Εκτύπωση

Της Χρύσας Καραμήτρου

Σαν σήμερα, στις 12 Μαΐου του 1936, δημοσιεύονται στην εφημερίδα «Ριζοσπάστης» οι τρεις πρώτες ενότητες του «Επιτάφιου» με τίτλο «Μοιρολόι».

Δασκάλα η γράφουσα, έχω την τιμή να διδάσκω σε εξάχρονα παιδιά και τη χαρά να μαθαίνω κι εγώ καθημερινά από αυτά! Καμιά εγκύκλιος από το Υπουργείο Παιδείας δεν έφτασε στα χέρια μας τελικά, για να μας υπενθυμίσει ότι πρέπει να μιλήσουμε για την πρόσφατη Πρωτομαγιά. Ίσως αυτό να ήταν πιο ταιριαστό με την όλη απαίσια εικόνα του μεγάλου «δήθεν» που έχουμε απέναντί μας. Ίσως μια κάποια λιγότερη υποκρισία να αποτελεί ανακούφιση. Λιγότερος πασπαλισμένος σοβάς, βοηθάει μάλλον για να δει κανείς τη σκουριά του ερειπιώνα. Στο τέλος – τέλος, δεν χρειαζόμαστε εγκυκλίους! Βοηθάει αυτό για να αρχίζει κανείς μετρώντας τα «όπλα» του και τις «εφεδρείες» του. Όλα αυτά που μας άγγιξαν, που μας προκάλεσαν συγκίνηση κατά καιρούς. Που μας έδωσαν ελπίδα και δύναμη να αγωνιζόμαστε να αγγίξουμε την ουτοπία.

Η επιστροφή στη χώρα της λογοτεχνίας και της ποίησης σε κάνει να νιώθεις σαν να γυρνάς στη θαλπωρή του τόπου σου. Ας μιλήσουν οι ποιητές και οι ποιήτριες λοιπόν! Όμως υπάρχει πάντα  ανησυχία. Θα βρίσκονται αυτοί και αυτές που μέσα σε έναν κατακερματισμένο κόσμο θα καταφέρνουν να υψώνουν το συμβολικό τους «μπόι», το διανοητικό τους ανάστημα και να βρίσκουν τις λέξεις, που θα ενώνουν τα κομμάτια του; Που θα μετασχηματίζουν την πραγματικότητα σε μια συγκίνηση με διάρκεια και βάθος; Θα υπάρχουν εκείνοι και εκείνες ως διαμεσολαβητές μεταξύ ημών και του κόσμου, που θα μας βοηθούν να συνομιλούμε τόσο με τον εαυτό μας όσο και με τον κόσμο μας, σε μια διαρκή επανάσταση της ύπαρξης;

Μα τι χρειάζονται οι ποιητές σε μικρόψυχους καιρούς; Τι χρειάζονται οι ποιητές στα χρόνια τα δικά μας, τα σακάτικα;  Έχουν αναρωτηθεί και οι ίδιοι, αναρωτιόμαστε κι εμείς. Τι να τον κάνουμε τον Βάρναλη, τον Ρίτσο, τον Λειβαδίτη, τον Σαχτούρη, τον Καρούζο; Γιατί δεν πετάμε πια την ελληνική – και όχι μόνο αυτή – λογοτεχνική και ποιητική ανθολογία στα σκουπίδια; Σε έναν κόσμο όπου επιβάλλεται και κυριαρχεί η υποταγή στο χρυσό είδωλο του κέρδους, η αποδοχή χωρίς όρους του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ο ωφελιμισμός, οι ανταλλακτικές αξίες και η «εργαλειακή» θέαση της πραγματικότητας, οι ποιητές, η ποίηση, η λογοτεχνία φαίνεται να μην έχουν θέση. Οι δημιουργικές αξίες και τα ανθρωπιστικά ιδεώδη για τα οποία μιλούν ή προάγουν βρίσκονται σε καθεστώς ομηρίας ή καταδίωξης στο καπιταλιστικό σύμπαν. Ωστόσο, όπως γράφει και ο Μπρεχτ, ο καπιταλισμός δεν απανθρωποποιεί μόνο, αλλά δημιουργεί και ανθρωπιά και συγκεκριμένα με τον ενεργό αγώνα ενάντια στον απανθρωπισμό. Ίσως τελικά να έχει νόημα το σύνθημα:

Η ποίηση πέθανε! Ζήτω η Ποίηση!

Αξίζει και πάλι η  ιδιαίτερη αναφορά στο παράδειγμα του μεγάλου ποιητή Γιάννη Ρίτσου. Σε τι χρειαζόταν λοιπόν ο Ρίτσος στα μικρόψυχα χρόνια του 20ου αιώνα; Ποιες ανάγκες μας ικανοποιεί η ποίησή του και ανατρέχουμε σήμερα σε αυτήν; Αυτές τις επετειακές μέρες είδαμε δεκάδες φορές, κυρίως στο διαδίκτυο, τη γνωστή φωτογραφία της μαυροφορεμένης μάνας να σπαράζει γονατιστή δίπλα στον νεκρό γιο της στα γεγονότα του Μάη του ’36, στη Θεσσαλονίκη. Η φωτογραφία αυτή αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης, για να συνθέσει ο Γιάννης Ρίτσος τον «Επιτάφιο».

Τον Μάιο του 1936, οι εργάτες της Θεσσαλονίκης κατέβηκαν σε απεργία διαμαρτυρίας εξαιτίας του άδικου καθορισμού των μεροκάματων. Στις 9 Μαΐου η αστυνομία άνοιξε πυρ χωρίς προειδοποίηση και πυροβόλησε τους άοπλους απεργούς, σκοτώνοντας δεκάδες και τραυματίζοντας εκατοντάδες. Την επομένη οι εφημερίδες δημοσίευαν τη φωτογραφία που προαναφέραμε και που λειτούργησε ως ισχυρός ερεθισμός για τον ποιητή. Η φωτογραφία είναι θολή και ασπρόμαυρη. Μπορούμε να φανταστούμε ωστόσο το κόκκινο του αίματος του νεκρού παλληκαριού. Μέσα στο αίμα γεννήθηκε Τ. Τούσης – έτσι ήταν το όνομά του – και μέσα στο αίμα πέθανε. Μέσα στο αίμα γεννήθηκε και ο «Επιτάφιος». Όταν μετά από τρεις μέρες ο Ρίτσος – κλεισμένος στο φτωχικό του δωμάτιο – ολοκλήρωσε την αρχική μορφή του ποιήματός του, έκανε αιμόπτυση.

Ο «Επιτάφιος», που στην αρχική του μορφή αποτελούνταν από τρεις μόνο ενότητες δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ριζοσπάστης» της 12 Μαΐου 1936. Ένα μήνα αργότερα περίπου κυκλοφόρησε στην πρώτη αυτοτελή του έκδοση. Μόλις εγκαθιδρύθηκε η δικτατορία του Μεταξά, τα όργανα της ασφάλειας εισέβαλαν στο τυπογραφείο και τα γραφεία του «Ριζοσπάστη» και κατάσχεσαν αντίτυπα του «Επιτάφιου», που μαζί με έργα των Μαρξ, Γκόρκι και άλλων, ρίχτηκαν σε μια ναζιστικής έμπνευσης πυρά μπροστά στους Στύλους του Ολυμπίου Διός.

Ο «Επιτάφιος» είναι επί της ουσίας ο τραγικός μονόλογος της μάνας πάνω από το σώμα του νεκρού παιδιού της, η οποία ωστόσο υψώνεται πάνω από τον σπαραγμό της, τον ατομικό της πόνο και τη μοναξιά της ως συνειδητή κατήγορος των δολοφόνων του παιδιού της. Πίσω από τη μάνα του Ρίτσου μιλάει η μάνα του λαού. Για αυτό και εκφράζει περισσότερο το συλλογικό παρά το ατομικό πνεύμα. Παρόλο που πρόκειται για μοιρολόι, ωστόσο το διαπερνάει από την αρχή ως το τέλος του μια αισιοδοξία και μια συναρπαστική δύναμη που απορρέει από την πίστη στην επανάσταση και στη συλλογική προσπάθεια για το καλύτερο. Δικαίως ο «Επιτάφιος» ρίζωσε στην ψυχή του λαού και βρίσκεται ανάμεσα στα καλύτερα έργα της επαναστατικής, ελληνικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Για αυτό χρειαζόμαστε τον Ρίτσο και όλους τους μεγάλους ποιητές και τις μεγάλες ποιήτριές μας, που το ατομικό τους όραμα ταυτίστηκε με το συλλογικό καλό και τον αγώνα του λαού. Υπήρξαν και υπάρχουν για να προκαλούν τη συγκίνησή μας μέχρι το τέλος, να μας κάνουν να αναμετριόμαστε με τον εαυτό μας και με τον κόσμο, να μας υπενθυμίζουν την αναγκαιότητα της πίστης σε συλλογικά οράματα και πανανθρώπινες αξίες. Εξωτερικεύοντας με καλλιτεχνικό τρόπο τη συγκίνησή τους, τη μετατρέπουν σε συγκίνηση ολόκληρου του αγωνιζόμενου λαού και αποδεικνύουν πώς η ποίηση μπορεί να γίνει κοινό κτήμα όλων.

Μάιος λοιπόν! Και ανέτειλαν μαζί του όλες οι συνδηλώσεις για το κόκκινο της εξέγερσης, που λάμπει και απειλεί παντοτινά μέσα από την ποίηση.

Ας μιλήσουμε λοιπόν με τα λόγια των ποιητών στα μικρά παιδιά! Κάποιοι υποστηρίζουν ότι η γλώσσα της ποίησης και της λογοτεχνίας είναι ασαφής, περίπλοκη και ανακριβής. Τίποτα από αυτά δεν ισχύει! Η λογοτεχνία σε όλες της τις μορφές οξύνει την κρίση και ενεργοποιεί τη φαντασία των παιδιών. Εξάλλου, ως κατεξοχήν κοινωνική πρακτική η λογοτεχνία μπορεί να έχει κι έναν στρατηγικό χαρακτήρα στην εκπαίδευση. Ως γνωστικό αντικείμενο – αν μπορούμε να την ορίσουμε έτσι – έχει ένα πλεονέκτημα που την κάνει να υπερτερεί έναντι όλων των άλλων: ακουμπάει, αναφέρεται και αλληλοδιαπλέκεται με την απειροελάχιστη χορδή της αντικειμενικής και υποκειμενικής πραγματικότητας, συνθέτοντας και παρουσιάζοντας την ανθρώπινη ιστορία στον χώρο και τον χρόνο. Επιστρέφοντας στην πραγματικότητα της τάξης, μπορούμε να φέρουμε μαζί μας την ποίηση, επιδιώκοντας μια ανατρεπτική, κριτική ανάγνωση του κόσμου από τα παιδιά. Όχι πάντα και μόνο ζητώντας να μάθουν τις δικές μας αναγνώσεις, αλλά ενθαρρύνοντάς τα να επινοούν τις δικές τους και να σκηνοθετούν τα λογοτεχνικά κείμενα για τον εαυτό τους.

Είναι ευτυχία να βλέπεις κάθε μέρα υψωμένους δείκτες μικρών παιδιών που επίμονα «ζητούν να πουν». Ωστόσο, η ευτυχία μπορεί να αποκτήσει το ολοκληρωμένο νόημά της, εάν αύριο – μεθαύριο οι υψωμένοι αυτοί επίμονοι δείκτες γίνουν αποφασιστικές, νεανικές, γροθιές που θα «απαιτούν να πουν» και θα διεκδικούν ό,τι τους ανήκει. Για να γίνει όμως αυτό δεν αρκεί η ποίηση και τα υψηλά νοήματα που – καλώς βέβαια – φέρνουμε στην τάξη μας. Απαιτείται και το προσωπικό μας παράδειγμα. Μια νέα απεργία σε λίγες μέρες! Αυτή κι όλες οι επόμενες που θα ακολουθήσουν. Που πρέπει να ακολουθήσουν, αλλά και να μετασχηματιστούν σε πραγματικές μάχες. Σε αυτόν τον αγώνα διαρκείας,  πρώτα – πρώτα τα παιδιά θα μετρούν κάθε φορά το «μπόι» μας και θα μας λοιδορήσουν, αν οι πράξεις μας αντιστρατεύονται στα λόγια μας.

Οι λογοτέχνες, οι πνευματικοί άνθρωποι και οι εκπαιδευτικοί υπερασπίζονται τον άνθρωπο και τον πολιτισμό του. Επιπλέον, ως δρώντα κοινωνικά υποκείμενα δημιουργούν εκ νέου πολιτισμό. Μιλώντας για τον πολιτισμό του αγωνιζόμενου ανθρώπου, αν θέλουμε να μπούμε κι εμείς ως εκπαιδευτικοί στις «εφεδρείες» των μικρών μαθητών και μαθητριών μας δεν πρέπει να ξεχνάμε το πρώτο μάθημα που οφείλουμε να διδάσκουμε πάντα. Και αυτό δεν είναι άλλο από το μάθημα της Αντίστασης, της Αξιοπρέπειας και του Αγώνα.

Μάιος λοιπόν! Και ανέτειλαν μαζί του όλες οι συνδηλώσεις για το κόκκινο της εξέγερσης, που λάμπει και απειλεί παντοτινά μέσα από την ποίηση. Γιατί το «δικό μας»  ποιείν  και πράττειν, ο συλλογικός κοινωνικός αγώνας είναι που μένει άσβεστος στην ιστορία. Αυτό νοηματοδοτεί  την πορεία της, τη μεγαλοσύνη της ή το όνειδός της, τα άλματα και τις καθηλώσεις της. Τα άλλα είναι σκόνη που χάνεται.

Στη σκόνη αυτή  θα περιπέσει και η κυνική δήλωση για το Νέο Μνημόνιο!  Διότι, πρωτομαγιάτικα δόθηκε γη και ύδωρ στους δανειστές. Στις 2 Μαΐου μπορούσαμε πια να κάνουμε εικόνα τα συμφωνηθέντα: Τα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα στάχτη στα κρεματόρια του κεφαλαίου. Και πριν τα κρεματόρια να μας έχουν σκοτώσει χίλιες φορές! Ο κυνισμός μιας εξουσίας, που φυσικά  δε σέβεται σύμβολα και συμβολισμούς, παρελθόν και ιστορία και που με μεγάλη ευκολία – σχεδόν σαδιστικά θα έλεγε κανείς – υποθηκεύει και λεηλατεί το μέλλον μας.

Και αρχίζει πάλι η ψυχοφθόρα προσπάθεια να μεταφράσεις από ελληνικά σε ελληνικά. «Δίκαιη ανάπτυξη», «βέλτιστη ανάπτυξη», «συγκριτικά πλεονεκτήματα», «επωφελείς συμφωνίες», «επενδύσεις», «προαπαιτούμενα μέτρα», «αντίμετρα», «αξιολογήσεις». Δηλαδή; Μείωση των συντάξεων, αύξηση της φορολογίας, μείωση των κοινωνικών δαπανών, πλήγμα στα εργασιακά δικαιώματα, ιδιωτικοποιήσεις. Δηλαδή; Ακραία φτώχεια, φορομπηξία, άγρια λιτότητα, ελαστικές σχέσεις, κατάργηση θέσεων εργασίας, ανεργία, ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, μείωση μισθών και κοινωνικών επιδομάτων, σε αδιέξοδο η υγεία και η παιδεία.

«Μα αν βγούμε από την ευρωζώνη θα δούμε την αγοραστική μας δύναμη και το βιοτικό μας επίπεδο να καταρρέει», λένε σαρκαστικά και τότε αρχίζουν οι λέξεις να χάνουν πάλι το νόημά τους. Εμείς, οι ελεύθεροι – πολιορκημένοι, οι ελεύθεροι – φυλακισμένοι και μαζί μας χιλιάδες εγκλωβισμένων προσφύγων, σκιές ανθρώπων σε στρατόπεδα, θύματα των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων και των επαίσχυντων και απάνθρωπων συμφωνιών, αναζητούμε το «ποιείν» και το «πράττειν» μας.

Η ποίηση αποτυπώνει τη δίκαιη προσπάθεια, της δίνει φτερά, την ανεβάζει ψηλά με τα φτερά του ονείρου. Αλλά  και αποδίδει δικαιοσύνη διαχρονικά, διαλύοντας την τιποτένια σκόνη!

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here