θα κοιμηθείς, έτσι μου έμαθε ο συχωρεμένος ο πατέρας μου, ώρα του καλή εκεί που βρίσκεται. (κοιτάζει το ρολόι του) Πού είναι τα παιδιά; Γιατί άργησαν σήμερα;

ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Στη Βίκυ πήγαν για διάβασμα. Δε θα αργήσουν.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Ευτυχώς που είναι μαζί. Ο Πέτρος είναι μυαλωμένο παιδί… Του είπες να προσέχει και να μην περάσει απ’ το Πολυτεχνείο;

ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Του είπα. Θα πάρει την αδελφή του απ’ το χέρι και σε λίγο θα είναι εδώ. Μην ανησυχείς.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Όχι, δεν ανησυχώ. Απλώς απόψε καλό θα είναι μόλις έρθουν να κλειδώσουμε την πόρτα. Δεν ξέρεις τι γίνεται. Όλοι οι αλήτες στο Πολυτεχνείο έχουν μαζευτεί.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Δεν είναι αλήτες. Παιδιά είναι. Παιδιά που ζητούν δημοκρατία.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Δημοκρατία; Τι λες, ρε γυναίκα. Πού την έμαθες, εσύ, αυτή τη λέξη;

ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Μα οι φωνές των παιδιών φτάνουν ως το σπίτι μας. Επειδή, εσύ, είσαι περήφανος στ’ αυτιά και δεν ακούς νομίζεις πως όλοι είναι σαν κι εσένα;

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Σταμάτα, Αφροδίτη, μη φωνάζεις και σ’ ακούσει ο γείτονάς μας, ο Παναγιώτης… Ξέρεις δα τι γνωριμίες έχει στην κυβέρνηση.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Ξέρω, πώς δεν ξέρω. Αυτό έλειπε. Όλα τα μπουμπούκια του παρακράτους φίλοι του είναι. Τέλος πάντων δε μας ενόχλησε ποτέ ο άνθρωπος, καρφί δε μου καίγεται αν είναι συνεργάτης της χούντας.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Ποιας χούντας; Τι είναι αυτά που λες; Τρελή είσαι;

ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Ωχ, ρε Βαγγέλη, άσε με ήσυχη και δεν έχω διάθεση. Άντε πιες τον καφέ σου μη κρυώσει.

(Βγαίνουν στη σκηνή οι αφηγητές. Ο κ. Βαγγέλης παραμένει καθιστός και κοιτάζει ανήσυχος το ρολόι του)

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 7: Η ώρα περνάει μα τα παιδιά αργούν να επιστρέψουν.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 8: Ο κύριος Βαγγέλης αρχίζει ν’ ανησυχεί.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 7: Δεν ξέρει πως ο Πέτρος και η Έλλη, βρίσκονται στο Πολυτεχνείο.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 8: Δεν ξέρει πως αγωνίζονται στο πλευρό των συμμαθητών τους μαζί με τους φοιτητές και τους υπόλοιπους νέους.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 7: Τα παιδιά αγωνίζονται για μια Ελλάδα ελεύθερη.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 8: Για μια Ελλάδα ανεξάρτητη

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 7: Για μια Ελλάδα δημοκρατική.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 8: Ούτε που περνάει απ’ το μυαλό του κυρίου Βαγγέλη κάτι τέτοιο.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 7: Αυτός κοιτάζει τη δουλειά του.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 8: Δεν τον νοιάζει τι συμβαίνει στην Ελλάδα.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 7: Δεν τον νοιάζει αν είναι σκλαβωμένη η πατρίδα του.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 8: Ή αν την καταπιέζουν οι τύραννοι.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 7: Ευτυχώς όμως υπάρχουν κάποιοι νέοι και νέες που νοιάζονται

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 8: Είναι όμως άοπλοι.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 7: Έτσι όταν το τανκς τσαλαπατάει την πύλη του Πολυτεχνείου και μπαίνει μέσα…

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 8: Οι νέοι κι οι νέες τρέχουν να σωθούν

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 7: Προσπαθούν να γλιτώσουν από τις σφαίρες των στρατιωτών, θέλουν ν’ αποφύγουν τη σύλληψη και τα βασανιστήρια.

(Φεύγουν οι αφηγητές και μαζί τους αποχωρεί με χασμουρητά ο κ. Βαγγέλης)

(Χτυπάει η πόρτα. Ανοίγει η κ. Αφροδίτη)

ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Τι έγινε; Ποιος χτυπάει την πόρτα τέτοια ώρα;

(Ανοίγει την πόρτα. Μπαίνουν τα δυο της παιδιά, ο Πέτρος και η Έλλη. Η Έλλη έχει ματωμένο πουκάμισο)

ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Πέτρο, τι συμβαίνει; Τι πάθατε;… Έλλη, γιατί είναι ματωμένο το πουκάμισό σου;

ΕΛΛΗ: Ήμασταν στο Πολυτεχνείο…

ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Μα εσείς είχατε πάει για διάβασμα. Πέτρο τι είναι αυτά που λέει η αδελφή σου;

ΠΕΤΡΟΣ: Μητέρα, δεν είχαμε πάει για διάβασμα. Στο Πολυτεχνείο ήμασταν για να διαμαρτυρηθούμε ενάντια στη χούντα.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Χριστέ μου, τι θα γίνει αν το μάθει ο πατέρας σας…

(Εμφανίζεται ο κ. Βαγγέλης)

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Τι συμβαίνει, γυναίκα; Γιατί τέτοια φασαρία; (Τους βλέπει) Καλά, πώς είστε έτσι; Τι πάθατε; Είχατε μήπως κανένα ατύχημα με αυτοκίνητο;

ΕΛΛΗ: Όχι, πατέρα. Δεν είχαμε ατύχημα.

ΠΕΤΡΟΣ: Στο Πολυτεχνείο ήμασταν.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Στο Πολυτεχνείο; Δε σας είπα να μην πάτε εκεί; Συμφορά μου, τι έπαθα… Τα δυο μου παιδιά, τα βλαστάρια μου, που τα μεγάλωσα με κόπους και θυσίες… Αχ, τι μου κάνατε, παλιόπαιδα… Τέλος πάντων, σας συγχωρώ. Αφού δεν πάθατε τίποτα, δεν πειράζει. Σας συγχωρώ, αλλά να μου υποσχεθείτε πως δε θα το ξανακάνετε.

ΕΛΛΗ: Γιατί μας συγχωρείς, πατέρα; Δε σου ζητήσαμε συγγνώμη.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ: (Σκουντάει τον Πέτρο) Ε, είχατε σκοπό να ζητήσετε, έτσι δεν είναι;

ΠΕΤΡΟΣ: Όχι, βέβαια! Δεν κάναμε κάτι κακό.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Δεν κάνατε κάτι κακό; Δηλαδή δεν είναι κακό που πήγατε στο Πολυτεχνείο μαζί με τους υπόλοιπους μαλλιάδες; Τους τεντιμπόιδες; Τους γιεγιέδες;

ΕΛΛΗ: Πήγαμε για να διαμαρτυρηθούμε ενάντια στην τυραννία. Πήγαμε γιατί δεν μπορούσαμε άλλο να υπομείνουμε το άδικο.

ΠΕΤΡΟΣ: Και δεν ήμασταν μόνοι μας. Όλοι οι νέοι της Αθήνας ήταν μαζί μας.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Δε με νοιάζει για τους άλλους νέους. Για τα παιδιά του Βαγγέλη του Αποστολίδη με νοιάζει! Καταλάβατε; Και δε μου λέτε, τι θα γίνει τώρα; Σας κυνηγάει η αστυνομία;

ΕΛΛΗ: Σ’ ένα στενό τους ξεφύγαμε.

ΠΕΤΡΟΣ: Νομίζω πως μας έχασαν.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Νομίζεις; Δηλαδή δεν είσαι σίγουρος; Θεέ μου τι θα κάνω τώρα; Βρε, απονήρευτα πλάσματα, επίτηδες σας άφησαν να ξεφύγετε για να δουν πού μένετε. Συμφορά μου, από στιγμή σε στιγμή θα χτυπήσει η πόρτα και θα μας συλλάβουν όλους! Και μένα και τη μάνα σας!

ΠΕΤΡΟΣ: Πατέρα, ηρέμησε.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Όχι, δεν ηρεμώ! Πρέπει κάτι να κάνω. (Σκέφτεται) Το βρήκα! Θα ειδοποιήσω το γείτονά μας, τον Παναγιώτη. Αυτός θα μας βοηθήσει. Τόσες γνωριμίες έχει.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Βαγγέλη, είσαι τρελός; Θα καταδώσεις τα ίδια σου τα παιδιά;

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Μα ο Παναγιώτης είναι καλός άνθρωπος. Θα δείξει κατανόηση.

ΕΛΛΗ: Συνεργάτης της χούντας είναι!

ΠΕΤΡΟΣ: Θα μας στείλει για βασανιστήρια!

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Υπερβολές! Η Χούντα -εε, η κυβέρνηση θέλω να πω- δεν κάνει βασανιστήρια. Ούτε σκότωσε κανέναν.

ΕΛΛΗ: Θυμάσαι το συμμαθητή μου, το Διομήδη Κομνηνό;

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Ναι, βέβαια. Καλό παιδί ο Διομήδης. Αποκλείεται να ήταν μαζί σας.

ΕΛΛΗ: Τον σκότωσαν σήμερα το πρωί έξω από το Πολυτεχνείο.

ΠΕΤΡΟΣ: Την ώρα που μετέφερε τραυματίες.

ΕΛΛΗ: Τον πυροβόλησαν στην καρδιά.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Δε σας πιστεύω.

ΕΛΛΗ: Στα χέρια μου ξεψύχησε. Το αίμα του είναι ακόμα στο πουκάμισό μου…

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Μα για ποιο λόγο; Μήπως είχε ανακατευτεί με τα πολιτικά;

ΠΕΤΡΟΣ: Κι επειδή είχε ανακατευτεί ήταν λόγος να τον σκοτώσουν;

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Βρε ν’ ακούτε τον πατέρα σας. Πόσο καιρό σας λέω “μην ανακατεύεστε, τι σαν νοιάζει εσάς, εσείς θα βγάλετε το φίδι απ’ την τρύπα;” Αν ο Διομήδης κοιτούσε τη δουλειά του και δεν μπλεκόταν σήμερα θα ζούσε…

ΕΛΛΗ: Ξέρεις πόσοι σκοτώθηκαν σήμερα που δεν είχαν ανακατευτεί καθόλου. Ένα κορίτσι 17 ετών, η Βασιλική Μπεκιάρη βρισκόταν στην ταράτσα του σπιτιού της όταν την πυροβόλησαν στο κεφάλι.

ΠΕΤΡΟΣ: Δεν τους είχε πειράξει σε τίποτα. Δεν ανακατευόταν με τα πολιτικά.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Και τότε γιατί τη σκότωσαν;

ΕΛΛΗ: Γιατί ήθελαν να τρομοκρατήσουν τον κόσμο. Ακόμα και μικρά παιδιά σκότωσαν!

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Μα είναι δυνατόν;

ΠΕΤΡΟΣ: Ένα αγοράκι 5 ετών σήμερα το μεσημέρι περπατούσε με τη μητέρα του στη Λεωφόρο Παπάγου. Ξέρεις τι έγινε; Το πυροβόλησαν στο κεφάλι άντρες από μια στρατιωτική περίπολο.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Ε, σταματήστε! Δεν είναι δυνατόν να υπάρχει άνθρωπος που θα σκότωνε ένα μικρό παιδί! Μάλλον κατά λάθος θα έγινε…

ΕΛΛΗ: Δεν έγινε κατά λάθος. Αυτοί οι άνθρωποι, αν μπορείς να τους πεις ανθρώπους, είναι χειρότεροι κι από εγκληματίες.

ΠΕΤΡΟΣ: Επί δυο μέρες πυροβολούσαν στα τυφλά. Δεν ενδιαφέρονταν αν τα θύματά τους ήταν μικρά παιδιά, νέοι ή γέροι.

ΕΛΛΗ: Το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν να τρομοκρατήσουν τον κόσμο. Να τον κάνουν να μείνει στα σπίτια του. Δεν τα κατάφεραν όμως.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Τι να πω παιδιά, άμα είναι έτσι όπως τα περιγράφετε…

ΠΕΤΡΟΣ: Έτσι είναι. Και χειρότερα…

ΕΛΛΗ: Πατέρα, ξέρεις τι έλεγε ο Διομήδης Κομνηνός; Πως δεν πρέπει να λέμε “εμένα τι με νοιάζει” γιατί αυτό θέλουν οι τύραννοι. Ανθρώπους αδιάφορους που κοιτάζουν τη δουλειά τους και λένε “εμένα τι με νοιάζει”. Ξέρεις τι πρέπει να λέμε; Να λέμε “εμένα με νοιάζει”¹ και τότε κανείς τύραννος, όσο δυνατός κι αν είναι, δε θα τολμήσει να μας στερήσει την ελευθερία.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Τελικά είχε δίκιο ο Διομήδης. Φταίμε όλοι όσοι αδιαφορήσαμε κι επιτρέψαμε στους χουντικούς να διαπράξουν τα εγκλήματά τους… Άντε, παιδιά, πηγαίνετε να κοιμηθείτε και μη φοβάστε κανέναν. Όποιος έρθει θα έχει πρώτα να τα βάλει μαζί μου…

ΕΛΛΗ: Καληνύχτα, πατέρα.

ΠΕΤΡΟΣ: Καληνύχτα.

(Πάνε όλοι στα δωμάτιά τους)

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 9: Τα θύματα του Πολυτεχνείου ήταν δεκάδες.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 10: Ανάμεσά τους μαθητές όπως ο Διομήδης Κομνηνός, ο Αλέξανδρος Σπαρτίδης και η Βασιλική Μπεκιάρη…

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 11: Φοιτητές όπως ο Γεώργιος Σαμούρης και η Νορβηγίδα Τόριλ Ένγκελαντ…

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 9: Νεαροί εργάτες όπως ο Βασίλειος Φαμέλλος, ο Νικόλαος Μαρκούλης και ο Μιχαήλ Μυρογιάννης…

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 10: Ηλικιωμένοι άνθρωποι που έτυχε να βρεθούν σε λάθος σημείο την λάθος ώρα όπως ο Σπυρίδων Κοντομάρης, 57 ετών ή ο Ανδρέας Κούμπος, 63 ετών …

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 11: Ακόμα και μικρά παιδιά όπως ο Δημήτρης Θεοδωράς πεντέμισι ετών…

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 9: Πολλοί απ’ αυτούς σκοτώθηκαν μακριά απ’ το χώρο του Πολυτεχνείου…

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 10: Πυροβολήθηκαν από ελεύθερους σκοπευτές που σκοπό είχαν να προκαλέσουν τρόμο και σύγχυση στον απλό λαό…

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 11: Τη μνήμη τους όμως την τιμούμε σε κάθε επέτειο του Πολυτεχνείου

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 9: Γιατί όπως λένε όσοι έζησαν τα γεγονότα, εκείνες τις κρίσιμες μέρες της εξέγερσης…

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 10: Πολυτεχνείο ήταν ολόκληρο το κέντρο των Αθηνών…

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 11: Τα εγκλήματα των χουντικών όμως δεν τελειώσαν με τη λήξη της εξέγερσης.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 9: Το μεγαλύτερο έγκλημα έγινε δυστυχώς λίγους μήνες αργότερα.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 10: Εφτά χρόνια μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου το έργο των χουντικών ολοκληρώθηκε…

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 11: Με τη μεγαλύτερη ελληνική τραγωδία μετά το 1922

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 9: Ήταν το αποτυχημένο πραξικόπημα στην Κύπρο και η κατάληψη ενός μεγάλου τμήματος του μαρτυρικού νησιού από τους Τούρκους.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 10: Για την προδοσία της Κύπρου ευθύνεται όχι η χούντα του Παπαδόπουλου, αλλά μια άλλη χούντα, αυτή του Ιωαννίδη.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 11: Έπειτα από ένα τόσο τραγικό γεγονός το καθεστώς μπροστά στη λαϊκή οργή κατέρρευσε.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 9: Η Δημοκρατία επανήλθε μετά από εφτά χρόνια δικτατορίας.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 10: Και η ζωή ξαναπήρε το κανονικό της ρυθμό…

(Βαγγέλης, Αφροδίτη, Αντρέας και Μυρτώ παίζουν πάλι χαρτιά – Ο Αντρέας και η Μυρτώ σηκώνονται να φύγουν)

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Πού πάτε ρε παιδιά; Φεύγετε από τώρα;

ΑΝΤΡΕΑΣ: Τι να κάνουμε, Βαγγέλη; Αύριο έχουμε δουλειά…

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Να παίξουμε άλλη μία.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Βαγγέλη, άσε τους ανθρώπους να φύγουν. Δουλειά έχουν αύριο.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Γιατί εγώ δεν έχω δουλειά; Άμα νυστάξατε να σας φέρω να πιείτε Κόκα Κόλα…

(Χτυπάει η πόρτα – ακούγεται η φωνή του Παναγιώτη)

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ: Γείτονες, ανοίξτε. Έχω νέα! Σπουδαία νέα!

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Αφροδίτη, άνοιξε την πόρτα. Ο Παναγιώτης είναι.

(Η Αφροδίτη ανοίγει την πόρτα)

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ: Τα μάθατε; Έπεσε η χούντα! Ελάτε να βγούμε στους δρόμους να πανηγυρίσουμε!

(Όλοι πανηγυρίζουν και αγκαλιάζονται – ο Αντρέας τον κοιτάζει προβληματισμένος)

ΑΝΤΡΕΑΣ: Καλά, εσύ, Παναγιώτη, γιατί πανηγυρίζεις;

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ: Μα θέλει και ρώτημα; Έπεσε η χούντα, το καταλαβαίνεις; Έπεσαν οι τύραννοι!

ΜΥΡΤΩ: Μα, εσύ, δεν την έλεγες χούντα. Εσύ, την έλεγες επανάσταση.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ: Εγώ την έλεγα επανάσταση; Είναι δυνατόν;

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Ναι, Παναγιώτη, έχουν δίκιο ο Αντρέας και η Μυρτώ. Αυτό μπορώ να το βεβαιώσω κι εγώ.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ: Ε, καλά, στην αρχή ίσως ναι, μα όταν κατάλαβα τι κουμάσια είναι, άλλαξα στάση…

ΑΝΤΡΕΑΣ: Παναγιώτη, δεν μας τα λες καλά…

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ: Λίγα λόγια, σας παρακαλώ, εμένα η χούντα μ’ έδιωξε απ’ το υπουργείο όπου δούλευα.

ΜΥΡΤΩ: Σ’ έδιωξε η χούντα του Ιωαννίδη, γιατί ήσουν υπέρ της χούντας του Παπαδόπουλου.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ: Όχι, ρε παιδιά. Με παρεξηγήσατε. Εγώ έκανα πως δούλευα για τη χούντα του Παπαδόπουλου μα στην πραγματικότητα προσπαθούσα να υπονομεύσω το καθεστώς.

ΑΝΤΡΕΑΣ: Σιγά σιγά, ρε Παναγιώτη, θα μας πεις πως ήσουν και αντιστασιακός.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ: Πολλά λέτε. Αφήστε την γκρίνια. Θα βγείτε τώρα στους δρόμους; Όλη η Ελλάδα πανηγυρίζει!

ΑΦΡΟΔΙΤΗ: Εντάξει, ερχόμαστε.

ΑΝΤΡΕΑΣ: Ζήτω η Ελλάδα!

ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Ζήτω η Δημοκρατία!

ΤΕΛΟΣ

¹Δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία που να λέει πως ο Διομήδης Κομνηνός έλεγε τη φράση “Εμένα με νοιάζει”.

Το θεατρικό «Εμένα με νοιάζει» γράφτηκε από τον Θωμά Μενεξέ τον Οκτώβριο του 2005.

3ο ΜΕΡΟΣ:    ΕΠΙΛΟΓΟΣ

ΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΖΕΙ / ΑΝΑΣΑΙΝΕΙ ΑΚΟΜΗ ΣΤΑ 43 ΤΟΥ ΧΡΟΝΙΑ

ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΤΩΜΕΝΟ ΜΠΛΟΥΖΑΚΙ ΤΟΥ ΔΙΟΜΗΔΗ

ΑΛΛΑ…

Γιατί οι άνθρωποι, δεν το άφησαν να θαφτεί μέσα στα φτιασίδια των επίσημων τελετών.

Γιατί το φυλάνε στις καρδιές τους χιλιάδες παιδιά και το σεργιανίζουνε στους δικούς τους αγώνες.

Γιατί το όραμα μιας καλύτερης παιδείας, μιας καλύτερης ζωής αντάξιας των ανθρώπων, συνεχίζει να ανασαίνει μέσα στους τόνους των οικονομικών δεικτών.

Γιατί και η δική μας γενιά μεγαλώνει σε δύσκολες εποχές, με υποθηκευμένο μέλλον και ψάχνει το δικό της βηματισμό στην ιστορία…

Με τον καιρό να ναι κόντρα έχει τιμή σαν πετάς

ΨΩΜΙ – ΠΑΙΔΕΙΑ – ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

                              Η ΝΕΑ ΓΕΝΙΑ ΕΧΕΙ ΙΔΑΝΙΚΑ

                             ΟΥΤΕ ΞΕΠΟΥΛΑΕΙ, ΟΥΤΕ ΠΡΟΣΚΥΝΑ

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here